(Ελευθεροτυπία, 25 Ιανουαρίου 2003) 


 

Ιράκ: Η πελώρια σημασία μιας επικείμενης αλλαγής

 

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Το θέατρο εξαπάτησης της κοινής γνώμης για την επικείμενη επιβολή της υπερεθνικής ελίτ στο Ιράκ κλείνει αυλαία. Τώρα έχει γίνει πια σαφές, παρά την πλύση εγκεφάλου που επιχειρούν τα δυτικά ΜΜΕ εδώ και ένα χρόνο, ότι η επικείμενη αλλαγή, η οποία είναι πιθανό να επιβληθεί εάν δεν επιτύχουν τα δυτικά σχέδια για την πραξικοπηματική οργάνωσή της ακόμη και με μια αιματηρή εισβολή και πολύμηνη κατοχή της χώρας από αμερικανο-βρετανικά στρατεύματα, ουσιαστικά αποφασίστηκε αμέσως μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Και αυτό, αν δεχτούμε βέβαια ότι η απόφαση δεν είχε ληφθεί πριν από τις επιθέσεις, τις οποίες σύμφωνα με εμπεριστατωμένη και μη διαψευσθείσα έρευνα του Gore Vidal,[1] γνωστού και αξιόπιστου (ως «παιδιού» του αμερικανικού κατεστημένου) συγγραφέα γνώριζε εκ των προτέρων η αμερικανική κυβέρνηση και δεν έπραξε τίποτα για να τις αποτρέψει, σε κατάφωρη παραβίαση των προβλεπόμενων για παρόμοιες περιπτώσεις. Εάν όμως δεν είναι σίγουρη η ακριβής χρονική στιγμή που αποφασίστηκαν οι «πόλεμοι» στο Αφγανιστάν, το Ιράκ κ.λπ. (που δεν είναι καν πόλεμοι αλλά απλώς σφαγές από μια τρομακτικά υπερτερούσα πολεμική μηχανή κατά τριτοκοσμικών χωρών) εκείνο που είναι σίγουρο είναι οι λόγοι για τους οποίους η υπερεθνική ελίτ καταφεύγει σε αυτούς.

Το «έργο» που έπαιζε συνεχώς το θέατρο εξαπάτησης είχε τίτλο «Ο Σαντάμ (διάβαζε ολόκληρο το μπααθικό καθεστώς) πρέπει να φύγει», διότι, σύμφωνα με το σενάριο, κατέχει όπλα μαζικής καταστροφής που μπορεί ν' απειλήσουν όλη την ανθρωπότητα και είναι δικτάτορας που καταπιέζει τον ίδιο τον λαό του. Το σενάριο βέβαια αυτό, όπως και κάθε έργο φαντασίας, ελάχιστη έχει σχέση με την πραγματικότητα. Το Ιράκ, ακόμη και αν κατέχει όπλα μαζικής καταστροφής, σίγουρα δεν μπορεί ν' αποτελέσει σοβαρή απειλή ούτε καν για τον χωροφύλακα της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή, το σιωνιστικό Ισραήλ, όπως διαβεβαιώνει ο συντονιστής της ανθρωπιστικής βοήθειας του ΟΗΕ στο Ιράκ (1998-2000).
[2] Πέρα από αυτό, όπλα μαζικής καταστροφής διαθέτουν πολλά κράτη, αλλά κυρίως τα μέλη της υπερεθνικής ελίτ, με προεξάρχουσες βέβαια τις ελίτ των ΗΠΑ και Ισραήλ που δεν δέχονται καν τους σχετικούς ελέγχους του ΟΗΕ. Τέλος, ο επαπειλούμενος πόλεμος δεν έχει καμία σχέση με τη δικτατορική φύση του καθεστώτος Σαντάμ, εφόσον το ίδιο απολυταρχικά είναι δεκάδες άλλα καθεστώτα, μερικά μάλιστα στην ίδια περιοχή (Ιορδανία, Αίγυπτος κ.λπ.), για τα οποία βέβαια δεν έχει καμία αντίρρηση η υπερεθνική ελίτ επειδή τυχαίνει να είναι «πελατειακά» καθεστώτα
όπως άλλωστε δεν είχε και καμία αντίρρηση κατά του ιρακινού καθεστώτος, όσο κι αυτό έπαιζε παρόμοιο ρόλο.

