Ελευθεροτυπία (31 Ιούλη 2010)


Ο «μονόδρομος» και η καταστροφολογία για την έξοδο από την ΕΕ

 

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

                                                                   

 

 

Ενώ η κοινοβουλευτική Χούντα ―που ξεπέρασε κάθε προηγούμενη στην εξαπάτηση του ελληνικού λαού― επιβεβαιώνει παραπέρα τον χουντικό χαρακτήρα της με επιστρατεύσεις απεργών (που επικροτεί και η «δημοκρατική» ΕΕ!), γίνεται φανερό ότι ο δήθεν «μονόδρομος» των ληστρικών μέτρων, τα οποία οδηγούν σε μαζική ανεργία και φτώχεια μεγάλα λαϊκά στρώματα, δεν στηρίζεται μόνο από τις ίδιες τις ελίτ και τα ΜΜΕ που ελέγχουν. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι, ουσιαστικά, στηρίζεται και από μεγάλο τμήμα της «αριστερής» διανόησης και συνακόλουθα της ρεφορμιστικής Aριστεράς. Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν τμήμα της αντισυστημικής Αριστεράς (π.χ. «Πρωτοβουλία Aριστερών Oικονομολόγων», «Αριστερό Βήμα Διαλόγου» κ.λπ.), υποστηρίζει διάφορα εναλλακτικά μέτρα τα οποία έρχονται σε πλήρη αντίφαση με τον θεμελιακό νόμο της ΕΕ για την «απελευθέρωση» των αγορών κεφάλαιου, εργασίας, αγαθών και υπηρεσιών (οι γνωστές «4 ελευθερίες»), τα οποία όμως ―εφόσον δεν θέτει θέμα εξόδου από την ΕΕ που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή τους― αποτελούν απλά ευχολόγια! Αντίστοιχα ισχύουν για τις προτάσεις άλλων τμημάτων της αντισυστημικής Αριστεράς για έξοδο από την ΕΕ σε συνάρτηση με την «αντικαπιταλιστική αποδέσμευση», που ουσιαστικά παραπέμπουν το επιτακτικό αίτημα για την ανατροπή των καταστροφικών μέτρων, καθώς και της χούντας των ανδρεικέλων της τρόϊκα, στις ελληνικές καλένδες. Όμως, το αίτημα για μονομερή έξοδο από την ΕΕ δεν είναι μόνο αναγκαία και επαρκής συνθήκη για την ανατροπή των ληστρικών μέτρων, αλλά ―το κυριότερο― και προϋπόθεση για την διέξοδο από τη χρόνια δομική κρίση της ελληνικής οικονομίας που δημιούργησε η μεταπολεμική υιοθέτηση του εξωστρεφούς αναπτυξιακού μοντέλου από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, και η μεταπολιτευτική θεσμοθέτηση του με την ένταξη μας στην ΕΟΚ/ΕΕ[1].

 

Έτσι, «Μαρξιστές» οικονομολόγοι ―οι οποίοι προφανώς δεν έχουν αντιληφθεί (σε αντίθεση με σοβαρούς αντίστοιχους οικονομολόγους στο εξωτερικό που τιμούν τον Μαρξισμό, ανανεώνοντας τη θεωρία πέρα από τον ...19ο αιώνα![2]) ότι ο καπιταλιστικός κόσμος σήμερα έχει εισέλθει στην εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η οποία ελάχιστη σχέση έχει με την πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο διεθνοποίηση τη κεφάλαιου― ισχυρίζονται σοβαρά ότι «μόνο αν παρθούν τα μέτρα τού απευθείας δανεισμού, των κρατικοποιήσεων κ.λπ. θα καταρρεύσει το μοντέλο Χούβερ και θα έρθει ένα μοντέλο Ρούσβελτ στη θέση του.» Συγχρόνως, οι ίδιοι, από τη μια μεριά καταφεύγουν ακριβώς στην ίδια ατεκμηρίωτη καταστροφολογία για τις πιθανές συνέπειες έξοδου από την ΕΕ που χρησιμοποιούν και οι ελίτ ―οι οποίες βέβαια έχουν κάθε λόγο να εκφοβίσουν τα λαϊκά στρώματα για οποιαδήποτε πραγματικά εναλλακτική λύση στο «μονόδρομο»― ισχυριζόμενοι ότι «θα οδηγούσε στην πλήρη απόσυρση των χρηματαγορών από την ελληνική οικονομία, με φοβερές επιπτώσεις»[3], ενώ, από την άλλη, προτείνουν μέτρα για την απεμπλοκή από τον μηχανισμό στήριξης, τα οποία θυμίζουν έντονα… παραμύθια της Χαλιμάς. Για παράδειγμα, την «επαναδιαπραγμάτευση και διεκδίκηση απευθείας δανεισμού και την έκδοση ευρωομόλογου από την ΕΚΤ» (σαν να μην είναι μέλος της τρόϊκας και η ΕΚΤ!), «την άμεση παρέμβαση στο τραπεζικό σύστημα με τη συγκρότηση ενός δημόσιου πυλώνα» (όταν η ΕΕ και η κοινοβουλευτική Χούντα ήδη πιέζουν για την ιδιωτικοποίηση όσων τραπεζών είναι ακόμη κρατικές!), «την αναδιανομή του εισοδήματος μέσα από την αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, την πάταξη της φοροδιαφυγής και την κατάργηση της φοροασυλίας» (γνωστά ευχολόγια των επαγγελματιών πολιτικών) κ.λπ.

