Περιεκτική Δημοκρατία, τεύχος 14, Δεκέμβριος 2006


 

Εισαγωγικό Σημείωμα #14

 

H ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

 

 

 

Αγαπητοί φίλοι με τη νέα χρονιά κυκλοφόρησε και το 14ο τεύχος του περιοδικού που κρατάτε στα χέρια σας. Μαζί με τις ευχές μας για ένα χαρούμενο και δημιουργικό 2007 σας δίνουμε και την υπόσχεση ότι θα προσπαθήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις —και την δική σας βοήθεια και συμμετοχή— για την συνεχή βελτίωση του περιοδικού.

 

Στο άρθρο που ανοίγει το τεύχος, «Μέση Ανατολή και Λατινική Αμερική: δύο περιοχές κρίσιμες για το σύστημα», ο Τάκης Φωτόπουλος κάνει μια εκτενή ανάλυση των δύο διαφορετικών τρόπων με τον οποίο δύο κρίσιμες περιοχές του πλανήτη ενσωματώνονται στην Νέα Διεθνή Τάξη πραγμάτων. Στην Μέση Ανατολή η δολοφονία των Σαντάμ από το καθεστώς μαριονέτα της Βαγδάτης είναι το αποκορύφωμα των εγκληματικών αποφάσεων της υπερεθνικής ελίτ σε μια περιοχή κρίσιμη —κυρίως λόγω των πετρελαίων— για την εύρυθμη λειτουργία της καπιταλιστικής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Εδώ η ωμή βία και η αποικιακή λογική του «διαίρει και βασίλευε» είναι η επιλογή του συστήματος —την οποία εν έτι 2007 έχουν απλώς «ντύσει» με ρητορείες περί δημοκρατίας και ελευθερίας. Στην Λατινική Αμερική η ενσωμάτωση της περιοχής στο σύστημα συνεχίζεται με σοσιαλφιλελεύθερους και λαϊκιστές ηγέτες στις κυβερνήσεις. Τα καθεστώτα αυτά, —το νέο αποκούμπι της ρεφορμιστικής Αριστεράς μετά και την νέα διάψευση των ελπίδων της που βασιζόταν στην άνοδο των κεντροαριστερών κομμάτων στην Ευρώπη και τη καταψήφιση από τους ευρωπαίους του Ευρωσυντάγματος— δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συστημική αλλαγή παρά μόνο σε μερικές και αυτές αμφίβολες και παροδικές βελτιώσεις της τραγικής οικονομικής κατάστασης των πολύ φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συστημική αλλαγή γιατί όχι μόνο δεν βάζουν τα θεμέλια για παρόμοια αλλαγή αλλά ούτε καν αμφισβητούν τα δύο κρίσιμα στοιχεία της καπιταλιστικής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης δηλαδή την οικονομία της αγοράς και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία». Μόνο, επομένως, αν οι λαοί της Μέσης Ανατολής ξεπεράσουν σεχταριστικές ηγεσίες και θρησκευτικούς ανορθολογισμούς και προσπαθήσουν να οικοδομήσουν μια αληθινά δημοκρατική και κοσμική κοινωνία και οι λαοί της Λατινικής ξεπεράσουν της πολιτικές ηγεσίες τους και δημιουργήσουν ένα αντισυστημικό και αμεσοδημοκρατικό κίνημα που θα οδηγήσει τις οικονομίες και τις κοινωνίες των χωρών τους έξω από την οικονομία της αγοράς και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» θα μπορέσουν να αποτελέσουν πραγματικό αντίβαρο στην σημερινή καπιταλιστική νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που προσφέρει πλούτο και ευημερία στους λίγους και φτώχεια και δυστυχία στους πολλούς.  

