Ελευθεροτυπία, (13 Νοεμβρίου 2004)


To παραμύθι του «κακού» και του «καλού» σερίφη

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η επικρατούσα άποψη στη διεθνή Αριστερά, που σήμερα κυριαρχείται από τη ρεφορμιστική Αριστερά, η οποία δεν αμφισβητεί το θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», ήταν ότι ζούσαμε σε έναν παροδικό εφιάλτη. Ότι, δηλαδή, κάποιοι νεοσυντηρητικοί εξτρεμιστές, με επικεφαλής έναν θεοφοβούμενο σερίφη, είχαν καταλάβει την εξουσία στο ηγεμονικό τμήμα της υπερεθνικής ελίτ, και έχτιζαν μια νέα αυτοκρατορία, η οποία αγωνιζόταν για την επέκταση μιας ακραίας νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και την παράλληλη μονομερή εξάπλωση της ηγεμονίας της, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο στη διάθεσή της: από τον οικονομικό στραγγαλισμό άλλων λαών μέχρι την κτηνώδη βία.1 Δεν χρειαζόταν, επομένως, παρά να πεισθεί το αμερικανικό εκλογικό σώμα να καταψηφίσει στις επόμενες εκλογές τη συμμορία Μπους ―η οποία εκατηγορείτο μάλιστα ότι είχε υφαρπάσει την εξουσία με διάφορα καλπονοθευτικά κόλπα― για να επανέλθουμε στον «μέσο δρόμο», που είχαν, υποτίθεται, χαράξει οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Γι' αυτό και, όπως ανέφερα στο προηγούμενο άρθρο, σύσσωμη η διεθνής ρεφορμιστική Αριστερά είχε προσχωρήσει στο ρεύμα «οποιονδήποτε εκτός από τον Μπους» ―που στην πράξη εσήμαινε υποστήριξη του Κέρι, αφού ο Νέιντερ, με διάφορα εκλογικά κόλπα των Δημοκρατικών, είχε ουσιαστικά εξοστρακιστεί.

Φυσικά, η εικόνα αυτή ήταν εντελώς απλοϊκή, διότι οι πολιτικές στήριξης και επέκτασης της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είχαν αρχίσει νωρίτερα, με τον «προοδευτικό Κλίντον» να είναι μαχητικός υποστηρικτής τους, ενώ η χρησιμοποίηση κτηνώδους βίας για τον ίδιο στόχο είχε αρχίσει ακόμη νωρίτερα, με τον πρώτο πόλεμο στον Κόλπο και το εξοντωτικό εμπάργκο που τον ακολούθησε. Και, βέβαια, η υποστήριξη νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο εσωτερικό είχε ήδη αρχίσει με τους Θάτσερ και Ρέιγκαν, τις πολιτικές των οποίων απλώς συνέχισαν οι Μπους (πατήρ και υιός), Κλίντον, Μπλερ και οι ομόλογοί τους στην Αυστραλία και αλλού.

Όσον αφορά τα ευρωπαϊκά τμήματα της υπερεθνικής ελίτ μέσα στην Ε.Ε. (εκτός Μπλερ), απλώς προσπαθούσαν όλα αυτά τα χρόνια να δημιουργήσουν ένα ανθρώπινο προσωπείο στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, αυτό που ονομάσαμε «σοσιαλφιλελευθερισμό», όταν απόπειρες από ηγετικά στελέχη της σοσιαλδημοκρατίας να πάνε ενάντια στο ρεύμα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης οδήγησαν είτε σε οικονομική κρίση (Μιτεράν) είτε στην εκπαραθύρωσή τους κάτω από την πίεση του ντόπιου κεφαλαίου, που αδυνατούσε να επιβιώσει στον ανταγωνισμό τον οποίο επιβάλλουν οι ανοιχτές και ελεύθερες αγορές (Λαφοντέν). Έτσι, η διαφορά μεταξύ των δύο κλιμακίων της υπερεθνικής ελίτ, του αμερικανικού και ευρωπαϊκού, περιορίστηκε ουσιαστικά στο εάν η επέκταση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης θα γινόταν βασικά μονομερώς (Αμερικανοί) ή πολυμερώς, με ανάλογη μοιρασιά της λείας (Ευρωπαίοι).

