O πανηγυρισμός της ανισότητας

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Κάποτε ―δηλαδή μόλις πριν 10-15 χρόνια― σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες και γενικά όλοι εκτός από τους άκρους συντηρητικούς μιλούσαν για τον στόχο της επίτευξης ισότητας, ή έστω τη δραστική μείωση της ανισότητας. Ο στόχος άλλωστε της μείωσης της ανισότητας αποτελούσε βασική επιδίωξη όλων των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην εξουσία μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Ο στόχος αυτός όμως σήμερα δεν αποτελεί πια επιδίωξη κανενός κόμματος εξουσίας στη Δύση ή εδώ, είτε λέγεται νεοφιλελεύθερο, είτε σοσιαλδημοκρατικό. Σήμερα, είναι μόνο τα μη ‘αναμορφωμένα’ κομμουνιστικά κόμματα, ή κάποια γκρουπούσκουλα στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, που αναφέρονται ακόμη στο στόχο αυτό. Αντίθετα, νεοφιλελεύθεροι και σοσιαλφιλελευθεροι πανηγυρίζουν η ‘δικαιολογούν’ αντίστοιχα την ανισότητα, πράγμα που  με τη συνήθη καθυστέρηση άρχισε να γίνεται  και στη χώρα μας. Θ’ άξιζε λοιπόν να δούμε πόση βαρύτητα έχουν τα επιχειρήματα των απολογητών της ανισότητας και το κυριότερο γιατί προβάλλονται αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή.

Κατ' αρχήν δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τη  πελώρια αύξηση της  ανισότητας τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα από τότε που φούντωσε η παγκοσμιοποίηση, τόσο μεταξύ χωρών στο Βορρά και τον Νότο όσο και στο εσωτερικό των χωρών αυτών. Έτσι όλοι οι σοβαροί αναλυτές, ακόμη και οι συντάκτες της ετήσιας έκθεσης για την ανάπτυξη του ΟΗΕ, συμφωνούν στο γεγονός αυτό. Οι μόνοι διαφωνούντες είναι οι καλοπληρωμένοι κομισάριοι των ελίτ στη Παγκόσμια Τράπεζα[1] που με άγριο μανιπουλαρισμα των στατιστικών στοιχείων[2] προσπαθούν να αποδείξουν το αναπόδεικτο, ότι δηλαδή η σημερινή ‘ανάπτυξη’ και παγκοσμιοποίηση είναι ωφέλιμη για τους φτωχούς(!) πράγμα που παπαγαλίζουν και οι εδώ απολογητές του νεοφιλελευθερισμού και του σοσιαλφιλελευθερισμού.[3] Ας δούμε όμως πρώτα τα σχετικά στατιστικά στοιχεία.

Όσον αφορά στην έκρηξη της ανισότητας στο διεθνές επίπεδο, σύμφωνα με την έκθεση του ΟΗΕ, το πλουσιότερο 20% του παγκόσμιου πληθυσμού εισπράττει σήμερα το  86% του παγκόσμιου εισοδήματος, έναντι 74% το 1970 πριν ν' αρχίσει η παγκοσμιοποίηση, ενώ το φτωχότερο 20% εισπράττει το 1% σήμερα έναντι 2,3% το 1970.[4] Φυσικά, η τεραστία αυτή συγκέντρωση εισοδήματος σημαίνει αντίστοιχη συγκέντρωση οικονομικής δύναμης κάτι που γίνεται φανερό από το γεγονός ότι το ίδιο 20% των πλουσιότερων ελέγχουν σήμερα το  82% των παγκόσμιων εξαγωγών και το 68% των άμεσων ξένων επενδύσεων, ενώ το φτωχότερο 20% ελέγχει το 1%.[5] Η επιτάχυνση μάλιστα της διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς τα τελευταία 10 χρόνια έχει οδηγήσει σε αντίστοιχη διεύρυνση της ανισότητας. Έτσι, οι 200 πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο διπλασίασαν την περιουσία τους μέσα σε πέντε μόλις χρόνια, από το 1994 στο 1999, και σήμερα η περιουσία τους ξεπερνά το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια όταν το συνολικό ετήσιο εισόδημα 582 εκ ανθρώπων στο Νότο φτάνει μόλις το 10% περίπου του ποσού αυτού (146 δις δολλ).[6]

