(Ομιλία σε συνέδριο του Πανεπιστημίου Πειραιά τον Μάη του 2003)


Οι Αντιτιθέμενες Απόψεις για την Παγκοσμιοποίηση και ο Μύθος του Τέλους της Παγκοσμιοποίησης

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

1. Η έννοια της παγκοσμιοποίησης

Πριν να συζητήσω το θέμα των αντιτιθέμενων απόψεων για την παγκοσμιοποίηση θα έπρεπε να κάνω μια μικρή εισαγωγή για να ξεκαθαρίσουμε τις έννοιες παγκοσμιοποίησης και διεθνοποίησης γιατί πολλή σχετική σύγχυση υπάρχει ακόμη και με την ορολογία. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν μιλούν για παγκοσμιοποίηση έχουν βέβαια κατά νου την οικονομική παγκοσμιοποίηση που είναι μόνο μία όψη (ή μία συνιστώσα) μολονότι βέβαια η κύρια της παγκοσμιοποίησης. Όμως, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει ακόμη για τεχνολογική, πολιτική, πολιτιστική και κοινωνική παγκοσμιοποίηση.

Έτσι, η τεχνολογική παγκοσμιοποίηση αναφέρεται στις νέες τηλεπικοινωνιακές τεχνολογίες, και στην επανάσταση της πληροφορικής (το ιντερνετ, για παράδειγμα αποτελεί μια από τις κύριες εκφράσεις αυτής της παγκοσμιοποίησης).

Η πολιτική παγκοσμιοποίηση αναφέρεται στην παρακμή του έθνους-κράτους (τουλάχιστον σε ότι αφορά την οικονομική κυριαρχία). Αναφέρεται όμως και στην άτυπη πολιτική διακυβέρνηση σε παγκόσμιο επίπεδο που έχει ήδη δημιουργηθεί με την ανάδυση μιας υπερεθνικής ελίτ, η οποία αποτελεί την συμπληρωματική πολιτική έκφραση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης

Η πολιτιστική παγκοσμιοποίηση αναφέρεται στην παρούσα ομογενοποίηση της κουλτούρας, όπως εκφράζεται για παράδειγμα από το γεγονός ότι σχεδόν οι πάντες στο σημερινό «παγκόσμιο χωριό» βλέπουν πάνω-κάτω τις ίδιες τηλεοπτικές σειρές και τις ίδιες βίντεο-ταινίες, καταναλώνουν ή ποθούν να καταναλώνουν τα ίδια προϊόντα κ.ο.κ.

Τέλος, η κοινωνική παγκοσμιοποίηση αναφέρεται στην ομογενοποίηση του σημερινού τρόπου ζωής ο οποίος βασίζεται σε μια ατομικιστική και καταναλωτική κουλτούρα.

Μολονότι αυτές οι όψεις (ή συνιστώσες) της παγκοσμιοποίησης είναι σε μεγάλο βαθμό αλληλένδετες, ωστόσο, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι είναι η οικονομική παγκοσμιοποίηση που καθορίζει τις άλλες συνιστώσες της. Πράγμα βέβαια αναμενόμενο εφόσον σε μια οικονομία της αγοράς το οικονομικό στοιχείο είναι το κυρίαρχο στοιχείο στην κοινωνία ένα γεγονός που δεν αποκλείει όμως την αυτονομία των άλλων στοιχείων. Με άλλα λόγια, η σχέση ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία είναι μια σχέση αυτονομίας και αλληλεξάρτησης. Έτσι, σε αυτήν την προβληματική, υπάρχει μια διαδικασία αλληλεπίδρασης, στην οποία η οικονομική παγκοσμιοποίηση προωθείται από την τεχνολογική παγκοσμιοποίηση αλλά επίσης την ενισχύει, η πολιτική παγκοσμιοποίηση είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, ενώ η κοινωνική και η πολιτιστική παγκοσμιοποίηση είναι οι αναπόφευκτες συνέπειες της οικονομικής παγκοσμιοποίησης.

Είναι λοιπόν φανερό ότι όταν μιλούν πολλοί για τα καλά της παγκοσμιοποίησης και αναφέρονται σε τεχνολογικές εξελίξεις όπως π.χ. το ιντερνετ, που μπορούν να το χρησιμοποιούν σήμερα οι ομάδες που μετέχουν στο κίνημα της αντιπαγκοσμιοποιησης για τον συντονισμό της δράσης τους, απλώς συγχέουν την οικονομική παγκοσμιοποίηση, η οποία έχει βασικά μόνο αρνητικά αποτελέσματα, με τις άλλες μορφές της. Θεωρώντας λοιπόν δεδομένο ότι η κύρια συνιστώσα, ή όψη, της παγκοσμιοποίησης είναι η οικονομική, ας δούμε τι εννοούμε με τον όρο αυτό γιατί και εδώ καλλιεργείται, ηθελημένα ή από άγνοια, μεγάλη σύγχυση είτε γιατί μερικοί θέλουν ν' αρνηθούν το φαινόμενο ως χίμαιρα ή ιδεολόγημα, είτε γιατι προτιμούν να το προσπεράσουν ως συνομωσία και κακή πολιτική.

Αρχικά, θα πρέπει να κάνουμε την βασική διάκριση μεταξύ της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και της διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς.

Η «παγκοσμιοποίηση» αναφέρεται στην περίπτωση μιας παγκόσμιας οικονομίας χωρίς σύνορα, στην οποία ο οικονομικός εθνικισμός έχει εξαλειφθεί και η ίδια η παραγωγή έχει διεθνοποιηθεί με την έννοια ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν γίνει α-κρατικά σώματα που εμπλέκονται σε έναν ενιαίο εσωτερικό καταμερισμό της εργασίας ο οποίος καλύπτει πολλές χώρες. Από την άλλη μεριά, η «διεθνοποίηση» αναφέρεται στην περίπτωση όπου οι αγορές μεν έχουν διεθνοποιηθεί, με την έννοια των ανοιχτών συνόρων για την ελεύθερη διακίνηση του κεφαλαίου και των εμπορευμάτων (και, εντός των οικονομικών μπλοκ όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και της εργασίας) αλλά τα έθνη-κράτη εξακολουθούν να υπάρχουν και να μοιράζονται την εξουσία με τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, σε ένα σύστημα στο οποίο ο ρόλος του κράτους περιορίζεται προοδευτικά στο να εξασφαλίζει ένα σταθερό πλαίσιο για την οικονομικά αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς. Είναι συνεπώς προφανές ότι η σημερινή μορφή της οικονομίας της αγοράς δεν μπορεί να περιγραφεί ως μια «παγκόσμια» οικονομία, εφόσον η παγκοσμιοποίηση, με την έννοια που ανάφερα, και κυρίως με την έννοια της παγκοσμιοποίησης της παραγωγής είναι ακόμη περιορισμένη. Γι' αυτό και σωστότερα θα έπρεπε να μιλάμε για την «διεθνοποίηση» παρά για την «παγκοσμιοποίηση» της οικονομίας της αγοράς.

Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η σημερινή οικονομία της αγοράς είναι πολύ διαφορετική από αυτήν του περασμένου αιώνα, ακόμη και από αυτήν που επικρατούσε μόλις πενήντα χρόνια πριν. Όπως θα επιχειρήσω να δείξω στη συνέχεια, η νέα μορφή της οικονομίας της αγοράς που έχει εγκαθιδρυθεί στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα περίπου, αντιπροσωπεύει μια δομική αλλαγή, την μετάβαση σε μια νέα μορφή νεωτερικότητας, δηλαδή την μετάβαση από την κρατικιστική στη νεοφιλελεύθερη νεωτερικότητα, και όχι απλώς μια αλλαγή στην οικονομική πολιτική, όπως υποστηρίζουν μερικοί. Με αυτήν την έννοια, η σημερινή παγκοσμιοποίηση (ή, σωστότερα, διεθνοποίηση) είναι πράγματι ένα νέο φαινόμενο, παρ’ όλο που είναι το αποτέλεσμα της δυναμικής της οικονομίας της αγοράς η οποία εγκαθιδρύθηκε δύο αιώνες πριν.

Τα δύο θεμελιακά χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν την σημερινή οικονομική παγκοσμιοποίηση είναι:

  • πρώτον, οι ανοικτές αγορές κεφαλαίου και εμπορευμάτων που καθιερώνονται καθολικά, (αν και με μερικές εξαιρέσεις ακόμη) από διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΠΟΕ και επιβάλλονται από οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και η ΔΤ και

  • δεύτερον οι ελαστικές αγορές εργασίας που επιβάλλονται από τους ίδιους οργανισμούς καθώς και από πολυμερείς συνθήκες όπως οι συνθήκες Μάαστριχ - Άμστερνταμ όσον αφορά την ΕΕ, ή οι συνθήκες που καθιέρωσαν την NAFTA. Τα άλλα χαρακτηριστικά της σημερινής οικονομικής παγκοσμιοποίησης (κατάργηση του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, ιδιωτικοποιήσεις, δραστική μείωση του κράτους πρόνοια, αναδιανομή του φορολογικού βάρους υπέρ των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων κ.λπ.) αποτελούν δευτερογενή χαρακτηριστικά που είναι συνέπεια των θεμελιακών χαρακτηριστικών που ανάφερα.

Ας δούμε όμως τώρα τις αντιτιθέμενες προσεγγίσεις για τον χαρακτήρα της παγκοσμιοποίησης.

2. Ο χαρακτήρας της παγκοσμιοποίησης

Η προφανής σύγχυση γύρω από τη φύση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης απορρέει από τις αλληλοσυγκρουόμενες απαντήσεις που δίνουν οι διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις στο καθοριστικό ερώτημα αν η παγκοσμιοποίηση είναι ένα φαινόμενο «συστημικής» φύσης, δηλαδή ένα φαινόμενο που ανάγεται στο ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, ή αν αντίθετα οφείλεται απλώς σε συνωμοσίες, κακές πολιτικές κ.λπ.

Αν δούμε την παγκοσμιοποίηση ως ένα «συστημικό» φαινόμενο, αυτό συνεπάγεται ότι τη θεωρούμε το αποτέλεσμα μιας ενδογενούς αλλαγής στην οικονομική πολιτική (δηλ. μιας αλλαγής που εκφράζει υπάρχουσες τάσεις οι οποίες αντανακλούν την δυναμική της οικονομίας της αγοράς). Σε αυτήν την περίπτωση, η σημερινή οικονομική παγκοσμιοποίηση, που όπως θα δείξω μόνο νεοφιλελεύθερη μπορεί να είναι μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς, είναι μη αντιστρέψιμη μέσα στο σύστημα αυτό. Ονομάζω συνεπώς «συστημικές» όλες εκείνες τις προσεγγίσεις στην παγκοσμιοποίηση οι οποίες, για να την ερμηνεύσουν, αναφέρονται στα δομικά χαρακτηριστικά του υπάρχοντος κοινωνικό-οικονομικού συστήματος, είτε σιωπηρά είτε ρητά.

Από την άλλη μεριά, αν δούμε την παγκοσμιοποίηση ως ένα «μη συστημικό» φαινόμενο, αυτό συνεπάγεται ότι τη βλέπουμε ως το αποτέλεσμα μιας εξωγενούς αλλαγής στην οικονομική πολιτική. Σε αυτήν την περίπτωση, η παγκοσμιοποίηση είναι μια αντιστρέψιμη εξέλιξη, ακόμη και μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Ονομάζω συνεπώς «μη συστημικές» όλες εκείνες τις προσεγγίσεις στην παγκοσμιοποίηση οι οποίες, για να την ερμηνεύσουν, αναφέρονται σε διάφορους εξωγενείς παράγοντες που δεν είναι άμεσα συνδεδεμένοι με τα δομικά χαρακτηριστικά και τη δυναμική του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Στην ίδια κατηγορία μπορούμε ακόμη να κατατάξουμε όλες εκείνες τις αντιλήψεις για τις οποίες η παγκοσμιοποίηση είναι απλώς ένας μύθος ή μια ιδεολογία.

Με βάση το παραπάνω κριτήριο, οι νεοφιλελεύθερες και σοσιαλ-φιλελεύθερες προσεγγίσεις στην παγκοσμιοποίηση πρέπει να ιδωθούν ως «συστημικές» προσεγγίσεις εφόσον τη βλέπουν ως ένα φαινόμενο που οφείλεται κυρίως σε αλλαγές στην τεχνολογία και ειδικότερα στην τεχνολογία της πληροφορικής. Δεδομένου όμως ότι η τεχνολογία δεν είναι ούτε «ουδέτερη» ούτε αυτόνομη, όταν οι νεοφιλελεύθεροι και οι σοσιαλ-φιλελεύθεροι θεωρούν δεδομένη την υπάρχουσα τεχνολογία, και συνεπώς μη αντιστρέψιμη μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς, σιωπηρά ανάγουν την παγκοσμιοποίηση σε «συστημικούς» παράγοντες, και, συνακόλουθα, τη θεωρούν κι αυτή δεδομένη και μη αντιστρέψιμη.

