(Ελευθεροτυπία, 5 Μαρτίου 2005) 

Η θεσμική κρίση σύμπτωμα βαθύτερης κρίσης

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Η σκανδαλολογία των ημερών δεν μπορεί να συγκαλύψει το γεγονός της θεσμικής κρίσης που σήμερα έχει εξαπλωθεί σε άλλους δυο θεσμούς, την Εκκλησία και την δικαιοσύνη. Στην πραγματικότητα, όμως, όλοι οι θεσμοί και τα αντίστοιχα τμήματα της ντόπιας ελίτ (οικονομικής, πολιτικής, εκκλησιαστικής, δικαστικής, ΜΜΕ κ.λπ.) βρίσκονται σε βαθιά κρίση,  η οποία εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους όπου τα «σκάνδαλα» διαπλοκής αποτελούν απλώς την κορυφή του παγόβουνου. Η κρίση αυτή, παρά τις όποιες ιδιαιτερότητες της, δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο εφόσον αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της  πολυδιάστατης κρίσης (πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής, οικολογικής) η οποία εντείνεται συνεχώς σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης όπου σήμερα έχει εγκαθιδρυθεί η Νέα Διεθνής Τάξη (ΝΔΤ) της καπιταλιστικής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.[1] Δηλαδή, της «Τάξης» που στηρίζεται στην καθολίκευση της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» του θεσμικού πλαισίου που παράγει και αναπαράγει την συγκέντρωση της πολιτικής, οικονομικής και γενικότερα κοινωνικής δύναμης στα χέρια διαφόρων ελίτ, οι οποίες εμπνέονται από τις αξίες του ατομικισμού, του ανταγωνισμού, και της αρπακτικότητας μέσω της χρήσης της δύναμης/εξουσίας που συγκεντρώνουν στα χέρια τους.

 

Το πρώτο λοιπόν αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι η σημερινή κρίση δεν είναι θέμα προσώπων αλλά θεσμών και των συμβατών με αυτούς αξιών. Οι ίδιες οι ελίτ έχουν αποδυθεί, όπως πάντα, σε μια συστηματική προσπάθεια συσκότισης των βαθύτερων αιτιών της κρίσης: από τη συγκάλυψη των εγκλημάτων της υπερεθνικής ελίτ στο Ιράκ που αποδίδονται σε κάποιους …ψυχοπαθείς στρατιώτες, μέχρι την αντίστοιχη απόπειρα της ντόπιας ελίτ να αποδώσει όσα βγαίνουν στη φόρα, χθες, για επαγγελματίες πολιτικούς, μεγαλοεπιχειρηματίες κ.α. και, σήμερα, για μητροπολίτες και δικαστικούς, σε κάποια …απολωλότα πρόβατα. Έτσι, σε αγαστή σύμπνοια με την ρεφορμιστική Αριστερά, η διέξοδος από την κρίση δεν ανάγεται ποτέ στους ίδιους τους θεσμούς αλλά στη κακή λειτουργία τους που σημαίνει ότι η απλή μεταρρύθμιση τους θα οδηγήσει σε έξοδο από αυτή, είτε η μεταρρύθμιση παίρνει τη μορφή περισσότερης «δημοκρατίας» και διαφάνειας, είτε τη μορφή κάποιου τυπικού διαχωρισμού της Εκκλησίας από το κράτος.

 

Πέρα, όμως, από τους γενικότερους λόγους για τους οποίους η θεσμική κρίση βαθαίνει παντού όσο χειροτερεύει η συστημική πολυδιάστατη κρίση, υπάρχουν και οι τοπικές ιδιαιτερότητες που προανέφερα. Τέτοια σημαντική ιδιαιτερότητα είναι ο ημιθεοκρατικός χαρακτήρας του ελληνικού συστήματος που το φέρνει πλησιέστερα στα ανάλογα καθεστώτα του Ιράν ή του Ισραήλ παρά της ΕΕ στην οποία ανήκει. Αυτό δεν αφορά βέβαια μόνο τον παρεμβατισμό της εκκλησίας στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας που ενόχλησε σήμερα τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ εδώ και στο εξωτερικό αλλά γενικότερα τον καθοριστικό ρόλο που έχει η εκκλησία στην ζωή των πολιτών: από την κούνια μέχρι το φέρετρο. Και εάν βέβαια η εκκλησία έπαιζε αυτόν τον ρόλο μέσω απλώς της εκούσιας κατήχησης που εκμεταλλεύεται τον φόβο του θανάτου και τις διάφορες δεισιδαιμονίες τις οποίες σιγά-σιγά εξαλείφει η εξέλιξη της ορθολογικής γνώσης, δεν θα υπήρχε θέμα και η τύχη της εκκλησίας καθώς και της θρησκείας θα ήταν ο μακροπρόθεσμος μαρασμός τους, όπως ήδη συμβαίνει σε χώρες του Βορρά (Βρετανία, Σκανδιναβικές χώρες κ.λπ.).

