Τάκης Φωτόπουλος, Ο Καπιταλισμός του Τσόμσκι, Ο Μετακαπιταλισμός του Άλμπερτ και η Περιεκτική Δημοκρατία

(εκδ. Γόρδιος, Αθήνα 2004)


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Η κατανομή των πόρων στο μοντέλο Parecon και την ΠΔ και η οικολογική κρίση

 

Η κατανομή των πόρων στο μοντέλο Parecon είναι στην πραγματικότητα μια βελτιωμένη εκδοχή του σοσιαλιστικού σχεδιασμού που ο Albert αποκαλεί «αποκεντρωμένο συμμετοχικό σχεδιασμό» (Par 122), αλλά ένας ελευθεριακος κριτικός του βιβλίου στο Anarchist Studies, νομίζω πολύ πιο εύστοχα, βάφτισε «συμμετοχική γραφειοκρατία»![73]

Ο σχεδιασμός γίνεται με βάση ενδεικτικές τιμές, οι οποίες περιλαμβάνουν ακριβείς εκτιμήσεις του κοινωνικού κόστους (ευκαιρίας) και των κοινωνικών ωφελημάτων των υπηρεσιών των μέσων παραγωγής και των προϊόντων. Η διαδικασία σχεδιασμού έχει εν συντομία ως εξής: Οι υπεύθυνοι του σχεδιασμού ανακοινώνουν στην αρχή του έτους ενδεικτικές τιμές για όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες (με βάση τις ενδεικτικές τιμές του περασμένου έτους). Κάθε καταναλωτής και παραγωγός ανταποκρίνεται σ’ αυτές με προτάσεις για την κατανάλωση και την παραγωγή αντίστοιχα, θεωρώντας τις ενδεικτικές τιμές ως εκτιμήσεις για τα κοινωνικά έξοδα και ωφελήματα. Κατόπιν, οι υπεύθυνοι του σχεδιασμού εκτιμούν την πλεονάζουσα ζήτηση ή προσφορά για κάθε αγαθό και υπηρεσία και αναπροσαρμόζουν τις ενδεικτικές τιμές ανάλογα. Με βάση τις νέες τιμές, οι καταναλωτές και οι παραγωγοί αναθεωρούν και επανυποβάλλουν τις προτάσεις τους έως ότου, μετά από μία σειρά ‘πήγαινε-έλα’, επιτευχθούν εκείνες οι ενδεικτικές τιμές που διασφαλίζουν την ισορροπία μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς για κάθε αγαθό και υπηρεσία (δηλαδή έως ότου οι ενδεικτικές τιμές μετακινηθούν πλησιέστερα προς τα κοινωνικά ‘έξοδα ευκαιρίας’).

Η έννοια της οικονομικής αποδοτικότητας στο Parecon και την ΠΔ

Το πρώτο σημαντικό χαρακτηριστικό του μοντέλου που πγεί, επίσης, το μοντέλο τους σε αναπόφευκτες εσωτερικές αντιφάσεις, εκτός φυσικά από τη θεμελιώδη αντίφαση που ανέφερα της στήριξης ενός ριζοσπαστικού εναλλακτικού μοντέλου της οικονομίας στα θεωρητικά εργαλεία ορθόδοξων οικονομικών με ορισμένες μόνο μικρο-τροποποιήσεις.

Για παραδειγμα, οι ίδιοι οι συγγραφείς αναγκάζονται να παραδεχτούν ότι η εξισορρόπηση των συμπλεγμάτων εργασιών με σκοπό την ισοκατανομή δύναμης μπορεί κάποτε να είναι ανταποδοτική[77] και (δικαίως) προσπαθούν να δικαιολογήσουν την αντίφαση αυτή στη βάση των πολιτικών τους επιλογών, αντί βάσει των αυστηρών συνθηκών αποδοτικότητας που οι ίδιοι είχαν υιοθετήσει λίγο παραπάνω! Όπως συμπεραίνουν, «οποιεσδήποτε απώλειες σε αποδοτικότητα θα πρέπει να αντισταθμίζονται από τη σημασία της συμμετοχής και της μείωσης της αυταρχικής διεύθυνσης που απαιτείται για την απόσπαση προσπάθειας από ατίθασους υφιστάμενους».’[78]

Αυτό εγείρει το γενικότερο ζήτημα της συμβατότητας των τεχνικών ορισμών της αποδοτικότητας που χρησιμοποιούν με ένα εναλλακτικό ριζοσπαστικό μοντέλο της οικονομίας. Όπως τόνισα και στο Περιεκτική Δημοκρατία (Κεφ. 2), μολονότι η κοινωνική σπατάλη θα πρέπει, όσο το δυνατό, να ελαχιστοποιείται σε μία κοινωνία σπανεως αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να υιοθετήσουμε την ορθόδοξη αντίληψη της αποδοτικότητας, η οποία υιοθετήθηκε επίσης και από τους κεντρικούς σχεδιαστές του «υπαρκτού», ακριβώς επειδή και εκείνοι μοιράζονταν τον ίδιο στόχο με την καπιταλιστική Δύση, δηλαδή τη μεγιστοποίηση της οικονομικής ανάπτυξης.

