ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: Η άνοδος του νέου ανορθολογισμού (Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος, 2000)


 

Ο εκρατσισμός της ελληνικής κοινωνίας και οι νεορθόδοξοι

 

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Tα ραγδαία αυξανόμενα κρούσματα κτηνώδους βίας κατά οικονομικών μεταναστών στη χώρα μας, που φτάνουν μέχρι τα λιντσαρίσματα και τις δολοφονίες εν ψυχρώ, έχουν οδηγήσει στην ανάπτυξη μιας ολόκληρης φιλολογίας στα MME για το κατά πόσο η ελληνική κοινωνία έχει γίνει ρατσιστική. H συναινετική άποψη είναι ότι τα κρούσματα αυτά είναι μεμονωμένα και ότι στην Eλλάδα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ο ρατσισμός, λόγω κουλτούρας, Iστορίας κ.λπ. Άποψη που είναι βέβαια η ίδια ρατσιστική, διότι η κουλτούρα αλλάζει, όπως ήδη συμβαίνει στη χώρα μας. Οι Έλληνες, επομένως, όπως κάθε λαός, μπορεί εύκολα να γίνουν ρατσιστές, εφόσον συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Kαι, όπως θα προσπαθήσω να δείξω εν συντομία, σήμερα, ήδη ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που οδηγούν στον εκρατσισμό της κοινωνίας: Οι προϋποθέσεις αυτές, κατά τη γνώμη μου, είναι:

 

(1) H διαφοροποίηση της πολιτιστικής ταυτότητας, που επιφέρει η αθρόα εισαγωγή οικονομικών μεταναστών με διαφορετικές κουλτούρες. Όταν μάλιστα αυτό γίνεται σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα και σε μια κοινωνία που είχε ήδη έναν πολύ υψηλό βαθμό πολιτιστικής ομοιογένειας, τότε η απότομη μετατροπή της από μονοπολιτισμική σε ντε φάκτο πολυπολιτισμική, σε συνδυασμό με μία ή περισσότερες από τις παρακάτω προϋποθέσεις, θέτει τις βάσεις για τον πιθανό εκρατσισμό της. Στη χώρα μας, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» αντιμετωπίζουμε μια συνεχή εισροή οικονομικών μεταναστών, ιδίως από την Aλβανία, που η ελίτ μας μέχρι πριν από λίγο καιρό ουσιαστικά ανεχόταν. Όχι διότι επιδίωκε τη δημιουργία ενός πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού που, άλλωστε, ήδη υπήρχε στη χώρα, αλλά διότι η εισαγωγή εξαθλιωμένων μεταναστών επέτρεπε τη δημιουργία ενός λούμπεν οικονομικών μεταναστών και τη συνακόλουθη ντε φάκτο ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, μέσω της ανάδυσης μιας υπερ-«ελαστικής» μαύρης αγοράς εργασίας. Δηλαδή, μιας αγοράς όπου οι μισθοί είναι πολύ χαμηλότεροι και οι συνθήκες εργασίες πολύ χειρότερες απ' ό,τι στην επίσημη αγορά. Σήμερα, η αδίστακτη σοσιαλφιλεύθερη κυβέρνηση, εκμεταλλευόμενη την ανασφάλεια που έχει δημιουργήσει η εξάπλωση της ανεργίας, αλλά και η ύπαρξη της παράλληλης αγοράς, προχωρεί ακάθεκτα στη θέσμιση της ελαστικότητας εργασίας γενικά.

 

(2) H μεγάλη ανισότητα και φτώχεια. Φυσικά, η ανισότητα και η φτώχεια είναι εγγενή χαρακτηριστικά της οικονομίας τής αγοράς. Στο βαθμό, όμως, που η σημερινή διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς και η συνακόλουθη απελευθέρωση και απορύθμιση των αγορών οδηγεί στην πλήρη «αγοραιοποίηση» της οικονομίας και της κοινωνίας γενικότερα (δηλαδή την πλήρη άρση των κοινωνικών ελέγχων πάνω στις αγορές), το αποτέλεσμα είναι η έκρηξη της ανεργίας, της υποαπασχόλησης, της φτώχειας και της ανισότητας, που αποτελούν το θερμοκήπιο για τον εκρατσισμό της κοινωνίας. H Eλλάδα εκπληρώνει απόλυτα και την προϋπόθεση αυτή, εφόσον όχι μόνον είναι η πιο φτωχή χώρα της Eυρώπης[1] αλλά, όπως έδειξε περσινή έρευνα της E.E., έχει επίσης και το «προνόμιο» να διαθέτει (μαζί με την Πορτογαλία) τη μεγαλύτερη ανισότητα στην E.E., καθώς και τη μεγαλύτερη αναλογία φτωχών στο συνολικό πληθυσμό.[2]

 