Πρωταγωνιστής στο θέατρο αυτό εξαπάτησης ήταν ο ΟΗΕ, ο οποίος, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» και την επιβολή της Νέας Τάξης, είναι απόλυτο όργανο της υπερεθνικής ελίτ (ΗΠΑ, Ε.Ε. και Ιαπωνία) με τη ρωσική και κινεζική ελίτ σε ρόλο κομπάρσου στην προσπάθειά τους να εισέλθουν στο «κλαμπ». Η τελευταία πράξη του έργου (που μόλις άρχισε) αναφέρεται σε κάποιους δήθεν αμερόληπτους επιθεωρητές, που θα αποφανθούν για την ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής που απειλούν την ανθρωπότητα. Και αυτό, ενώ είναι γνωστό ότι τα μέλη της υπερεθνικής ελίτ ξέρουν εκ των προτέρων τι θα «ανακαλύψουν» οι επιθεωρητές του ΟΗΕ, από τις προηγούμενες συνεχείς επιθεωρήσεις την προηγούμενη δεκαετία αλλά και από τους κατασκοπευτικούς μηχανισμούς τους.

Όμως, ποιοι είναι οι στόχοι του θεατρικού συγγραφέα (δηλαδή της υπερεθνικής ελίτ): Ο φανερός στόχος ήταν βέβαια η προετοιμασία της κοινής γνώμης των λαών τους, που δικαιολογημένα ανησυχεί για μια τέτοιου μεγέθους «σταυροφορία», παρά το γεγονός ότι η υπερεθνική ελίτ, χάρη στη φοβερή τεχνολογική υπεροχή της, μπορεί και προκαλεί μαζική καταστροφή με μηδαμινές σχεδόν δικές της απώλειες. Ο δεύτερος στόχος ήταν να δώσει χρόνο, τόσο για τη στρατιωτική προετοιμασία, όσο, το κυριότερο, για την εξομάλυνση των διαφορών μεταξύ των μελών της υπερεθνικής ελίτ. Οι διαφορές αυτές όμως αφορούν μόνο την τακτική (πόλεμος ή άλλα μέσα) και όχι τον ίδιο τον στρατηγικό στόχο: δηλαδή, την εξασφάλιση του απόλυτου ελέγχου του ιρακινού καθεστώτος. Και αυτό, διότι ο έλεγχος αυτός θα δώσει τη δυνατότητα, μετά από την εξασφάλιση του ελέγχου των πηγών ενέργειας στην Κεντρική Ασία που τους εγγυάται το καθεστώς-προτεκτοράτο που εγκατέστησαν στο Αφγανιστάν, να θέσουν τις βάσεις για τον ολοκληρωτικό έλεγχο των πηγών ενέργειας στην ευρύτερη περιοχή. Είναι δηλαδή προφανές ότι η σχεδιαζόμενη αλλαγή στο καθεστώς του Ιράκ στοχεύει να αλλάξει ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων στην περιοχή, ώστε να «βραχυκλώσει» την επαπειλούμενη έκρηξη στη Σαουδική Αραβία και ν' αποτελέσει τον καταλύτη για την εγκαθίδρυση «πελατειακών» καθεστώτων στο Ιράν και τη Συρία. Οι αλλαγές αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές, τόσο βραχυπρόθεσμα, δεδομένης της βαθειάς ύφεσης της παγκόσμιας οικονομίας, στην οποία μια τέτοια δραστική αλλαγή προς όφελος της υπερεθνικής ελίτ θα έδινε πολύ σημαντική ώθηση (κυρίως μέσω των χρηματιστηρίων που σήμερα έχουν υποστεί μαζική καθίζηση) όσο και μακροπρόθεσμα με την εξασφάλιση του ελέγχου του πετρελαίου στο μέλλον
ιδιαίτερα αναγκαίου μετά την «Έκθεση Τσένεϊ», που προβλέπει ότι οι ΗΠΑ, οι οποίες σήμερα εισάγουν περίπου το μισό από το πετρέλαιο που καταναλώνουν, θα πρέπει να αυξήσουν τις εισαγωγές τους κατά 60% μέχρι το 2020![3]