Αντίστοιχα, η προσέγγιση της Περιεκτικής Δημοκρατίας, η οποία δέχεται ρητά πως είναι η δυναμική του συστήματος της οικονομίας της αγοράς (που συνοψίζεται στο «αναπτυξη-ή-θανατος») η οποία, αναπόφευκτα, οδήγησε στην σημερινή νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποιημένη μορφή της, είναι επίσης μια συστημική προσέγγιση, μολονότι για διαφορετικούς λόγους από αυτούς που προβάλλουν οι σοσιαλφιλελευθεροι και νεοφιλελεύθεροι οι οποίοι, σε αντίθεση με την προσέγγιση της Περιεκτικής Δημοκρατίας, θεωρούν το υπάρχον σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεδομένο. Η συνέπεια είναι ότι ενώ οι νεο/σοσιαλ-φιλελεύθερες προσεγγίσεις υιοθετούν την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, με ή χωρίς επιφυλάξεις, η προσέγγιση της Περιεκτικής Δημοκρατίας αναζητά μια εναλλακτική μορφή κοινωνικής οργάνωσης, που συνεπάγεται μια μορφή παγκοσμιοποίησης που δεν είναι εφικτή μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της κρατικιστικής «δημοκρατίας». Με άλλα λόγια, για την προσέγγιση της Περιεκτικής Δημοκρατίας, η παγκοσμιοποίηση είναι μη αντιστρέψιμη, καθώς κανένας αποτελεσματικός έλεγχος πάνω στις αγορές με στόχο την προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος δεν είναι εφικτός μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.

Από την άλλη μεριά, οι προσεγγίσεις που προτείνονται από τη ρεφορμιστική Αριστερά θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως «μη συστημικές» προσεγγίσεις στην παγκοσμιοποίηση. Χρησιμοποιώ τον όρο «ρεφορμιστική Αριστερά» για να συμπεριλάβω το σύνολο των διανοουμένων, κινημάτων και πολιτικών κομμάτων στην Αριστερά που υιοθετούν μια «μη συστημική» προσέγγιση στην παγκοσμιοποίηση, σύμφωνα με την οποία η παγκοσμιοποίηση οφείλεται σε εξωγενείς αλλαγές στην οικονομική πολιτική, και, ως τέτοια, είναι αντιστρέψιμη ακόμη και εντός του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Επομένως, η ρεφορμιστική Αριστερά περιλαμβάνει όλους εκείνους που θεωρούν δεδομένο το παρόν σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και είτε προτείνουν διάφορες μεταρρυθμίσεις για να βελτιωθεί η λειτουργία της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς (π.χ. να εξαλειφθεί ο μονοπωλιακός χαρακτήρας της, να καταργηθεί η νεοφιλελεύθερη απορύθμιση των αγορών, φόρος Τομπιν κ.ο.κ.), είτε απλώς επικρίνουν τις συνέπειες της, χωρίς όμως να προτείνουν κάποια εναλλακτική μορφή κοινωνικής οργάνωσης, υιοθετώντας δηλαδή, ρητά η σιωπηρά, την μεταμοντέρνα απόρριψη κάθε «συνολικού» προτάγματος (universalism).

Έτσι, παρ’ όλο που αυτές οι προσεγγίσεις συνήθως υποθέτουν ότι η παγκοσμιοποίηση είναι ένα παλιό φαινόμενο, που τέθηκε σε κίνηση από την ανάδυση του καπιταλισμού μια υπόθεση η οποία εκ πρώτης όψεως δίνει την εντύπωση ότι αναγνωρίζουν το συστημικό χαρακτήρα των τάσεων που έχουν οδηγήσει στην παγκοσμιοποίηση αποδίδουν έναν ρητά μη συστημικό χαρακτήρα σ’ αυτήν. Το επιχείρημα που χρησιμοποιείται συχνά για να ξεπεραστεί αυτή η κραυγαλέα αντίφαση είναι ότι το καπιταλιστικό σύστημα ήταν πάντοτε παγκοσμιοποιημένο και αυτό που άλλαξε προσφάτως ήταν μόνο η μορφή της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, αυτή η αλλαγή στη μορφή της παγκοσμιοποίησης δεν εκλαμβάνεται ως το αποτέλεσμα της δυναμικής του συστήματος (όπως θα περίμενε κανείς με βάση την υπόθεσή τους ότι η παγκοσμιοποίηση είναι ένα παλιό φαινόμενο), αλλά απλώς ως το αποτέλεσμα μη συστημικών ή εξωγενών εξελίξεων, όπως η άνοδος της Δεξιάς και/ή του νεοφιλελεύθερου κινήματος, η ιστορική ήττα της Αριστεράς μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ο εκφυλισμός της σοσιαλδημοκρατίας κ.ο.κ. Έτσι, με βάση εντελώς αντιφατικά επιχειρήματα αυτού του είδους, η ρεφορμιστική Αριστερά θεωρεί την παγκοσμιοποίηση αντιστρέψιμη και δεκτική σε αποτελεσματικές μεταρρυθμίσεις, ακόμη και μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς αρκεί να ασκηθεί αρκετή πίεση «από τα κάτω» ώστε οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ να υποχρεωθούν να εισαγάγουν αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος.

Τέλος, ανάμεσα στις συστημικές και μη συστημικές προσεγγίσεις που ανέφερα βρίσκεται ένας αριθμός ενδιάμεσων προσεγγίσεων που χαρακτηρίζονται από ένα μείγμα συστημικών και μη συστημικών στοιχείων και έναν σημαντικό αριθμό αναλυτικών διαφορών σε σχέση με τις συνηθισμένες προσεγγίσεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς. Εδώ θα μπορούσαμε να κατατάξουμε δυο πολύ πρόσφατες νεο-ορθόδοξες Μαρξιστικές προσεγγίσεις, την προσέγγιση της υπερεθνικής καπιταλιστικής τάξης του Leslie Clair και την αντίληψη της παγκοσμιοποίησης ως «αυτοκρατορίας» των Toni Negri και Michael Hardt που είναι μάλιστα ιδιαίτερα της μόδας μετά την μαζική προβολή του βιβλίου από τα ΜΜΕ ως το νέο «κομμουνιστικό μανιφέστο» κ.λπ. Ακόμη, εδώ θα κατατάσσαμε την οικο-φεμινιστική προσέγγιση και μια προσφάτως αναπτυχθείσα αναρχο-συνδικαλιστική προσέγγιση.