(3) H υιοθέτηση από μεγάλα λαϊκά στρώματα ιδεολογιών που άμεσα ή έμμεσα τονίζουν την ανωτερότητα της φυλής και της γηγενούς κουλτούρας ή που αποδίδουν τα οικονομικά προβλήματα (έκρηξη ανεργίας, φτώχειας και ανισότητας), καθώς και τα συνακόλουθα κοινωνικά (έκρηξη εγκληματικότητας) στους οικονομικούς μετανάστες και όχι στην ίδια την οικονομία της αγοράς, που αποτελεί την απώτατη αιτία τους. Aνάλογα άλλωστε φαινόμενα έκρηξης εγκληματικότητας και ρατσιστικής απόδοσης των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων σε εθνικές και πολιτιστικές μειονότητες παρουσιάζονται σήμερα παντού στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Στην Eλλάδα, μολονότι δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη ρατσιστικά κινήματα του τύπου αυτού, αντίστοιχα, π.χ., των λεπενιστών στη Γαλλία, η ρατσιστική προπαγάνδα για τα αίτια των κοινωνικο-οικονομικών προβλημάτων βρίσκει ήδη απήχηση, ιδιαίτερα στα λαϊκά στρώματα, που υφίστανται τις συνέπειες της δημιουργίας τής μαύρης αγοράς εργασίας. Στη χώρα μας, όμως, ανθεί ο ιδεολογικός ρατσισμός του πρώτου τύπου, οι ιδεολογίες δηλαδή που τονίζουν την ανωτερότητα της γηγενούς κουλτούρας, αν όχι της ίδιας της... φυλής, ενώ ήδη δημιουργήθηκε πρόσφατα και η πολιτική έκφραση τους, που την απαρτίζουν «διανοούμενοι», επαγγελματίες πολιτικοί κ.λπ., που προπαγανδίζουν τις απόψεις αυτές. Σε αυτό συνέβαλαν μια σειρά γενικών και «τοπικών» παραγόντων. Οι γενικοί παράγοντες ανάγονται στην κατάρρευση του υπαρκτού» και τη συνακόλουθη αμαύρωση του ίδιου του σοσιαλιστικού οράματος, πράγμα που οδήγησε παντού είτε σε αναζωπύρωση εθνικιστικών τάσεων είτε στη σκοταδιστική επιστροφή σε θρησκείες και σπιριτουαλισμούς. Οι «τοπικοί» παράγοντες ανάγονται στην ανάδυση του «Μακεδονικού» προβλήματος στην αρχή της δεκαετίας και στη σημερινή αναζωπύρωση της ελληνο-τούρκικης σύγκρουσης. Οι παράγοντες αυτοί δημιούργησαν έναν ιδιότυπο τύπο «υπερπατριώτη» (στον οποίο μόλις προστέθηκε και η «17 Νοέμβρη!») ο οποίος, παραβλέποντας το κοινωνικό υπόβαθρο παρόμοιων συγκρούσεων, το ρόλο των ελίτ σ' αυτές και το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, που βασικά τις υποθάλπει, ανάγει τα αίτια τους απλώς στον κακό αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Ένας επιπρόσθετος «τοπικός» παράγοντας είναι η από μέρους των MME μαζική προβολή της θρησκείας, της Εκκλησίας κι εκείνων από τους «διανοούμενους» (μεταξύ των οποίων και τέως «αριστεροί» που ασπάστηκαν την Ορθοδοξία, πιθανώς για να ξεφύγουν από το περιθώριο, που τους στερούσε τη δυνατότητα μαζικής προβολής τού εγώ τους), οι οποίοι προβάλλουν τις ανάλογες απόψεις για την ανωτερότητα της Ορθοδοξίας και της ελληνικής φυλής γενικότερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα δόθηκε από τα κρατικά κανάλια τις δύο τελευταίες εβδομάδες. Έτσι, για πολλές μέρες συνέχεια, το μεγαλύτερο τμήμα των ειδησεογραφικών δελτίων της NET κατελάμβανε η χειροτέρευση της υγείας και μετά ο θάνατος του προκαθήμενου της Εκκλησίας, ταυτίζοντας ασύστολα, στην παρουσίαση του γεγονότος, τον Ελληνισμό με την Ορθοδοξία. Aπό όσο γνωρίζω, κάτι αντίστοιχο συνέβη μόνο στο θεοκρατικό Ιράν, όταν πέθανε ο Χομεϊνί. Παράλληλα, όλα τα κόμματα (του KKE μη εξαιρουμένου!) μετείχαν στο γενικό πένθος που καλλιεργούσαν τα MME. Kαι αυτό, μολονότι ήταν φανερό ότι ένας, τουλάχιστον, στόχος των κρατικών καναλιών ήταν να στρέψουν την προσοχή των λαϊκών στρωμάτων από την ταυτόχρονη ανακοίνωση της απόφασης του υπ. συμβουλίου για τα μέτρα ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας. Σε συνέχεια, την περασμένη βδομάδα του Πάσχα, τα κρατικά κανάλια ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο εαυτό τους σε θρησκευτικό οίστρο, παρουσιάζοντας ένα θέαμα γελοίο, αλλά και εξοργιστικό, ιδιαίτερα για τους εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες που τυχαίνει να μην είναι Ορθόδοξοι χριστιανοί —για να μη μιλήσουμε βέβαια για τους άθεους, που ενώ δεν έχουν κανένα δικαίωμα απέναντι στη βάναυση αυτή προσβολή της προσωπικότητάς τους από την κρατική τηλεόραση, υποχρεώνονται όμως να πληρώνουν το χαράτσι για αυτήν! Παρόμοιο θέαμα, όχι μόνο δεν απαντιέται σε καμία άλλη δυτικο-ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ούτε καν στα βάθη της Ασίας και της Αφρικής, πέρα από τα φονταμενταλιστικά καθεστώτα. Στο πλαίσιο αυτό οι κληρικοί (από μητροπολίτες μέχρι απλοί παπάδες) που διατυπώνουν ρατσιστικά κηρύγματα, δεν είναι βέβαια μεμονωμένα παραδείγματα. Απλώς οι κληρικοί αυτοί έχουν το θάρρος της γνώμης τους, που είναι απόλυτα συνεπής με την ιδέα ότι η Ορθοδοξία είναι η ανώτερη πίστη και ο Χριστιανικός Ελληνισμός η περιούσια φυλή.