Έτσι, η αποδοτικότητα ορίζεται και στα δύο συστήματα με βάση τα στενά τεχνοοικονομικά κριτήρια της ελαχιστοποίησης του κόστους/ μεγιστοποίησης της παραγωγής και όχι στη βάση ποσοτικών και ποιοτικών κριτηρίων που θα έπρεπε, τουλάχιστον, να διασφαλίζουν την κάλυψη των βασικών αναγκών όλων των πολιτών-- κάτι που υποτίθεται ότι είναι ο στόχος ενός ορθολογικού οικονομικού συστήματος.[79] Η συνέπεια του γεγονότος ότι και τα δύο συστήματα υιοθέτησαν τον ίδιο απώτερο στόχο της μεγιστοποίησης της ανάπτυξης και τον συνακόλουθο ενδιάμεσο στόχο της μεγιστοποίησης της αποδοτικότητας (οριζόμενο με την παραπάνω τεχνική έννοια) ήταν ότι και τα δύο συστήματα ήταν υποχρεωμένα να χρησιμοποιούν τις ίδιες μεθόδους παραγωγής, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι ένα σύγχρονο σοβιετικό εργοστάσιο, ακόμα και στα χρόνια του Lenin (με δική του ενθάρρυνση) δεν διέφερε σε τίποτα με όρους εσωτερικής λειτουργίας, ιεραρχικής οργάνωσης της παραγωγής κ.λπ. από ένα αντίστοιχο καπιταλιστικό. Ωστόσο, ο Lenin ήταν τουλάχιστον συνεπής στους στόχους και τα μέσα του. Το ερώτημα είναι πώς ο στόχος του μοντέλου Parecon για την ισοκατανομή της δύναμης είναι σε συνέπεια με τις συνθήκες του Pareto για μεγιστοποίηση της αποδοτικότητας!

Από την άλλη μεριά, στην ΠΔ δίνεται ένας νέος ορισμός στην αποδοτικότητα, με όρους κάλυψης των (δημοκρατικά οριζόμενων) βασικών αναγκών όλων των πολιτών, και των (ατομικά οριζόμενων) μέσων ικανοποίησής των βασικών και μη βασικών αναγκών ακόμα και αν αυτό συνεπάγεται κάποιο βαθμό «αντιαποδοτικότητας» σύμφωνα με τα κριτήρια των ορθόδοξων οικονομικών. Ο λόγος για τον οποίο η αποδοτικότητα της ΠΔ μπορεί να συνεπάγεται κάποιο βαθμό «αντιαποδοτικότητας» είναι διότι άλλοι παράγοντες είναι πιο σημαντικοί σε μία ΠΔ από τα στενά τεχνοοικονομικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό της αποδοτικότητας από τους ορθόδοξους οικονομολόγους και υιοθετούνται από τους κεντρικούς σχεδιαστές, καθώς και από το μοντέλο Parecon. Οι παράγοντες αυτοι μπορει να είναι πολιτικοί, π.χ. η διασφάλιση της αυτοδιεύθυνσης, οικολογικοί που αφορούν την επανενσωματωση της κοινωνίας στη φύση και όχι απλώς τις ‘εξωτερικότητες’ με τις οποιες ασχολούνται τα ορθόδοξα οικονομικά και το Parecon, κοινωνικοί, πολιτισμικοί κ.λπ.

Η αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσης στο μοντέλο Parecon και στην ΠΔ

Με δεδομένο ότι το μοντέλο Parecon, σε αγαστή σύμπνοια με τον σοσιαλιστικό σχεδιασμό και, βέβαια, με την οικονομία της αγοράς, εχουν κοινό στόχο την οικονομική ανάπτυξη και συμμερίζονται την ίδια συνακόλουθη έννοια της αποδοτικότητας, δεν προκαλεί έκπληξη ότι το Parecon αντιμετωπίζει τα οικολογικά προβλήματα ως ένα πρόβλημα εξωτερικοτήτων (ακριβώς όπως κάνουν οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι και οι περιβαλλοντιστές!) το οποίο υποτίθεται ότι μπορεί να λυθεί με την ανάμιξη περισσότερων συμβουλίων καταναλωτών και όχι μόνο εκείνων από τα οποία προέρχονται οι προτάσεις συλλογικής κατανάλωσης (Par 138-43).