Το ενδιαφέρον στοιχείο των νεο-Μαρξιστικών προσεγγίσεων όπως αυτές του Leslie Sclair[1] και των Michael Hardt and Antonio Negri[2] είναι η σκληρή κριτική που ασκούν κατά της ρεφορμιστικής Αριστεράς στη βάση του ότι η τελευταία όχι μόνο δεν βλέπει το προφανές γεγονός ότι οι διάφορες διαδικασίες παγκοσμιοποίησης που λαμβάνουν χώρα αυτή τη στιγμή είναι πραγματικές, αλλά ακόμη χαρακτηρίζει ανόητα την παγκοσμιοποίηση ως ένα είδος ιδεολογίας, αν όχι έναν μύθο, ή χίμαιρα. Αντίθετα, η προσέγγιση της υπερεθνικής καπιταλιστικής τάξης βλέπει την παγκοσμιοποίηση ως ένα νέο φαινόμενο που αποτελεί συνέπεια μιας σειράς τεχνολογικών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών-ιδεολογικών καινοτομιών. Ο βασικός παράγοντας που προκάλεσε όλες αυτές τις αλλαγές, σύμφωνα με την άποψη αυτή, ήταν η ανάδυση, στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, των πολυεθνικών επιχειρήσεων, οι οποίες διαφέρουν ριζικά από τις επιχειρήσεις του παρελθόντος. Αντίστοιχα, οι Hardt και Negri υποστηρίζουν ότι η σημερινή παγκοσμιοποίηση δεν καθιερώνει κάποιο εδαφικό κέντρο εξουσίας, ούτε στηρίζεται σε σταθερά σύνορα. Είναι ένας αποκεντρωμένος μηχανισμός εξουσίας που προοδευτικά ενσωματώνει το σύνολο του πλανητικού χώρου μέσα στα ανοικτά και συνεχώς επεκτεινόμενα σύνορα του. Πράγμα που αποκλείει τις αντιλήψεις περί «κακής» Αμερικής και της «καλής» Ευρώπης που προωθεί η ρεφορμιστική Αριστερά.

Το περίεργο όμως είναι ότι παρά τις σωστές αυτές υποθέσεις για την φύση της παγκοσμιοποίησης θέσεις που υποστήριζε από καιρό η προσέγγιση της Περιεκτικής Δημοκρατίας και οι δυο αυτές προσεγγίσεις καταλήγουν σε ρεφορμιστικά συμπεράσματα. Οι Hardt και Negrι μάλιστα προχωρούν ένα βήμα περισσότερο και θεωρούν την παγκοσμιοποίηση ευπρόσδεκτη, ως μια «αντικειμενική» βάση στην οποία θα μπορούσε να κτιστεί μια (ασαφής) «εναλλακτική παγκοσμιοποίηση». Η θέση βέβαια αυτή δεν είναι τόσο περίεργη εφόσον βασίζεται στην ιδέα της Προόδου που έμμεσα υιοθετούν οι συγγραφείς. Όμως σήμερα ελάχιστοι δέχονται πιά την ιδέα της Προόδου που συνεπάγεται επίσης την υιοθέτηση τέτοιων «προοδευτικών» συμπερασμάτων όπως το Μαρξιστικό συμπέρασμα για τον δήθεν «προοδευτικό» ρόλο της αποικιοκρατίας, ή το αντίστοιχο αναρχικό συμπέρασμα ότι το κράτος είναι ένα «κοινωνικά αναγκαίο κακό». Ούτε είναι βέβαια καθόλου περίεργο, με βάση την αντίληψη της διαδικασίας Προόδου, ότι οι συγγραφείς καταλήγουν σε αιτήματα όπως η επιστροφή σε κάποιο είδος διεθνούς κρατισμού που θα έλεγχε τη παγκοσμιοποίηση εξασφαλίζοντας την ελεύθερη κίνηση εργασίας, ένα κοινωνικό μισθό και εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα για όλους, ελεύθερη πρόσβαση στις πηγές γνώσης, πληροφοριών και επικοινωνιών κ.λπ.

Αλλά ας εξετάσουμε πιο λεπτομερώς τις κύριες θεωρητικές προσεγγίσεις στην παγκοσμιοποίηση στον λίγο χρόνο που μας μένει.

3. Θεωρητικές προσεγγίσεις στην παγκοσμιοποίηση

Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση

Οι νεοφιλελεύθεροι, στους οποίους συγκαταλέγονται οι περισσότεροι ορθόδοξοι οικονομολόγοι, τα συντηρητικά κόμματα και οι κύριοι διεθνείς θεσμοί όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΠΟΕ κ.λπ., υιοθετούν μια ανεπιφύλακτα θετική στάση προς την παγκοσμιοποίηση.[3] Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, η παγκοσμιοποίηση είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα τεχνολογικών και οικονομικών αλλαγών που δημιούργησαν την ανάγκη για το άνοιγμα των αγορών, το ελεύθερο εμπόριο και την ελεύθερη διακίνηση του κεφαλαίου (αλλά όχι της εργασίας), τις ιδιωτικοποιήσεις, τις ελαστικές αγορές εργασίας, καθώς και το δραστικό περιορισμό του κράτους πρόνοιας και του οικονομικού ρόλου του κράτους γενικότερα. Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης κηρύσσουν ότι η παγκοσμιοποίηση είναι ευεργετική για όλους, καθώς και για το περιβάλλον, επειδή δήθεν επιτρέπει την ανάπτυξη του υγιούς ανταγωνισμού και, συνεπώς, οδηγεί σε βελτίωση της αποτελεσματικότητας και στην διάδοση όχι μόνο της γνώσης, αλλά επίσης των αγαθών της ανάπτυξης, μέσω αυτού που ονομάζουν «φαινόμενο της διάχυσης προς τα κάτω».

Ωστόσο, τα δεδομένα των τελευταίων 25 χρόνων περίπου δείχνουν ότι όσο πιο ανοικτές και ελαστικές γίνονται οι αγορές τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο βαθμός συγκέντρωσης του εισοδήματος και του πλούτου σε λίγα χέρια. Έτσι, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του ΟΗΕ, το εισοδηματικό χάσμα ανάμεσα στο 1/5 του παγκόσμιου πληθυσμού που κατοικεί στις πλουσιότερες χώρες και στο 1/5 που κατοικεί στις φτωχότερες, το οποίο ήταν 30 προς 1 το 1960 προτού ξεκινήσει η σημερινή παγκοσμιοποίηση, όταν αρχισε να φουντώνει η παγκοσμιοποίηση τη δεκαετία του ’70 άρχισε να διευρύνεται απότομα και μέχρι το 1990 είχε διπλασιαστεί φτάνοντας το 60 προς 1, ενώ το 1997 έφτασε το 74 προς 1[4] και οι ενδείξεις είναι ότι διευρύνεται συνεχώς. Ως αποτέλεσμα αυτών των τάσεων, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990, το πλουσιότερο 20% του παγκόσμιου πληθυσμού κατείχε το 86% του παγκόσμιου Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος έναντι του 1% που κατείχε το φτωχότερο 20%! Βέβαια, τέτοια συγκέντρωση συνεπάγεται μια αντίστοιχη συγκέντρωση οικονομικής δύναμης, κάτι που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το ίδιο 1/5 των προνομιούχων ελέγχει σήμερα το 82% των παγκόσμιων εξαγωγών και το 68% των ξένων άμεσων επενδύσεων.[5] Είναι συνεπώς ξεκάθαρο, και μπορεί επίσης να δειχθεί θεωρητικά χρησιμοποιώντας τη ριζοσπαστική οικονομική θεωρία, αλλά ακόμη και τμήματα της ορθόδοξης θεωρίας, ότι η συγκέντρωση εισοδήματος, πλούτου και οικονομικής δύναμης ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του ανοίγματος και της απελευθέρωσης των αγορών, που αποτελούν την ουσία της παγκοσμιοποίησης.

