ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ (Κυριακή 3 Μάη 1998), σελ. 6


Μπλερισμός: Θατσερισμός με χαμογελαστό πρόσωπο

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ*

 

Η σοσιαλφιλελεύθερη κυβέρνηση των αδίστακτων «εκσυγχρονιστών» του ΠΑΣΟΚ τελευταία απέκτησε και την ιδεολογία της, εφόσον όπως ισχυρίζεται, ακολουθεί το παράδειγμα του Μπλερ. Ο Μπλερισμός, κατά τους ιδεολογικούς του κομισάριους στη Βρετανία και εδώ, παρουσιάζεται ως ο «τρίτος δρόμος» μεταξύ του άγριου θατσερισμού και του κορπορατίστικου κρατικιστικού σοσιαλισμού της συμβατικής σοσιαλδημοκρατίας. Και αυτό, γιατί υποτίθεται ότι προσπαθεί σοβαρά να παντρέψει τη λογική της αγοράς (δημοσιονομική αυστηρότητα, ανταγωνιστικότητα) στον οικονομικό τομέα, με τη λογική της αλληλεγγύης (ανακατανομή, δουλιά για όσους μπορούν, ασφάλεια για όσους δεν μπορούν) στον κοινωνικό. Στην πραγματικότητα, όπως θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω, ενώ ο Θατσερισμός αντιπροσώπευε πράγματι μια δομική αλλαγή, τη μετάβαση από τη σοσιαλδημοκραατική συναίνεση (1950-75) στη σημερινή νεοφιλελεύθερη συναίνεση, ο Μπλερισμός (και η κεντροαριστερά γενικότερα) δεν αντιπροσωπεύει καμία παρόμοια δομική αλλαγή αλλά απλώς προσπαθεί να συγκαλύψει με ψευτο–«αριστερό» μανδύα τη συνέχιση του νεοφιλελευθερισμού. Έτσι, το «νέο» Εργατικό κόμμα υιοθετεί όλες τις ριζικές αλλαγές του Θατσερισμού:

Οι συνέπειες είναι γνωστές. Η Βρετανία σήμερα έχει τη μεγαλύτερη ανισότητα στην ΕΕ (μαζί με την Ελλάδα και την Πορτογαλία), ενώ η μείωση της ανεργίας που επικαλείται, οφείλεται βασικά, αν όχι αποκλειστικά, στην αύξηση των χαμηλόμισθων θέσεων μερικής απασχόλησης, καθώς και των θέσεων περιστασιακής απασχόλησης όπου οι εργαζόμενοι στερούνται όλων των βασικών εργατικών δικαιωμάτων (διακοπές, αναρρωτικές άδειες, συντάξεις κλπ.).

***

Ποιες είναι λοιπόν οι αρχές που υποτίθεται διαφοροποιούν τον Μπλερισμό από τον νεοφιλελευθερισμό; Η βασική αρχή του Μπλερισμού είναι ότι «η δουλειά είναι ο καλύτερος τρόπος για την αποφυγή της φτώχειας για ανθρώπους ικανούς προς εργασία». Γι' αυτό και στον πρώτο πλήρη προϋπολογισμό του Εργατικού κόμματος τον περασμένο μήνα υιοθετήθηκαν σειρά μέτρων με στόχο την αντικατάσταση της εξάρτησης από τα κοινωνικά επιδόματα με νέες δουλειές (στην πραγματικότητα βέβαια όλη αυτή η Μπλερική φιλολογία είναι απλή παράφραση της νεοφιλελεύθερης εκστρατείας κατά της «κουλτούρας εξάρτησης», δηλαδή της «εξάρτησης» των ανέργων και φτωχών από τα επιδόματα). Ο σκοπός είναι να χτυπηθεί η «παγίδα της φτώχειας», η περίπτωση δηλαδή όπου ένας άνεργος μπορεί να βρίσκει προτιμότερο να ζει με το επίδομα ανεργίας παρά να δουλεύει σε μια χαμηλόμισθη εργασία που μετά τη φορολογία αποδίδει χαμηλότερο εισόδημα. Η ιδέα πίσω από αυτό τον στόχο είναι φανερή. Η αιτία της ανεργίας δεν είναι η έλλειψη δουλειών αλλά το ότι οι άνεργοι δεν έχουν τα κατάλληλα κίνητρα για εργασία επειδή οι φόροι δε συντονίζονται με τις κοινωνικές παροχές!