 

Η «αριστερή» αυτή καταστροφολογία υποστηρίζει ότι έξοδος από την ΕΕ σημαίνει κλείσιμο των συνόρων, αδυναμία διεθνούς δανεισμού, κατάρρευση του πιστωτικού συστήματος, έκρηξη της ανεργίας, απομόνωση και εθνοκεντρική προστασία. Στη πραγματικότητα, όμως, η έξοδος από την ΕΕ θα σηματοδοτούσε απλώς την υιοθέτηση ενός εναλλακτικού αναπτυξιακού μοντέλου από το εξωστρεφές μοντέλο που μόλις κατέρρευσε και συνεπαγόταν την στήριξη της διαδικασίας ανάπτυξης καταρχήν στην ξένη αγορά και το ξένο κεφάλαιο, εφόσον μόνο αυτού του είδους «ανάπτυξη» είναι εφικτή με ανοικτές και απελευθερωμένες τις αγορές. Η έξοδος όμως από την ΕΕ θα μπορούσε να σημάνει την υιοθέτηση ενός εναλλακτικού μοντέλου οικονομικής αυτοδυναμίας, η οποία βέβαια δεν σημαίνει αυτάρκεια άλλα την στήριξη της ανάπτυξης καταρχήν στις εγχώριες παραγωγικές πηγές, με αυστηρούς περιορισμούς στην κίνηση κεφάλαιου, εργασίας και εμπορευμάτων, όπως άλλωστε συνέβαινε παντού μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1970, πριν ξεκινήσει η διαδικασία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

 

Σήμερα, η οικονομική αυτοδυναμία είναι όχι μόνο επιθυμητή (όπως πάντα ήταν ως προϋπόθεση της οικονομικής δημοκρατίας), αλλά και εφικτή, εφόσον το μοντέλο που καθιερώνεται (και επίσημα) διεθνώς είναι αυτό της ανάπτυξης για τους λίγους. Και αυτό, σε πλήρη αντίθεση με την επαγγελία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης για παγκόσμια επέκταση της «ανάπτυξης» (δεν είναι του παρόντος οι οικολογικές συνέπειες της). Έτσι, στη τελευταία συνάντηση της «Ομάδας των 20», ουσιαστικά, αποφασίστηκε η υιοθέτηση της πρότασης των Ευρωπαϊκών ελίτ και κυρίως της Γερμανικής, ότι το «δικαίωμα» για ανάπτυξη ανήκει μόνο στις χώρες με υγειά δημοσιονομικά, ενώ οι υπόλοιπες θα πρέπει ν’ αρκούνται σε οριακή ανάπτυξη, αν όχι συνεχή ύφεση, μέχρι να αποκατασταθεί η δημοσιονομική ισορροπία. Δηλαδή: συνεχές πετσόκομμα του κοινωνικού κράτους μέχρις εξαφάνισης του, ιδιωτικοποίηση κάθε κοινωνικής υπηρεσίας, από την εκπαίδευση μέχρι την Υγεία και την κοινωνική ασφάλιση, κ.λπ. Δεδομένου όμως ότι η δημοσιονομική ανισορροπία των χωρών στην περιφέρεια και ημι-περιφέρεια, αντίθετα με την προπαγάνδα των ελίτ, δεν οφείλεται σε συγκυριακούς παράγοντες (όπως συμβαίνει με τα μητροπολιτικά κέντρα), αλλά σε δομικούς παράγοντες που οδηγούν σε χρόνιες αποκλίσεις των οικονομιών τους, χώρες όπως η Ελλάδα, Πορτογαλία, κ.α., μέσα στην ΕΕ, ουσιαστικά καταδικάζονται σε μόνιμη ύφεση, εφόσον ο μόνος μηχανισμός που προβλέπεται σήμερα στην ΕΕ για την επίτευξη τη σύγκλισης είναι, βασικά, η ανεργία και η συνακόλουθη συμπίεση μισθών και εισοδημάτων, προς βελτίωση της ανταγωνιστικότητας τoυς!