Όσον αφορά στα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης στο περιβάλλον, λίγοι αμφιβάλλουν για την αρνητική φύση αυτών των αποτελεσμάτων. Είναι πια ευρέως αποδεκτό ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου, το οποίο είναι το κύριο σύμπτωμα της οικολογικής κρίσης σήμερα, οδηγεί ήδη σε καταστροφικές κλιματικές συνέπειες.[6] Ωστόσο, δεν είναι απλώς η αντίσταση κάποιων ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων που, όπως υποστηρίζουν οι σοσιαλδημοκράτες, εμποδίζει τις πολιτικές ελίτ να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα αντιμετώπισης του προβλήματος. Στην πραγματικότητα, τα αποτελεσματικά μέτρα ενάντια στο φαινόμενο του θερμοκηπίου θα απαιτούσαν πλήρη αλλαγή στο σημερινό τρόπο ζωής, εκτός από τη δυνατότητα επιβολής αποτελεσματικών ελέγχων στις αγορές. Αυτός ο τρόπος έχει καθοριστεί από τη δυναμική της οικονομίας της αγοράς και, ιδιαίτερα, τη συγκέντρωση εισοδήματος και πλούτου τόσο μεταξύ χωρών όσο και στο εσωτερικό τους και την συνακόλουθη αστική συγκέντρωση, καθώς και την κουλτούρα του καταναλωτισμού γενικά και του αυτοκινήτου ειδικότερα. Ένα σύμπτωμα της ίδιας διαδικασίας συγκέντρωσης είναι η βιομηχανική γεωργία, η οποία έχει ήδη οδηγήσει όχι μόνο στην εξόντωση των μικρών αγροτών και στην ανάγκη για επιπλέον εκβιομηχάνιση της γεωργίας μέσω της γενετικής μηχανικής (δήθεν για να λυθεί η τροφική κρίση που διαγράφεται λόγω της αύξησης του πληθυσμού), αλλά επίσης στην μετάδοση ασθενειών όπως η ασθένεια των «τρελών αγελάδων». Είναι συνεπώς ξεκάθαρο ότι οι περιβαλλοντικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης οφείλονται σε συστημικό αίτια, που αναφέρονται στο σύστημα συγκέντρωσης δύναμης που επιφέρουν οι ανοικτές και ελεύθερες αγορές, οι οποιες αποτελούν την πεμπτουσία της παγκοσμιοποίησης.

Η σοσιαλ-φιλελεύθερη προσέγγιση
Οι σοσιαλ-φιλελεύθεροι, στους οποίους συγκαταλέγονται οι κεντρο-αριστερές κυβερνήσεις στην Ευρώπη και την Αυστραλασία, καθώς και κοινωνιολόγοι και οικονομολόγοι όπως ο Anthony Giddens, ο Amartya Sen, ο Paul Krugman και άλλοι, υιοθετούν την σημερινή παγκοσμιοποίηση με λίγες επιφυλάξεις, οι οποίες ισοδυναμούν με κάτι ελάχιστα παραπάνω από μια «παγκοσμιοποίηση με ανθρώπινο πρόσωπο». Υπάρχουν πολλές εκδοχές αυτής της προσέγγισης, αλλά το κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις εκδοχές είναι ότι όλες τους υιοθετούν τη θέση ότι η παγκοσμιοποίηση είναι συγχρόνως ένα νέο και μη αντιστρέψιμο φαινόμενο (δηλ. ένα συστημικό φαινόμενο) και, σε συνέπεια με τη θέση αυτή, διερευνούν τρόπους να την κάνουν πιο «ανθρώπινη». Η ρητή ή κάποιες φορές σιωπηρή παραδοχή που κάνουν οι σοσιαλ-φιλελεύθεροι είναι ότι κάθε επιστροφή στον κρατισμό, σαν αυτόν που χαρακτήριζε τις προηγμένες οικονομίες της αγοράς μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, είναι αδύνατη.

Έτσι, μια εκδοχή αυτής της προσέγγισης που υποστηρίζεται από θεωρητικούς όπως ο Anthony Giddens, ο πατέρας του «Τρίτου Δρόμου»,[7] μιλάει για «την ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας» έχοντας εγκαταλείψει στη διαδικασία τις βασικές δεσμεύσεις της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας, δηλ. την άμεση κρατική παρέμβαση για να εξασφαλιστούν υψηλά επίπεδα απασχόλησης, κοινωνική πρόνοια και ισότητα. Ωστόσο, τα «οφέλη» των πολιτικών του «Τρίτου Δρόμου» έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται στη Βρετανία, όπου τέτοιες πολιτικές είναι σε πλήρη ισχύ από την άνοδο της «Νέας Εργατικής» κυβέρνησης του Μπλέρ το 1997. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, κατά τη «Νέα Εργατική» διακυβέρνηση, έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση στο πελώριο χάσμα που δημιούργησαν οι συντηρητικές κυβερνήσεις στη δεκαετία του 1980 και στην αρχή της δεκαετίας του 1990. Ετσι, τα εισοδήματα των πλουσίων έχουν μεγαλώσει τρεις φορές πιο γρήγορα από αυτά των φτωχών στη διάρκεια της περιόδου διακυβέρνησης του Blair,[8] ενώ η Βρετανία εξακολουθεί να έχει τα χειρότερα σχεδόν επίπεδα παιδικής φτώχειας στον βιομηχανοποιημένο κόσμο.[9]

Μια άλλη εκδοχή της ίδιας προσέγγισης υποστηρίζεται από τον Amartya Sen, ο οποίος είναι ένθερμος υποστηρικτής της οικονομίας της αγοράς και του ελεύθερου εμπορίου. Ο Sen τονίζει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε θεμελιακή σύγκρουση ανάμεσα στην οικονομική παγκοσμιοποίηση (την οποία βλέπει ευνοϊκά) και την προώθηση της δημοκρατίας και της ευημερίας.[10] Για τον Sen, το πρόβλημα δεν είναι το ελεύθερο εμπόριο και η οικονομία της αγοράς, αλλά η ανισότητα στην παγκόσμια δύναμη, η οποία ωστόσο πιστεύει ότι μπορεί να ελεγχθεί επαρκώς από τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, που θα μπορούσαν να παίξουν τον ρόλο θεσμό-φύλακα για τον έλεγχο της ανισότητας, του κατά πόσο το εμπόριο είναι δίκαιο κ.λπ![11] Ωστόσο, δεν χρειάζεται να είναι κανείς κάτοχος βραβείου Νόμπελ στα οικονομικά για να καταλάβει την ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της επιτάχυνσης της παγκοσμιοποίησης την τελευταία δεκαετία και της αύξησης στη συγκέντρωση οικονομικής (και συνεπώς πολιτικής) δύναμης, που φανερώνει, για παράδειγμα, το γεγονός ότι οι πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο υπερ-διπλασίασαν την καθαρή περιουσία τους μέσα σε πέντε μόλις χρόνια, από το 1994 μέχρι το 1999. Ως αποτέλεσμα, το 1999, το συνολικό ετήσιο εισόδημα 582 εκ. ανθρώπων σε όλες τις «αναπτυσσόμενες» χώρες μαζί ήταν μόλις το 10% του συνδυασμενου πλουτου 200 ανθρώπων.[12]