Έτσι, τα οικολογικά προβλήματα φαινεται ότι για το Parecon ανάγονται ουσιαστικά στα προβλήματα δευτερεύουσας σημασίας όπως είναι η μόλυνση, η οποία πράγματι μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί σημαντικά μέσω της διαδικασίας που προτείνεται. Εντούτοις, τα κύρια οικολογικά προβλήματα, όπως είναι το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η λύση των οποίων απαιτεί την αλλαγή στον ίδιο τον τρόπο ζωής των πολιτών, επιβάλλουν την εγκατάλειψη της οικονομικής ανάπτυξης ως κύριου στόχου της παραγωγής. Τέλος, η απόλυτη σιωπή του μοντέλου Parecon πάνω στην ανάγκη ριζοσπαστικής αποκέντρωσης (μία απόφαση που προφανώς δεν μπορεί να ληφθεί μόνο από τα εργατικά συμβούλια η τα συμβούλια των καταναλωτών) κάνει ξεκάθαρο ότι η συγκέντρωση που χαρακτηρίζει τόσο την αγορά όσο και τις οικονομίες του κεντρικού πλάνου μία βασική αιτία της σημερινής οικολογικής κρίσης δεν θεωρείται ούτε καν ως πρόβλημα από το μοντέλο Parecon!

Από την άλλη μεριά, το πρόταγμα της ΠΔ θεωρεί την οικολογική κρίση ως το κύριο συστατικό της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης. Επομένως, οι θεσμοί που προτείνονται από την ΠΔ (ριζοσπαστική αποκέντρωση μέσα από συνομοσπονδιοποιημένες αυτοδύναμες τοπικές κοινότητες, κατάργηση της θεσμισμενης συγκέντρωσης δύναμης/εξουσίας σε όλα τα επίπεδα, αλλαγή στον γενικό στόχο της παραγωγής, από οικονομική ανάπτυξη σε κάλυψη των αναγκών των πολιτών και κυρίως αυτων που αφορούν την ποιότητα ζωής) στοχεύουν ρητά στην επανενσωμάτωση της κοινωνίας στη Φύση.

 


 

[73] John Crump, ‘Markets, money and social change’, Anarchist Studies, vol. 3, no. 1 (Άνοιξη 1995), σελ. 72-3.

[74] Στο βιβλίο των M. Albert και R. HahnelThe Political Economy of Participatory Economics’ (Princeton: Princeton University Press, 1991) οι συγγραφείς παρουσιάζουν αυτό που με… μετριοφροσύνη ο Albert αποκαλεί «ένα μαθηματικό μοντέλο που καταδεικνύει τις ανώτερες ιδιότητες σύγκλισης, αποδοτικότητας και σταθερότητας του μοντέλου Parecon σε σχέση με αυτές παρόμοιων μοντέλων της οικονομίας της αγοράς και του κεντρικού πλάνου»! (Par σελ 147).

[75] The Political Economy, σελ. 9.

[76] Βλ. Περιεκτική Δημοκρατία, κεφ. 8 για κριτική των οικονομικών ως «επιστήμης».

[77] Βλ. The Political Economy, p. 32.

[78] Στο ίδιο σελ. 34.

[79] Ο συνηθισμένος ορισμός της οικονομικής αποδοτικότητας είναι σε όρους τεχνικής αποδοτικότητας (ελαχιστοποίηση των υπηρεσιών των μέσων παραγωγής η μεγιστοποίηση της παραγωγής για δεδομένη σύνθεση των υπηρεσιών των μέσων παραγωγής) παραγωγικής αποδοτικότητας (η οποία συνεπάγεται ότι καμία αναδιάρθρωση των υπηρεσιών των μέσων παραγωγής δεν θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή) και ανταλλακτικής αποδοτικότητας (η οποία συνεπάγεται ότι καμία αναδιάρθρωση των ανταλλαγών δεν θα μπορούσε να βελτιώσει την ευημερία των καταναλωτών).Η κοινωνική αποδοτικότητα ορίζεται ως η περίπτωση όπου οι τιμές αντανακλούν το αληθινό κοινωνικό κόστος ευκαιρίας των υπηρεσιών των μέσων παραγωγής και των προϊόντων.