Με τα νέα μέτρα, όπου οι φόροι και οι κοινωνικές παροχές συντονίζονται, η τρύπα αυτή κλείνει. Άλλο βέβαια ότι όπως υπολόγισε πρόσφατη έρευνα του Rowntree Foundation μια μητέρα που μεγαλώνει παιδί θα πρέπει να εργάζεται 45 ώρες τη βδομάδα, για 50 βδομάδες και με μισθό πάνω από το μίνιμουμ ώστε, με το νέο σύστημα, το εισόδημά της να φθάσει το οικογενειακό επίδομα! Συγχρόνως, η παράλληλη εισαγωγή μέτρων με βάση τα οποία ο άνεργος δε θα δικαιούται επίδομα ανεργίας εάν δεν είναι διατεθειμένος να αναλάβει οποιαδήποτε δουλειά του προσφερθεί δείχνει ότι τα νέα μέτρα έχουν άλλο πραγματικό στόχο. Δηλαδή, ο άνεργος να μην έχει πια την επιλογή μεταξύ του να ζει με το επίδομα ανεργίας ή να δουλεύει σε οποιαδήποτε κακοπληρωμένη δουλειά. Σήμερα, ή θα πρέπει να δεχτεί την οποιαδήποτε δουλειά του προσφέρει το γραφείο ευρέσεως εργασίας, ή θα χάνει και το επίδομα ανεργίας. Με τον τρόπο αυτό, οι σοσιαλφιλελεύθεροι πετυχαίνουν με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Από τη μια μεριά μειώνουν τεχνητά τον αριθμό των άνεργων, ενώ, από την άλλη, μειώνουν τις σχετικές δημόσιες δαπάνες, κάνοντας ακόμη ευκολότερη τη μείωση του φορολογικού βάρους των εύπορων. Παράλληλα, δημιουργούν μια στρατιά ανθρώπων που είναι έτοιμοι να δεχτούν οποιαδήποτε δουλειά τους προσφέρουν οι επιχειρήσεις προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα εισόδημα οριακά ψηλότερο από το πενιχρό επίδομα. Πράγμα που κάνει ακόμα πιο «εύκαμπτη» την αγορά εργασίας και ανταγωνιστική την οικονομία.

***

Στον ίδιο στόχο αποβλέπουν συμπληρωματικά μέτρα που επιδιώκουν τη δημιουργία κινήτρων τα οποία θα πείσουν τις γυναίκες με παιδιά να αφήσουν τα παιδιά τους σε παιδικούς σταθμούς κ.λπ. (πράγμα για το οποίο θα παίρνουν οικονομική ενίσχυση) και να βγουν στην αγορά εργασίας. Τα μέτρα αυτά όμως δεν είναι τόσο καλοκάγαθα όσο φαίνονται, διότι, στην πραγματικότητα όπως ανέφερα παραπάνω, η μείωση της ανεργίας στη Βρετανία οφείλεται βασικά στην εξάπλωση της μερικής απασχόλησης μεταξύ των γυναικών και αυτός είναι προφανής τρόπος να βοηθήσουν την παραπέρα επέκτασή της. Φυσικά, οι περισσότερες μητέρες αρνούνται να εξαγοράσουν το δικαίωμα να μεγαλώσουν οι ίδιες το παιδί τους για μερικές επιπρόσθετες στερλίνες σε κάποιο εξοντωτικό σούπερ μάρκετ.

Η βασική αυτή αρχή όμως του Μπλερισμού δεν είναι καν πρωτότυπη. Εφαρμόζεται από χρόνια στις ΗΠΑ και ονομάζεται «ευημερία μέσω εργασίας» (welfare to work), όπου έχει ήδη δημιουργήσει ένα «θαύμα», με την αμερικάνικη ανεργία να είναι σήμερα κάτω από το 5%. Η άλλη όψη όμως του «θαύματος» που αποσιωπούν οι σοσιαλφιλελεύθεροι είναι ότι το ένα τέταρτο των αμερικανικών οικογενειών ζουν σήμερα στη φτώχεια και ότι το 20% στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας εισπράττει 4,7% του ΑΕΠ (το χαμηλότερο μαζί με τη Βρετανία ανάμεσα στις βιομηχανικές χώρες).