Οι «μη συστημικές» προσεγγίσεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς

Η ρεφορμιστική Αριστερά περιλαμβάνει μετα-Μαρξιστές, σοσιαλδημοκράτες και άλλους στην ευρεία Αριστερά (π.χ. Pierre Bourdieu, Immanuel Wallerstein, Noam Τσόμσκι, Samir Amin, John Gray, Leo Panitch κ.α.). Υπάρχουν αρκετές προσεγγίσεις που θα μπορούσαμε να κατατάξουμε στη κατηγορία της ρεφορμιστικής Αριστεράς, που ολες τους όμως μοιράζονται ένα κοινό στοιχείο: σε αντίθεση με τους πολύ πιο ρεαλιστές σοσιαλ-φιλελεύθερους, οι προσεγγίσεις αυτές υιοθετούν τη θέση ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι ένα νέο φαινόμενο αλλά κάτι που ήδη υπήρχε στην αρχή του περασμένου αιώνα και, στη συνέχεια, προχωρούν στη διερεύνηση τρόπων να αντισταθούν σ’ αυτή χωρίς βέβαια να αμφισβητούν το συστημικό πλαίσιο, προτείνοντας εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Η αρνητική τους στάση σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση στηρίζεται στη θέση ότι, πέρα από τις δυσμενείς συνέπειές της πάνω στην εργασία και το περιβάλλον, είναι επιπλέον ασύμβατη με την σημερινή «δημοκρατία». Η ρητή ή κάποιες φορές σιωπηρή υπόθεση που μοιράζεται η ρεφορμιστική Αριστερά είναι ότι μια επιστροφή σε ένα είδος κρατισμού είναι ακόμη δυνατή σήμερα πράγμα καθόλου περίεργο εφόσον θεωρούν την σημερινή παγκοσμιοποίηση ως απλώς το προϊόν νεοφιλελεύθερων πολιτικών (αν όχι μια ιδεολογία για να δικαιολογηθεί ο νεοφιλελευθερισμός), και όχι ως το αποτέλεσμα μιας θεμελιώδους δομικής αλλαγής.

Έτσι, ο Bourdieu, ξεκινώντας με την υπόθεση ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια ουτοπία που επιβλήθηκε κύρια από την Αμερικανική ελίτ, συμπεραίνει ότι πρέπει να στραφούμε στο «έθνος-κράτος, ή ακόμη καλύτερα στο υπερεθνικό κράτος ένα ευρωπαϊκό κράτος στο δρόμο προς ένα παγκόσμιο κράτος που θα είναι ικανό να ελέγχει και να φορολογεί αποτελεσματικά τα κέρδη που αποφέροντα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και, πάνω απ’ όλα, να εξουδετερώνει τον καταστροφικό αντίκτυπο που έχουν οι τελευταίες πάνω στην αγορά εργασίας».[13] Στην προβληματική του, «η παγκοσμιοποίηση είναι περισσότερο ένα πολιτικό πρόταγμα παρά μια οικονομική πραγματικότητα»[14], μια πολιτική δηλαδή που στοχεύει στο να επεκτείνει σε ολόκληρο τον κόσμο το Αμερικανικό οικονομικό μοντέλο.[15]

 

Ανάλογη είναι η στάση που υιοθετείται από ορισμένους συγγραφείς στην ρεφορμιστική Αριστερά, όπως ο Leo Panitch,[16] ο N. Chomsky[17] και άλλους, οι οποίοι επίσης υποστηρίζουν επίσης ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι κάτι το καινούργιο και ότι αντιπροσωπεύει κατά βάση ένα είδος νεοφιλελεύθερης συνωμοσίας Αμερικανικής προέλευσης, ο στόχος της οποίας είναι να προωθήσει τα συμφέροντα του μονοπωλιακού καπιταλισμού των ΗΠΑ. Η συμβουλή τους στο «κίνημα» κατά της παγκοσμιοποίησης είναι να ασκήσει μέγιστη πίεση πάνω στις ελίτ, έτσι ώστε το έθνος-κράτος να αναγκαστεί να αντισταθεί στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Παρόμοια, ο Immanuel Wallerstein[18] υιοθετεί ρητά την εξωγενή (αν όχι ιδεολογική) φύση της σημερινής παγκοσμιοποίησης. Τέλος, μια ακόμη εκδοχή, που υποστηρίζεται από σοσιαλδημοκράτες όπως ο καθηγητής της LSE John Gray[19], διακηρύσσει το τέλος της παγκοσμιοποίησης, ακολουθώντας το παράδειγμα του Eric Hobsbawm, του «πρύτανη» των Μαρξιστών ιστορικών, ο οποίος, ήδη από το 1998, διακήρυσσε το τέλος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης![20]

 

Το κοινό συμπέρασμα όλων των αναλυτών στην ρεφορμιστική Αριστερά (που υιοθετεί και το κύριο σώμα του «κινήματος» κατά της παγκοσμιοποίησης), είναι ότι η πίεση «από τα κάτω» θα μπορούσε να αντιστρέψει τη «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση», ή τουλάχιστον, να υποχρεώσει τις σοσιαλ-φιλελεύθερες κυβερνήσεις να «επαναδιαπραγματευτούν» τους κανόνες της, και, ιδιαίτερα, τους κανόνες που καθορίζουν τη λειτουργία διεθνών θεσμών όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου θέση που υποστηρίζουν για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, οι Pierre Bourdieu[21], Samir Amin[22] κ.λπ. Ίσως η πιο συστηματική έκθεση αυτών των επιχειρημάτων μέχρι σήμερα βρίσκεται στη μελέτη των Paul Hirst και Grahame Thompson,[23] που εξέτασα λεπτομερώς στο βιβλιο μου για την Παγκοσμιοποίηση.[24]

 

Η προσέγγιση της Περιεκτικής Δημοκρατίας

 