 

Οι βασικές προϋποθέσεις οικονομικής αυτοδυναμίας είναι η αποδέσμευση από τη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς (που σε αυτό το στάδιο δεν απαιτεί την καπιταλιστική αποδέσμευση), η ικανοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων αναγκών από ντόπιους πόρους και η ανταλλαγή των πλεονασμάτων μεταξύ χωρών στο ίδιο επίπεδο ανάπτυξης στη βάση αμοιβαιότητας και ισοτιμίας. Η ικανοποίηση των προϋποθέσεων αυτών δεν έχει βέβαια στόχο μια «εθνική οικονομία», όπου τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών θα έχει η εγχώρια καπιταλιστική τάξη, όπως υποστηρίζουν ακροδεξιοί και «αριστερό-πατριώτες». Ακόμη και εάν αυτό ήταν θεωρητικά δυνατό κάποτε ―δηλαδή, πριν να ανοίξουν και απελευθερωθούν οι αγορές εμπορευμάτων, κεφάλαιου και εργασίας― με την σημερινή διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς είναι αδύνατο. Ούτε βέβαια είναι δυνατό μια χώρα στην ημι-περιφέρεια ή την περιφέρεια να μετακομίσει στο «κέντρο» μέσα από την πλήρη ενσωμάτωση της στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, παρά τα φληναφήματα «αριστερών» για την Κίνα, την Ινδία, τη Βραζιλία κ.λπ. που ήδη γίνεται φανερό ότι αποτελούν «φούσκες». Όμως, η σημερινή βαθιά καπιταλιστική κρίση, η οποία καταδικάζει ιδιαίτερα την πλειοψηφία των λαών στην περιφέρεια και ημι-περιφέρεια στη μαζική πτώχευση και την εγκατάλειψη των ονείρων τους για συνεχή «ανάπτυξη», δημιουργεί, για πρώτη φορά στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, τις υποκειμενικές συνθήκες δημιουργίας αυτοδύναμων «εθνικών οικονομιών», όπου ο (αρχικά έμμεσος) έλεγχος των πλουτοπαραγωγικών πηγών της κάθε χώρας μέσω των αυστηρών κοινωνικών έλεγχων πάνω στις αγορές, σε επόμενο στάδιο θα μπορούσε να μετατραπεί σε άμεσο έλεγχο τους από τον ίδιο τον λαό και όχι από τις εγχώριες και ξένες οικονομικές και πολιτικές ελίτ. Ο απώτερoς στόχoς, στην προβληματική αυτή, θα ήταν η δημιoυργία των αντικειμενικών προϋποθέσεων για τη συμμετoχή της χώρας μας σε μια μελλoντική Ευρώπη αυτoδύναμων, αλλά όχι αυτάρκων, περιφερειών και, τελικά, σε μια συνομοσπονδία των λαών σε πραγματικές δημοκρατίες που εξασφαλίζουν την ισοκατανομή της οικονομικής, πολιτικής και γενικότερα κοινωνικής δύναμης.

 

 


 

[1] Βλ. Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ: Η ανάγκη για άμεση έξοδο από την Ε.Ε. και για μια αυτοδύναμη Οικονομία (υπό έκδοση, Γόρδιος, Σεπτέμβρης, 2010) & Εξαρτημένη Ανάπτυξη: η Ελληνική περίπτωση (Εξάντας, 1985).

[2] Bλ. Π.χ. Leslie Sklair, The Transnational Capitalist Class (Blackwell, 2001).

[3] Π.χ. Γ. Μηλιός στην έρευνα του Ιού με τον χαρακτηριστικά αποπροσανατολιστικό τίτλο «Τα αποκαλυπτήρια του συστήματος», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (14/2/ 2010).