Αντίστοιχα, όσον αφορά στην αύξηση της ανισότητας στο εσωτερικό της κάθε χώρας τα τυπικά παραδείγματα νεοφιλελευθερισμού (ΗΠΑ) και σοσιαλφιλελευθερισμου (Βρετανία) είναι ενδεικτικά. Στις ΗΠΑ, από το 1976 μέχρι σήμερα, έχει διπλασιαστεί ο πλούτος που κατέχει το 1% των πλουσιότερων Αμερικανών.[7] Το αποτέλεσμα της γενικότερης συγκέντρωσης οικονομικής δύναμης στις ΗΠΑ το τελευταίο τέταρτο του αιώνα είναι ότι σήμερα το 10% του Αμερικανικού πληθυσμού κατέχει το 81.8% της ακίνητης περιουσίας, το 81.2% των μετοχών και το 88% των ομολόγων.[8] Ακόμη, είναι φανερό ότι η ταχεία ανάπτυξη της Αμερικανικής οικονομίας δεν ωφέλησε  τα φτωχότερα στρώματα, (όπως υποστηρίζουν οι απολογητές  της οικονομίας της αγοράς), που έγιναν ακόμη φτωχότερα σε σχέση με τη δεκαετία του 70. Παρόμοια, στη Βρετανία του ‘Τρίτου Δρόμου’ (δηλ. του σοσιαλφιλελευθερισμου) ο δείκτης της ανισότητας αυξάνει συνεχώς επί ‘προοδευτικής’ Εργατικής κυβέρνησης και έφθασε ύψη ρεκόρ το 1999/2000, ξεπερνώντας και την ανισότητα που είχαν δημιουργήσει οι Συντηρητικοί.[9] Ετσι, η ανάπτυξη πάλι προσπέρασε τους φτωχούς εφόσον ακόμη και η think tank του Μπλερ επιβεβαίωσε ότι τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ το συνολικό εισόδημα αυξήθηκε κατά 55%, αυτό του φτωχότερου 10% αυξήθηκε μόλις κατά 6%, ενώ το εισόδημα του 10% των πλουσιότερων αυξήθηκε κατά 82%![10] Η συνέπεια ήταν ότι ενώ πριν είκοσι χρόνια το ποσοστό του Βρετανικού πληθυσμού που ζούσε στη φτώχεια ήταν 9% το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 24% επί Θατσερικων και σήμερα έχει φθάσει το 25%, ενώ το ποσοστό των παιδιών που ζουν στη φτώχια ανέβηκε από 10% το 1979 σε 31% στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας και σήμερα έχει φθάσει το 35%.[11] Στο μεταξύ, σήμερα, οι πτωχότεροι πληρώνουν παντού (ακόμη και στην Ελλάδα του ‘σοσιαλιστικού’ ΠΑΣΟΚ) υψηλότερους φόρους από τους πλουσιότερους, χάρη στις περικοπές στους ανώτερους συντελεστές στον φόρο εισοδήματος!