Οι διαφορές τακτικής μεταξύ των μελών της υπερεθνικής ελίτ δημιουργούν βέβαια αντιθέσεις ως προς τη μοιρασιά της λείας μετά την αλλαγή. Οι αντιθέσεις όμως αυτές δεν αφορούν, όπως σε παρόμοιους πολέμους στο παρελθόν, αντιθέσεις συμφερόντων μεταξύ εθνών, εφόσον στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς οι κεντρικές οικονομικές μονάδες, που συγκρούονται στο διεθνές επίπεδο, δεν είναι πια τα κράτη-έθνη αλλά τεράστιες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Στον βαθμό, επομένως, που μερικές από τις επιχειρήσεις αυτές ελέγχονται περισσότερο από το αμερικανικό κεφάλαιο, που έχει άμεση πρόσβαση στη φονικότερη πολεμική μηχανή της Ιστορίας, οι αντιθέσεις με τις πολυεθνικές, που ελέγχονται κυρίως από το ευρωπαϊκό ή το ιαπωνικό κεφάλαιο, σε θέματα τακτικής είναι αναπόφευκτες. Έτσι, εάν οι αντιθέσεις αυτές δεν εξομαλυνθούν εγκαίρως, ενώ παράλληλα αποτύχει η προσπάθεια οργάνωσης μιας πραξικοπηματικής αλλαγής στο Ιράκ, τότε θ' αναγκαστούν οι Αμερικανοί και Βρετανοί να κάνουν τον πόλεμο μόνοι τους, εισπράττοντας συνακόλουθα τη μερίδα του λέοντος από τη λεία, δηλαδή τα συμβόλαια για την εκμετάλλευση του πετρελαίου.

Η πελώρια σημασία της επικείμενης αλλαγής δεν έγκειται, επομένως, απλώς στα μέσα που χρησιμοποιεί η υπερεθνική ελίτ για να επιτύχει τους στόχους της, όπως υποστηρίζει η ρεφορμιστική Αριστερά,
[4] αλλά στο γεγονός ότι αποτολμά και παρόμοιους στόχους, που περιλαμβάνουν μέχρι και τη στρατιωτική κατοχή άλλων χωρών. Αυτό όμως κάνει ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη οργάνωσης όχι απλώς συμβολικών διαδηλώσεων εναντίον του πολέμου, όπως αυτές που οργανώνει η ρεφορμιστική Αριστερά (π.χ. το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ και τα παρακλάδια του). Όσο μαζικές και αν είναι οι διαδηλώσεις αυτές, δεν πρόκειται να έχουν την παραμικρή επιρροή στην αλλαγή των σχεδίων της υπερεθνικής ελίτ. Ο μόνος τρόπος που απομένει πια στα λαϊκά κινήματα, πέρα από τον μακροπρόθεσμο στόχο της οργάνωσης ενός διεθνούς δημοκρατικού αντισυστημικού κινήματος, είναι η «άμεση δράση» σε κάθε χώρα, δηλαδή οι μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις, που θα εμπόδιζαν τις στρατιωτικές δραστηριότητες της υπερεθνικής ελίτ με το μπλοκάρισμα της μεταφοράς στρατιωτικού υλικού (όπως ήδη επιχείρησαν Βρετανοί σιδηροδρομικοί), τον αποκλεισμό στρατιωτικών βάσεων κ.λπ.

Η υπερεθνική ελίτ επιχειρεί ουσιαστικά σήμερα να επιβάλει τη Νέα Τάξη της με ανάλογο τρόπο, δηλαδή τη στρατιωτική κατοχή χωρών, που χρησιμοποίησε ο φασιστικός άξονας για να επιβάλει τη δική του Νέα Τάξη. Μόνο μια αντίστοιχη, με αυτή κατά του άξονα, υπερεθνική μαζική αντίσταση και όχι συμβολικές διαμαρτυρίες, θα μπορούσε να τη σταματήσει...

 


[1] Gore Vidal, «The enemy within», The Observer (27/10/2002).

<http://www.theguardian.com/world/2002/oct/27/books.featuresreview> Retrieved 17-02-2014.

<http://www.ratical.org/ratville/CAH/EnemyWithin.html> Retrieved 17-02-2014.

 

[2] Hans von Spence, The Guardian (22/07/2002).

 

[3] Michael Klarc, Le Monde diplomatique (Νοέμβριος 2002).

 

[4] Βλ. π.χ. Michael Hardt, The Guardian (18/12/2002) και συνέντευξη Τσόμσκι στο BBC (20/01/2003) κ.λπ.