Μια δεύτερη βασική αρχή του Μπλερισμού είναι αυτό που ονομάζουν «κοινωνική ενεργοποίηση» των ανέργων. Με βάση την αρχή αυτή, ο άνεργος δε δικαιούται κοινωνικής βοηθείας, απλώς και μόνο διότι το κοινωνικό σύστημα της οικονομίας της αγοράς τον καταδίκασε στην ανεργία. Γι' αυτό, θα πρέπει να παύσει να είναι παθητικός παραλήπτης ενός επιδόματος και να μετατραπεί σε «ενεργό πολίτη» που προσφέρει τις υπηρεσίες του στην κοινωνία. Στην πράξη, αυτό σημαίνει την αναγκαστική συμμετοχή των ανέργων (αν δε θέλουν να χάσουν και αυτό το πετσοκομμένο από τους Θατσερικούς επίδομα που εισπράττουν) σε προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης ή σε προγράμματα «προσωπικής εργασίας» για το περιβάλλον, την κοινότητα κλπ. Περιττό να σημειωθεί ότι τα μεν εκπαιδευτικά προγράμματα δεν προσφέρουν στους περισσότερους άνεργους καμιά εγγύηση για δουλιά, τα δε προγράμματα εργασίας καταλήγουν σε εξοικονόμηση «τζάμπα» εργατικών πόρων για ανάγκες που δεν καλύπτει ο μηχανισμός της αγοράς.

***

Τέλος, μια τρίτη βασική αρχή του Μπλερισμού είναι η κατάργηση της καθολικότητας στην παροχή των κοινωνικών υπηρεσιών. Η αρχή της καθολικότητας αποτελούσε ως γνωστόν τη θεμελιακή αρχή της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας και στήριζε την ιδεολογία του «ενός έθνους». Και φυσικά η κατάργησή της δεν είναι Μπλερική ανακάλυψη εφόσον η διαδικασία ήδη είχε αρχίσει από τη Θάτσερ. Σύμφωνα όμως με τους απολογητές του σοσιαλφιλελευθερισμού, ενώ ο στόχος των νεοφιλελεύθερων είναι η συρρίκνωση των κοινωνικών πόρων, ο στόχος της κεντρο–«αριστεράς» είναι «η ανακατανομή τους κατά πιο δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο». Έτσι, οι σοσιαλφιλελεύθεροι, παίρνοντας δεδομένο το πετσόκομμα της πίτας των κοινωνικών πόρων από τους νεοφιλελεύθερους, ασχολούνται απλώς με το ξαναμοίρασμά της, σχεδιάζοντας την κατάργηση των κοινωνικών επιδομάτων για τους μη άπορους. Και αυτό, τη στιγμή ακριβώς που τα αποτελέσματα της διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς (μαζική ανεργία, φτώχεια κλπ.) έχουν αυξήσει ριζικά τις ανάγκες σε κοινωνικές υπηρεσίες. Έτσι, οι σοσιαλφιλελεύθεροι, αντί ν' αυξήσουν τα φορολογικά βάρη των εύπορων στρωμάτων, με το διπλό στόχο να σταματήσει η μετατροπή του κράτους - πρόνοιας σε οργάνωση φιλόπτωχων και να μειωθεί η ανισότητα μέσω της συνακόλουθης αναδιανομής του εισοδήματος και πλούτου, προσπαθούν να εξαπατήσουν την κοινή γνώμη ότι δήθεν με την κατάργηση της καθολικότητας στοχεύουν στην ισότητα και στην κοινωνική δικαιοσύνη. Και όλα αυτά, πέρα βέβαια από το γεγονός ότι η κατάργηση της καθολικότητας, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, αναπόφευκτα οδηγεί στην ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών (υγεία, εκπαίδευση, ασφάλιση κλπ.).

Συμπέρασμα: ο Μπλερισμός δεν είναι παρά μια άσκηση μάρκετινγκ της ελίτ για να «πουλήσει» στα λαϊκά στρώματα ένα νεοφιλελευθερισμό με... χαμογελαστό πρόσωπο.


 

* Ο Τάκης Φωτόπουλος είναι συγγραφέας, επί 20ετία καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Βορείου Λονδίνου και διευθυντής του περιοδικού "Δημοκρατία και Φύση".