Το παραμύθι αυτό κατέρρευσε ολοκληρωτικά με την πανηγυρική επανεκλογή των «νεοσυντηρητικών», η οποία ακολούθησε την αντίστοιχη πρόσφατη επανεκλογή των οπαδών παρόμοιων πολιτικών στην Αυστραλία, που σύντομα αναμένεται να επαναληφθεί στη Βρετανία με την επανεκλογή των σοσιαλφιλελευθέρων του Μπλερ. Με αυτόν τον τρόπο επιβραβεύονται οι πολιτικές που οδήγησαν ήδη στην παραπέρα διεύρυνση της ανισότητας και της φτώχειας στις χώρες αυτές (ο Μπους πρόσθεσε άλλα 4,3 εκατ. Αμερικανών στα 35,9 εκατ. που ζουν σε συνθήκες επίσημης φτώχειας), στο συνεχιζόμενο πετσόκομμα του κράτους πρόνοιας και την αυξανόμενη ιδιωτικοποίηση της υγείας, της εκπαίδευσης, των συντάξεων κ.λπ., τις επεκτεινόμενες πελώριες φορολογικές ελαφρύνσεις των επιχειρήσεων (δηλαδή των πλουσίων που τις ελέγχουν ―145 δισ. δολ. χάρισε ο Μπους σε φοροαπαλλαγές επιχειρήσεων λίγο πριν από τις εκλογές, Suzanne Goldenberg, «Γκάρντιαν», 4/11/04) για χάρη των επενδύσεων, καθώς και τις ελαστικές αγορές εργασίας που αναιρούν κεκτημένα δικαιώματα δεκαετιών των εργαζομένων κ.λπ. -ήδη η Ε.Ε. συζητά προτάσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι Ευρωπαίοι, για να μη χάσουν το ανταγωνιστικό παιχνίδι με τους Αμερικανούς κ.λπ., θα πρέπει στη διάρκεια της ζωής τους να εργάζονται περισσότερες ώρες (βλ. προτάσεις ομάδας Κοκ, «Γκάρντιαν» 4/11/04). Συγχρόνως, δίνεται η εντύπωση ότι εγκρίνονται με μαζικές πλειοψηφίες οι εγκληματικές πολιτικές που, μόνον στο Ιράκ, οδήγησαν μέχρι τώρα στον θάνατο τουλάχιστον 100.000 Ιρακινών (Lancet, Οκτώβριος 2004) για χάρη της «απελευθέρωσής» τους!

Όμως, μιλάμε για πραγματικές ή πλασματικές πλειοψηφίες, και για να βάλουμε το ερώτημα σε πιο σωστή βάση, για τι είδους δημοκρατία μιλάμε; Συγκεκριμένα, όταν στις ΗΠΑ, το σύνηθες ποσοστό συμμετοχής είναι 50%, και με όλη την καμπάνια (στην οποία πρωτοστάτησε η ρεφορμιστική Αριστερά) για μεγαλύτερη συμμετοχή, για ν' αλλάξει δήθεν σημαντικά η αμερικανική πολιτική, το ποσοστό συμμετοχής μόλις κατάφερε ν' αυξηθεί στο περίπου 55% ―πράγμα που σημαίνει ότι μόνο το 28% του πληθυσμού ενέκρινε τις πολιτικές των νεοσυντηρητικών― τότε για ποια πλειοψηφία και δημοκρατία μιλάμε;

Μήπως αυτοί που δεν ενδιαφέρθηκαν να ψηφίσουν, οι οποίοι βασικά ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, δηλαδή τα κύρια θύματα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, το έκαναν ακριβώς διότι ―αντίθετα με αυτά που υποστηρίζει η ρεφορμιστική Αριστερά (βλ. π.χ. άρθρο Michael Albert, «Znet», 4/11/04)― δεν έβλεπαν καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων εξουσίας, ενώ η εμπειρία τους όλα αυτά τα χρόνια τούς έχει πείσει πως όποιο κόμμα και να ψήφιζαν τις ίδιες πολιτικές ―με κάποιες μικροδιαφορές― θ' ακολουθούσε;

Και μήπως στη δημοκρατία αυτή, όπου ο λαός (όπως έλεγε και ο Ζαν Ζακ Ρουσό) νομίζει ότι μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια γίνεται κυρίαρχος και αποφασίζει, στην πραγματικότητα, οι επιλογές των ψηφοφόρων είναι επίσης προκαθορισμένες, όπως και η ατζέντα των εκλογών;

Μήπως, δηλαδή, οι επιλογές ήταν προκαθορισμένες από τα συστημικά ΜΜΕ, που είχαν «πείσει» πολλούς για την τρομοκρατία από την οποία απειλούνταν, καθώς και από τις αξίες (ατομικιστικές, θρησκευτικές κ.λπ.) που τους έχουν εμποτίσει τα ίδια, καθώς και το εκπαιδευτικό σύστημα, πράγμα που έχει ήδη οδηγήσει μεγάλο τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας σε ένα περίεργο μίγμα φανατικού πουριτανισμού και καταναλωτισμού;

Εάν οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι καταφατικές και αν δεχτούμε πως η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι μονόδρομος μέσα στο σημερινό θεσμικό πλαίσιο, τότε είναι φανερό ότι μόνον η ανάπτυξη ενός ισχυρού αντισυστημικού κινήματος, που θα πάλευε για τη δημιουργία νέων θεσμών και αξιών, θα μπορούσε να προσφέρει διέξοδο από τη σημερινή πολυδιάστατη ―πολιτική, οικονομική, οικολογική, κοινωνική― κρίση που καθημερινά επιδεινώνεται.