Σύμφωνα με την προσέγγιση της Περιεκτικής Δημοκρατίας, η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς είναι μια διαδικασία που τέθηκε σε κίνηση μαζί με την ανάδυση της ίδιας της οικονομίας της αγοράς. Επομένως, αν και είναι αλήθεια ότι σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς προωθείτο ενεργά από τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, εν όψει ιδιαίτερα της επέκτασης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στον Τρίτο Κόσμο, ωστόσο, αυτή η διεθνοποίηση ήταν κυρίως το αποτέλεσμα «αντικειμενικών» παραγόντων που σχετίζονταν με τη δυναμική της οικονομίας της αγοράς. Οι «υποκειμενικοί» παράγοντες, με τη μορφή της κοινωνικής πάλης, έπαιξαν έναν παθητικό ρόλο σε σχέση με αυτήν την εντεινόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς, ιδιαίτερα μετά την σημαντική υποχώρηση του εργατικού κινήματος που ακολούθησε την συρρίκνωση για τεχνολογικούς λόγους της εργατικής τάξης. Με αυτήν την έννοια, οι αλλαγές στις πολιτικές των μεγάλων διεθνών θεσμών (ΔΝΤ, ΠΟΕ, ΠΤ κ.λπ.) και οι αντίστοιχες αλλαγές στις εθνικές πολιτικές, που στόχευαν στο άνοιγμα και την απελευθέρωση των αγορών, ήταν «ενδογενείς», δηλαδή αντανακλούσαν και θεσμοποιούσαν υπάρχουσες τάσεις της οικονομίας της αγοράς, και όχι εξωγενείς, όπως υποστηρίζουν όσοι ανήκουν στη ρεφορμιστική Αριστερά.

 

Επομένως, στην προβληματική της Περιεκτικής Δημοκρατίας, η ανάδυση της νεοφιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς είναι βασικά η συνέπεια αυτής της δυναμικής διαδικασίας και όχι το αποτέλεσμα συνωμοσιών, ή των πολιτικών των μοχθηρών νεοφιλελεύθερων κομμάτων και/ή των διεφθαρμένων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, όπως ισχυρίζονται πολλοί στην Αριστερά. Αντιπροσωπεύει, στην πραγματικότητα, την ολοκλήρωση της διαδικασίας αγοραιοποίησης, που απλώς διακόπηκε από την άνοδο του κρατισμού στη δεκαετία του 1930 ο οποίος ωστόσο κατέρρευσε στη δεκαετία του 1970, όταν έγινε φανερό ότι το είδος κρατικής παρέμβασης στην αγορά που σφράγισε την κρατικιστική περίοδο της αγοραιοποίησης δεν ήταν πια συμβατό με τη νέα διεθνοποίηση που αναδύθηκε την ίδια εποχή. Αυτό το θεμελιακό γεγονός είχε ως συνέπεια, στο πολιτικό επίπεδο, το τέλος της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης, η οποία σφράγισε την πρώιμη μεταπολεμική περίοδο.

 

Η σημερινή όμως νεοφιλελεύθερη μορφή της νεωτερικότητας δεν αποτελεί απλώς επιστροφή στην φιλελεύθερη μορφή της αλλα αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα μια νέα σύνθεση της παλιάς φιλελεύθερης μορφής της νεωτερικότητας από τη μια μεριά και της κρατικιστικής μορφής της, από την άλλη μια σύνθεση στην οποία η ουσιαστικά φιλελεύθερη αυτορυθμιζόμενη αγορά εντάσσεται σε ένα σύστημα κρατικών ελέγχων για την εξασφάλιση ενός ελαχίστου επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης ζωής και του περιβάλλοντος. Έτσι, το γεγονός ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές υποστηρίζονται σήμερα, με ασήμαντες αποκλίσεις, τόσο από κέντρο-δεξιά όσο και από κέντρο-αριστερά κόμματα στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση, και ότι τα βασικά στοιχεία του νεοφιλελευθερισμού έχουν ενσωματωθεί στις στρατηγικές των διεθνών θεσμών, μέσω των οποίων η υπερεθνική ελίτ ελέγχει την παγκόσμια οικονομία (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ, ΕΕ, NAFTA κ.λπ.), κάνει ξεκάθαρο το γεγονός ότι η νέα συναίνεση αντανακλά επακριβώς τις ριζικές δομικές αλλαγές που προκάλεσε η ανάδυση της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.

4. Ο μύθος του τέλους της παγκοσμιοποίησης

Τέλος, πολύ λίγα λόγια για τον νέο μύθο που αναπτύχθηκε πρόσφατα σε μερικούς κύκλους για το δηθεν τέλος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Βασική αφορμη για τη γέννηση του μύθου αυτού ήταν το γεγονός ότι η κυβέρνηση Bush, με αφορμή το ξέσπασμα της ύφεσης στην Αμερικανική οικονομία, άρχισε να μιλά για τον ρόλο του κράτους και να προτείνει νομοθετικά μέτρα για την τόνωση της οικονομίας, πράγμα που οδήγησε την παγκόσμια ρεφορμιστική Αριστερά και τα εδώ παραρτήματα της[25] να ονειρεύονται την επιστροφή στον Κεϋνσιανισμό και το τέλος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης! Γρήγορα όμως προσγειώθηκαν όταν ακόμη και σοσιαλ-φιλελεύθεροι οικονομολόγοι όπως ο Paul Krugman[26] αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ότι τα μέτρα τόνωσης της οικονομίας ουσιαστικά απέβλεπαν στην παραπέρα τόνωση των εισοδημάτων της οικονομικής ελίτ, μέσω των περικοπών των φόρων στα εισοδήματα των προνομιούχων και των χρηματοδοτήσεων των επιχειρήσεων που κινδύνευαν από την ύφεση.