 

Ο Παναγιώτης Κουμεντάκης στο «Η οικονομία της αγοράς και η βιολογική κρίση» τονίζει την σπουδαιότητα της βιολογικής κρίσης, η οποία όμως επιμελώς υποβαθμίζεται αν δεν αγνοείται συστηματικά από τα ΜΜΕ. Αλλά η βιολογική κρίση αποτελεί τμήμα της οικολογικής κρίσης εφόσον όμως —όπως ρητά τονίζει ο συγγραφέας— δώσουμε στην τελευταία έναν ευρύτερο ορισμό ώστε να περιλαμβάνει και τον άνθρωπο ως αναπόσπαστο μέρος του οικοσυστήματος σε αντίθεση με την συνηθισμένη ερμηνεία η οποία αναφέρεται μόνο στο περιβάλλον και την σημερινή υποβάθμιση του. Και ενώ τα τελευταία χρόνια η βιολογική κρίση έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις και συνεχώς επιδεινώνεται —«ως αποτέλεσμα της ευρύτερης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης καθώς και της κρίσης της ιατρικής, απόρροια της εμπορικοποίησης του ιατρικού συστήματος»— οι ειδικοί, οι γιατροί, οι νεοφιλελεύθεροι και σοσιαλφιλελεύθεροι αλλά και οι «οικολόγοι» και η ρεφορμιστική αριστερά, παραβλέπουν τις πραγματικές αιτίες εμμένοντας στην προσπάθεια να θεραπεύσουν τα …συμπτώματα. Εύλογη επομένως η προτροπή του συγγραφέα προς τους ανθρώπους που ακόμα νοιάζονται με την οποία καταλήγει το άρθρο να «δράσουν συλλογικά, με συντονισμένο πρόγραμμα μέσα στα πλαίσια ενός μαζικού απελευθερωτικού κινήματος», πριν είναι πολύ αργά.

 

Τα δύο επόμενα άρθρα αφορούν δύο γεγονότα που απασχόλησαν έντονα τους έλληνες πολίτες το τελευταίο διάστημα. Ο Σέργιος Μαμέας στο άρθρο του «Μετά την απεργία των δασκάλων τι;» θεωρεί ότι η απεργία των δασκάλων υπήρξε από την μια μεριά ένα ορόσημο που υπόρητα ανέδειξε βαθύτερα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος και της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα αλλά από την άλλη μεριά και την ίδια την αδυναμία των εκπαιδευτικών να τα προβάλουν συνειδητά. Και σε αυτό βαρύνει αποφασιστικά ότι δεν υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα «βαθιά» πολιτικό —και όχι κομματικοποιημένο— συνδικαλιστικό κίνημα καθώς και η παράλληλη έλλειψη ενός ισχυρού εκπαιδευτικού κινήματος —όπως συνέβη σε χώρες του εξωτερικού— με αιτήματα για ένα πραγματικά διαφορετικό περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες αυτές κάνει συγκεκριμένες βραχυπρόθεσμες προτάσεις —σε αντιδιαστολή με το γενικόλογο «δημόσια δωρεάν παιδεία» που κυριαρχεί— που θα μπορούσαν να τεθούν και να συζητηθούν από γενικές συνελεύσεις δασκάλων, γονέων και μαθητών με προοπτική μια ριζοσπαστική  κοινωνική αλλαγή. Ο Θοδωρής Βελλισάρης στο άρθρο του «Με αφορμή έναν βιασμό…» γράφει για τον «κεκαλυμμένο ή απροσχημάτιστο ρατσισμό της ελληνικής κοινωνίας» με αφορμή τα γεγονότα της Αμαρύνθου. Τι θα συνέβαινε αν το θύμα ήταν ελληνίδα και όχι μετανάστρια και κατήγγειλε βιασμό από αλλοδαπούς εργάτες; Την απάντηση ήδη έδωσαν κάποιοι από τους κατοίκους σε δημοσιογράφους. Θα ήταν ήδη …νεκροί. Ποιοι καλλιεργούν αυτόν τον ρατσισμό; Μπορεί η παραδοσιακή ταξική ανάλυση να εξηγήσει τις σημερινές ιεραρχίες και διακρίσεις στην βάση του φύλου, της εθνότητας, της θρησκείας και του πολιτισμού; Ή μήπως είναι δυνατό μια «αλλαγή αξιών» —που προτείνουν τόσο αστοί όσο και «ριζοσπαστικά» ρεύματα της Αριστεράς— να εξαλείψει αυτά τα φαινόμενα μέσα σε μια κοινωνία όπου η ανισοκατανομή της δύναμης σε όλα τα επίπεδα διευρύνεται μέρα με την μέρα; Και μπορούν άραγε οι αξίες να αλλάξουν από μόνες τους χωρίς (τουλάχιστον) παράλληλη αλλαγή των θεσμών;

 