 

(4) H ανεκτική και κάποτε καθαρά ρατσιστική στάση του κρατικού μηχανισμού, παρά την απατηλή ρητορική των σοσιαλφιλελευθέρων. Πέρα από το ρόλο των κρατικών καναλιών, πέρα από τις μαζικές συλλήψεις και επαναπατρισμούς, που δεν απαντώνται σε καμία άλλη χώρα-μέλος της E.E., ο κρατικός μηχανισμός προβαίνει σε κάθε είδους διακρίσεις σε βάρος των οικονομικών μεταναστών και ιδιαίτερα των λαθρομεταναστών. Έτσι, στο νομοθετικό επίπεδο, με νόμο του 1991, ο λαθρομετανάστης στερείται από κάθε ανθρώπινο δικαίωμα. Στο εκτελεστικό επίπεδο, αστυνομικοί ανέχονται τα ρατσιστικά κρούσματα βίας κάνοντας απλές «συστάσεις» στους δράστες[3], ενώ δεν λείπουν τα κρούσματα αστυνομικών που μετέχουν σε λιντσαρίσματα[4], πέρα βέβαια από τους άγριους ξυλοδαρμούς και το ρατσιστικό υβρεολόγιο, με τα οποία «υποδέχονται» τους μετανάστες στα κρατητήρια και τις φυλακές[5]. Tέλος, το δικαστικό σώμα, που στελεχώνεται από ευσεβείς Ορθόδοξους και «υπεπατριώτες», δίνει καθαρά ρατσιστικά παραδείγματα, εξαντλώντας την επιείκειά του μέχρι της ουσιαστικής αθώωσης αποβρασμάτων που δολοφονούν Αλβανούς για την κλοπή ...καρπουζιών. Φυσικά, τα εκτελεστικά και δικαστικά αυτά όργανα γνωρίζουν ότι έχουν την ανοχή των «από πάνω». Ανοχή που εξηγείται από το γεγονός ότι οι ρατσιστικές τάσεις εντείνουν τις διαιρέσεις ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα που υφίστανται τις συνέπειες της αγοραιοποίησης, ενώ παράλληλα στρέφουν την προσοχή τους μακριά από αυτήν και τη συνακόλουθη διόγκωση της ανισότητας.

 

Σε πολύ πρόσφατη ευρωπαϊκή δημοσκόπηση οι Έλληνες νέοι βρέθηκαν να κατέχουν το θλιβερό προνόμιο να είναι οι πρώτοι, με συντριπτική διαφορά, όσον αφορά τη σπουδαιότητα που αποδίδουν στη θρησκεία[6] και στην υπερηφάνεια που είναι Έλληνες. Tο γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα παραπάνω, αποτελεί κατάμαυρο οιωνό για την πιθανότητα εκρατσισμού και γενικότερου εκφασισμού της κοινωνίας μας.

 

 

Ελευθεροτυπία, 25 Απριλίου 1998

 


 

[1] Eurostat, GDP in the Regions, 1998

[2] Περίπου ένας στους τέσσερις Έλληνες ζει σε συνθήκες φτώχειας, Eurostat, Statistics in Focus, 1997/6.

[3] Ελευθεροτυπία (6/4/1998).

[4] Ελευθεροτυπία (11/4/1998).

[5] Ελευθεροτυπία (16/4/1998).

[6]