 

Όμως, η επίσημη ιδεολογική ταύτιση του Ελληνισμού με την ορθοδοξία και το απολυταρχικό Βυζάντιο, καθώς και η παράλληλη υποστήριξη της αντιφατικής θέσης για τη ιστορική συνέχεια του με την κλασική δημοκρατική Ελλάδα ―διαδικασία που ξεκίνησε με τη σύσταση του νεώτερου κράτους τον 19ο αιώνα οδήγησαν στην υποχρεωτική ταύτιση του πολίτη με τον ορθόδοξο Χριστιανό, ο οποίος εξαναγκάζεται ν' αφομοιώνει την θρησκευτική προπαγάνδα στα σχολεία και κρατικά ΜΜΕ, να μετέχει αναγκαστικά σε αγιασμούς και άλλα «μυστήρια», να υποχρεώνεται άμεσα η έμμεσα σε θρησκευτικούς όρκους, γάμους και κηδείες, να βλέπει εικόνες παντού στις δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία και δικαστήρια, και, επιπρόσθετα, να πληρώνει τους μισθούς των αξιωματούχων της εκκλησίας παρά την αμύθητη περιουσία της[2]!

 

Σήμερα, όμως, η σύγκρουση μεταξύ, από τη μια μεριά, των Ελληνορθόδοξων στην ακροδεξιά αλλά και κάποιων στην «αριστερά»[3] που εμπνέονται από την σκοταδιστική Βυζαντινή παράδοση στον αγώνα κατά της ΝΔΤ και, από την άλλη, των ‘εκσυγχρονιστών’ στα κόμματα εξουσίας και την ρεφορμιστική Αριστερά,  ξαναφούντωσε και πάλι. Οι πρώτοι αγωνίζονται για να ανανεωθεί το στάτους κβο και οι δεύτεροι (με την σαφή υποστήριξη του Ευρωπαϊκού τμήματος της υπερεθνικής ελίτ) να εξευρωπαΐσουν το ελληνικό σύστημα μέσω κάποιου διαχωρισμού εκκλησίας-κράτους, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί ανεμπόδιστα στις υποχρεώσεις του ως μέλους της ΝΔΤ. Έτσι, ανακαλύφθηκαν ξαφνικά τα σκάνδαλα (πολιτικά, οικονομικά σεξουαλικά κ.λπ.) της εκκλησιαστικής ελίτ που ήταν βέβαια πάντα γνωστά στα μέλη των διαπλεκόμενων με αυτήν πολιτικών, οικονομικών και άλλων ελίτ. Ενώ όμως τα σκάνδαλα αυτά στο παρελθόν συγκαλύπτονταν βολικότατα, τώρα έγιναν πρώτο θέμα των ελεγχόμενων από την οικονομική ελίτ ιδιωτικών καναλιών και ΜΜΕ, καθώς και των ελεγχόμενων από την πολιτική ελίτ κρατικών καναλιών. Ο λόγος δεν είναι δύσκολος να βρεθεί.

 

Η εκκλησιαστική ελίτ με προεξάρχοντα τον προκαθήμενο της εκκλησίας της Ελλάδος είχε από καιρό ξεκινήσει μια εκστρατεία στρεφόμενη άμεσα ή έμμεσα εναντίον της πολυεθνικής ελίτ. Στόχος  δεν ήταν βέβαια η οικονομική βάση της εξουσίας της η οποία ποτέ δεν αμφισβητήθηκε, αλλά απλώς οι πολιτιστικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης[4] που θεωρήθηκαν (σωστά) ότι απειλούν την από μέρους της εκκλησίας μονοπώληση του χώρου της «πνευματικότητας». Έτσι, σε σειρά σημαντικών για την υπερεθνική ελίτ θεμάτων (Μακεδονικό, Κυπριακό,  πόλεμος κατά των ομόδοξων Σέρβων κ.α.) η εκκλησιαστική ελίτ τάχθηκε ενάντια στην πολιτική και πολιτιστική παγκοσμιοποίηση, καλώντας σε επιστροφή στην παράδοση (που ταύτιζε με την ορθοδοξία) σαν αντίβαρο σε αυτήν. Η ώρα, επομένως, της εκκαθάρισης λογαριασμών με στόχο το «ψαλίδισμα» της πολιτικής και οικονομικής δύναμης της  εκκλησιαστικής ελίτ (όχι βέβαια και της ίδιας της θρησκείας που παίζει σημαντικό ιδεολογικό ρόλο μέσα στο σύστημα) είχε από καιρό φθάσει.

 

Τέλος, το δεύτερο συμπέρασμα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι ότι μακροπρόθεσμος στόχος της αντισυστημικής Αριστεράς δεν μπορεί να είναι η απλή μεταρρύθμιση των θεσμών που είναι υπεύθυνοι για την σημερινή βαθιά κρίση αλλά η αντικατάσταση τους από ένα θεσμικό πλαίσιο που θα αναιρεί την συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια των ελίτ και τις συμβατές με αυτό το σύστημα αξίες.

  

 


 

[1] Βλ. Τ. Φωτόπουλος, Η Πολυδιάστατη Κρίση και η Περιεκτική Δημοκρατία, (Γόρδιος, Απρίλης 2005).

[2] Βλ π.χ. ‘Ε’, 13/2/05.

[3] Βλ π.χ. αρθρογραφία Γ. Καραμπελιά και άλλων στο περιοδικό Άρδην (Δεκέμβριος 1997, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 1998 κ.λπ.

[4] Βλ. Τ. Φωτόπουλος, Παγκοσμιοποίηση, Αριστερά και Περιεκτική Δημοκρατία, (Ελληνικά Γράμματα, 2002) κεφ. 11.