Τέλος, στο άρθρο που μεταφράσαμε από το διεθνές θεωρητικό περιοδικό Democracy & Nature («Το τέλος των παραδοσιακών αντισυστημικών κινημάτων και η ανάγκη για ένα νέου τύπου αντισυστημικό κίνημα σήμερα») ο Τάκης Φωτόπουλος, εξετάζει τις αιτίες που οδήγησαν στην άνοδο των αντισυστημικών κινημάτων τους δύο προηγούμενους αιώνες και την σημερινή παρακμή τους. Η παρακμή αυτή δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι τα παραδοσιακά αντισυστημικά κινήματα αμφισβητούσαν την μία ή την άλλη μορφή δύναμης/εξουσίας —η οποία θεωρούσαν ότι «επικαθορίζει» όλες τις υπόλοιπες— αντί την δύναμη/εξουσία καθευατή. Σήμερα το ζήτημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέου τύπου αντισυστημικό κίνημα που θα αμφισβητεί τη δύναμη/εξουσία αυτή καθεαυτή, η οποία και συνιστά την βάση της ετερονομίας. Δηλαδή να αμφισβητεί την ίδια την ετερονομία και όχι επιλεκτικά τις διάφορες μορφές που αυτή παίρνει. Το κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης —το οποίο δεν είναι ένα αντισυστημικό κίνημα στο σύνολο του παρόλο που κάποια ρεύματα μέσα σε αυτό είναι— θα μπορούσε να «παίξει» αυτό τον ρόλο εφόσον άρχιζε να δημιουργεί σε τοπικό επίπεδο θεσμούς περιεκτικής δημοκρατίας που θα ενσωμάτωναν την κοινωνία, την οικονομία, την πολιτική και την Φύση, σε ένα θεσμικό πλαίσιο που θα ισοκατανέμει την δύναμη/εξουσία σε όλες της τις μορφές και θα οδηγει τελικά σε μία δημοκρατική παγκοσμιοποίηση —σε αντιδιαστολή με αυτήν που μας επιφυλάσσει η Νέα Τάξη Πραγμάτων. Δυστυχώς λόγω του μεγέθους του άρθρου είμαστε υποχρεωμένοι να το δημοσιεύσουμε σε τρία μέρη. Για τους ανυπόμονους και αγγλομαθείς το άρθρο είναι διαθέσιμο εδώ. Επίσης μια καλή εισαγωγή στο παρόν αποτελεί και το άρθρο «Κριτική των στρατηγικών μετάβασης» του ίδιου συγγραφέα που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 7 του περιοδικού.

 

Καταλήγοντας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι, αν θέλουμε να ξεπεράσουμε την σημερινή πολυδιάστατη κρίση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ενεργή συμμετοχή όλων μας για το χτίσιμο ενός μαζικού, αμεσοδημοκρατικού κινήματος με περιεκτικό πολιτικό πρόγραμμα ριζικής κοινωνικής αλλαγής —όπως είναι το πρόταγμα της περιεκτικής δημοκρατίας. Ετσι μόνο μπορούμε να ελπίζουμε βάσιμα ότι θα ξεπεράσουμε τον σύγχρονο μεσαίωνα και θα οικοδομήσουμε μια κοινωνία αυτονομίας και δημοκρατίας, δηλαδή μια ελεύθερη κοινωνία.

 

Υ.Γ. Να υπενθυμίσουμε επίσης σ’ όσους συνδρομητές του περιοδικού δεν έχουν ανανεώσει ακόμα τις συνδρομές τους, να το κάνουν και να παρακαλέσουμε όλους τους υπόλοιπους αναγνώστες να γραφτούν συνδρομητές. Το περιοδικό που κρατάτε στα χέρια σας δεν έχει άλλες πηγές εσόδων παρά τις συνδρομές και τις πωλήσεις στα βιβλιοπωλεία. Δεν υπάρχουν ούτε διαφημίσεις (άμεσες, ή οι συνηθισμένες «έμμεσες» από τον Τύπο που κάνουν ακόμη καλύτερα τη δουλειά τους) ούτε βέβαια χρηματοδοτήσεις από κόμματα ή άλλες πηγές, δημόσιες ή ιδιωτικές. Οι συνδρομές είναι ο καλύτερος τρόπος τόσο για εσάς ώστε να λαμβάνετε έγκαιρα και εύκολα το περιοδικό στα χέρια σας, όσο και για εμάς ώστε να συνεχίσουμε την προσπάθεια.