Με άλλα λόγια δηλαδή, η κυβέρνηση Bush απλώς εφάρμοζε πιστά τις συνταγές της οικονομικής πολιτικής που είναι συμβατή με την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση συνταγές που ελάχιστη σχέση έχουν με τον Κεϋνσιανισμό ο οποιος εφαρμοζόταν στη περίοδο της άνθισης του σοσιαλδημοκρατικού κρατισμού, δηλαδή τα πρώτα τριάντα περίπου χρόνια μετά τη λήξη του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου. Ενώ δηλαδή ο σοσιαλδημοκρατικός Κεϋνσιανισμός πρόβλεπε την ενεργό επέμβαση στη συνολική ζήτηση, μέσω της αύξησης των δημοσίων (και κυρίως των κοινωνικών) δαπανών που συνήθως χρηματοδοτούντο από τον δανεισμό, ο «Κεϋνσιανισμός-μαϊμού» που εφαρμόζει σήμερα όχι μόνο η κυβέρνηση Bush, αλλά και όλες οι σοσιαλφιλελευθερες κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Στόχος δεν είναι η τόνωση της ζήτησης αλλά η ενίσχυση της προσφοράς μέσω μέτρων που στοχεύουν να ενισχύσουν αυτούς που ελέγχουν την παραγωγή και τις επενδύσεις, δηλαδή την οικονομική ελίτ. Αυτό σημαίνει μείωση των φόρων πάνω στα εισοδήματα τους (πράγμα που συνεπάγεται συνήθως αντίστοιχη μείωση των δημόσιων δαπανών και κυρίως των κοινωνικών), ώστε να παρακινούνται να κάνουν μεγαλύτερες επενδύσεις, μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και ελαστικές αγορές εργασίας (ώστε να μειώνεται το κόστος παραγωγής), συμπίεση του πληθωρισμού και των επιτοκίων (ώστε να απολαμβάνουν «φθηνότερο χρήμα» όταν επενδύουν), ιδιωτικοποιήσεις (ώστε να αυξάνονται οι επενδυτικές ευκαιρίες τους), κ.λπ. Αυτά είναι όμως ακριβώς και τα νεοφιλελεύθερα μέτρα που απαιτούν οι ανοικτές και ελεύθερες αγορές τις οποίες επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση και τα οποία καμία ελίτ που μετέχει στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς δεν μπορεί ν' αποφύγει.

Η πρόσφατη σύσκεψη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Κατάρ που αποφάσισε την έναρξη νέου γύρου διαπραγματεύσεων για την παραπέρα επέκταση της παγκοσμιοποίησης έδειξε σαφώς τον μύθο του τέλους της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Ο στόχος ήταν και παραμένει ο ίδιος: η δημιουργία μιας πελώριας ενιαίας απορυθμισμένης αγοράς που θα ελέγχεται από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, πάνω στην οποία οι κοινωνικοί έλεγχοι για την προστασία της εργασίας ή του περιβάλλοντος θα είναι ελαχιστοποιημένοι.

Συμπερασματικά, πιστεύω ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά σε μια καθοριστική επιλογή στη νέα χιλιετία. Είτε θα συνεχίσουμε τους τωρινούς τρόπους ζωής, στο πλαίσιο των σημερινών θεσμών, που εξασφαλίζουν τη παρούσα πελώρια και συνεχώς αυξανόμενη συγκέντρωση εξουσίας σε όλα τα επίπεδα και τη συνακόλουθη αδιάκοπη επιδείνωση της τωρινής πολυδιάστατης κρίσης (οικονομικής, πολιτικής, οικολογικής και κοινωνικής), είτε, εναλλακτικά, θα θέσουμε σε κίνηση μια διαδικασία που θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις, για πρώτη φορά στην Ιστορία, για μια νέα και αληθινά δημοκρατική Παγκόσμια Τάξη, η οποία θ' αποτελούσε και την διέξοδο από τη συνεχώς εντεινόμενη σημερα πολυδιάστατη κρίση.



[1] Leslie Sklair, The Transnational Capitalist Class (Oxford: Blackwell, 2001).

[2] Michael Hardt and Antonio Negri, Empire (Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 2001).

[3] Βλέπε για παράδειγμα την απόπειρα των θεωρητικών της Παγκόσμιας Τράπεζας να υποστηρίξουν ότι η παγκοσμιοποίηση ...ωφελεί τους φτωχούς, David Dollar and Aart Kraay, Growth is good for the poor (Washington: World Bank, Μάρτιος 2000).

[4] UN, Human Development Report 1999 (NY: Oxford University Press, 1999).

[5] Ό.π.

[6] Βλέπε, για παράδειγμα την έκθεση πάνω στις κλιματιστικές μεταβολές της ομάδας επιστημόνων του ΟΗΕ που συναντήθηκε στη Σαγκάη τον Ιανουάριο του 2001: Tim Radford and Paul Brown, The Guardian (31 January 2001).

[7] Anthony Giddens, The Third Way (Oxford: Polity Press, 1998).

[8] Larry Elliott κ.α. The Guardian (14 Ιουλίου 2000); Lucy Ward, The Guardian (18 Απριλίου 2001); Felicity Lawrence, "Mass affluents' get richer as the poor get poorer," The Guardian (2 Απριλίου 2001).

[9] Ben Summerskill, The Guardian (18 Φεβρουαρίου 2001).

[10] Amartya Sen, "Freedom’s market," The Observer (25 Ιουνίου 2000).

[11] Jonathan Steele, "The Guardian Profile: Amartya Sen," The Guardian (31 Μαρτίου 2001).

[12] UN, Human Development Report 2000 (NY: Oxford University Press, 2000)

[13] Pierre Bourdieu, "The essence of neoliberalism: utopia of endless exploitation".

[14] Βλ. τη συνέντευξη του Pierre Bourdieu στην επιθεώρηση Socialist Review (τεύχος 242, Ιούνιος 2000).

[15] Pierre Bourdieu, Για ένα Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Κίνημα, Αντεπίθεση Πυρών 2 (Αθήνα: Πατάκης, 2001).

[16] Leo Panitch, "The New Imperial State," New Left Review (Μάρτιος-Απρίλιος 2000).

[17] Noam Chomsky, "Power in the Global Arena," New Left Review (Ιούλιος-Αύγουστος 1998). Βλέπε ακόμη τη συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία στις 25 Φεβρουαρίου 2001.

[18] πβ. Wallerstein, Immanuel, "Globalization or the age of transition? A long-term view of the trajectory of the world-system," στον δικτυακό τόπο του Κέντρου Fernand Braudel: http://fbc.binghamton.edu/

[19] John Gray, "Goodbye to globalisation," The Guardian (27 Φεβρουαρίου 2001).

[20] Perry Anderson, «Renewals», New Left Review νo 1 (νέα περίοδος) (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2000), σελ. 10.

[21] Βλέπε π.χ. τη συνέντευξη του Pierre Bourdieu που δημοσιεύθηκε στην Hangyoreh Shinmun στις 4 Φεβρουαρίου 2000.

[22] Samir Amin στο Μιλάνο "World Forum of alternative solutions," Il Manifesto/Εποχή (16 Απριλίου 2000).

[23] Paul Hirst and Grahame Thompson, Globalisation in Question (Cambridge: Polity Press, 1996).

[24] Τάκης Φωτόπουλος, Παγκοσμιοποίηση, Αριστερά και Περιεκτική Δημοκρατία (Ελλην. Γράμματα, 2002).

[25] Βλ. π.χ. για τα παρ’ ημίν Κ. Βεργοπουλος, «Επιστροφή στον Κευνσιανισμο,» Eλευθεροτυπία (4/10/2001) και το βιβλιο του Παγκοσμιοποίηση, Η Μεγάλη Χίμαιρα (Νέα Σύνορα-Λιβάνης, 1999).

[26] P. Krugman, "An Alternate Reality," New York Times (25/11/2001).