Η ‘εξήγηση’ που δίνουν οι νεοφιλελεύθεροι για την πελώρια αυτή συγκέντρωση είναι ότι είναι αναπόφευκτο αποτέλεσμα του ανταγωνισμού, ο οποίος όμως υποτίθεται ότι οδηγεί  τελικά  σε βελτίωση της θέσης των φτωχότερων στρωμάτων, μέσω της γενικότερης βελτίωσης της παραγωγικότητας και της αποδοτικότητας. Αντίστοιχα, οι σοσιαλφιλελευθεροι του Μπλερ και οι ντόπιοι συνοδοιπόροι υιοθετούν την ‘φιλοσοφία’ του John Rawls ότι δεν πρέπει να μας απασχολεί το πόσο πλούσιοι γίνονται μερικοί στην κορυφή αρκεί να υπάρχει κοινωνική κινητικότητα με βάση την αξιοκρατία. Όμως, η συνέπεια της εφαρμογής αυτής της αρχής στις ΗΠΑ για δεκαετίες είναι ότι η χώρα αυτή έχει σήμερα οχι μονο την μεγαλύτερη ανισότητα αλλά και τη χαμηλότερη κοινωνική κινητικότητα μεταξύ των αναπτυγμένων κοινωνιών του Βορρά. Το γεγονός δεν είναι βέβαια εκπληκτικό, με βάση τη δυνατότητα που έχουν  τα προνομιούχα στρώματα, μέσω της εκπαίδευσης που αγοράζουν για τους γόνους τους, να διαιωνίζουν τη θέση τους στην κοινωνική πυραμίδα.[12] Παρόλα αυτά, δεν λείπουν και οι παρ ημιν νυν βολεμένοι σοσιαλφιλελευθεροι Ευρωβουλευτές και τ. συγγραφείς Μαρξιστικών εγχειριδίων(!)[13] που δηλώνουν ότι το καπιταλιστικό σύστημα «έχει να συνεισφέρει κάτι το μόνιμο στον οποιοδήποτε τρόπο οργάνωσης κάθε οικονομίας διότι προσέφερε υλική ευημερία, άδικη μεν, αλλά ευημερία».

Όμως η συγκέντρωση αυτή μπορεί να εξηγηθεί με ένα εναλλακτικό τρόπο, τον οποιο βέβαια αγνοούν για ευνόητους λόγους οι νεοφιλελεύθεροι, σοσιαλφιλελευθεροι και οι ‘αριστεροί’ της ρεφορμιστικής αριστεράς. Με βαση την εναλλακτική αυτη ερμηνεία, η συγκεντρωση είναι  εγγενές χαρακτηριστικό της δυναμικής της οικονομίας της αγοράς, η οποία, όσο οδηγούσε σε  πιο ανοικτές και ελεύθερες αγορές, τόσο κατέληγε σε ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση. Ετσι, μολονότι  η ανισότητα είναι βέβαια σύμφυτο στοιχείο της οικονομίας της αγοράς, η σημερινή έκρηξη της ανισότητας μπορεί ν αποδοθεί άμεσα στην διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς τα τελευταία 25 περίπου χρόνια, που είχε αναπόφευκτο αποτέλεσμα και τις σημερινές νεοφιλελευθερες/σοσιαλφιλελευθερες πολιτικές.[14]



[1] βλ. π.χ.  David Dollar and Aart Kraay, Growth is good for the poor, (World Bank, 2000)

[2] βλσχετικά με το μανιπουλαρισμα των στοιχείων R. Douthwaite, Γκαρντιαν, 14/6/00 και Charlotte Denny, Γκαρντιαν, 4/7/00  

[3] Βλ. Γ. Μπητρος, Το Βήμα της Κυριακής 1&22/8/99  και Δ Δημητράκος, Το Βήμα της Κυριακής, 20/5/01

[4] UN, Human Development Report (διάφορα χρόνια)

[5] UN, Human Development Report 1999

[6] UN, Human Development Report 2000

[7] Will Hutton, Observer, 25/2/ 2001

[8] βλ ανάλυση στοιχείων του Federal Reserve Bank, Left Business Observer, αρ. 72, 3/4/1996, σ.5.

[9] Ο συντελεστής Gini έφθασε το 40 έναντι 38 το 1997 (Lucy Ward, Γκαρντιαν, 18/4/2001)

[10] Patrick Wintour, Guardian, 27/4/2001

[11] Ruth Lister, Guardian, 25/5/01

[12] Will Hutton, Observer,20/5/2001

[13] Γ. Κατηφορης, Το Βήμα, 8/3/98

[14] Βλ T. Fotopoulos, “Globalisation, the reformist Left and the Anti-Globalisation ‘Movement’”, Democracy & Nature (Ιούλης 2001).