Το ‘κίνημα’ κατά της παγκοσμιοποίησης και η Αριστερά

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Αυτές τις μέρες το ‘κίνημα’ κατά της παγκοσμιοποίησης κάνει πάλι αισθητή τη παρουσία του στο Νταβός αλλά και στο Pίο Γκράντε ντο Σουλ της Βραζιλίας. Οι δυο μάλιστα αυτές εκδηλώσεις είναι χαρακτηριστικές για τον διαφορετικό χαρακτήρα τους και επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση που έκανα σε προηγούμενο άρθρο μου[1] ότι οι ακτιβιστες, ΜΚΟ ,συνδικάτα κλπ που το εκπροσωπούν ούτε ‘κίνημα’ αποτελούν, λόγω της τεραστίας ανομοιογένειας τους και της έλλειψης κοινών στόχων, ούτε, κάτω από αυτές τις συνθήκες, μπορούν να θέσουν σε πραγματική απειλή τη διαδικασία διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς. Oι βασικές τάσεις που διαπίστωσα στο άρθρο αυτό ήδη μορφοποιούνται.

Η μια τάση αποτελείται κυρίως από τους οπαδούς της ‘άμεσης δράσης’ που έδωσαν ‘σημεία γραφής’ στο Σιατλ, το Λονδίνο, τη Πράγα και τώρα πιθανώς στο Νταβός, οι οποίοι θέτουν θέμα ‘συστημικο’, θέμα δηλαδή αμφισβήτησης των σημερινών πολιτικών και οικονομικών δομών, όπως αυτές εκδηλώνονται με την οικονομία της αγοράς και την αντιπροσωπευτική ‘δημοκρατία’, θεωρώντας ότι είναι αυτές οι δομές που έχουν οδηγήσει στη σημερινή πολυδιάστατη κρίση :

  • οικονομική, με τη τεραστία συγκέντρωση εισοδήματος και πλούτου μεταξύ Βορρά και Νότου αλλά και μέσα στο Βορρά και το Νότο,

  • οικολογική, που απειλεί ο 21ος αιώνας, σύμφωνα με τις απόψεις των ειδικών επιστημόνων, να οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερες καταστροφές από ο,τι είδαμε στο τέλος του 20ου,

  • πολιτική, με τη συνεχή συγκέντρωση εξουσίας σε υπερκρατικους οργανισμούς (Ομάδα των 7, ΔΝΤ, ΔΟΕ, Διεθνής Τράπεζα κλπ), η διακρατικούς όπου ‘το ‘μεγάλο ψάρι τρωει το μικρό’ (ΕΕ, Nafta) ,

  • κοινωνική, με τη συνεχή εξάπλωση της εγκληματικότητας και των ναρκωτικών,

  • πολιτιστική, με την ομογενοποιηση που φέρνει η κατάκτηση των βασικών σημερινών πολιτιστικών μέσων (κινηματογράφος, τηλεόραση, βιντεο, ιντερνετ δισκοπαραγωγη κλπ) από τις πολυεθνικές.

Η δεύτερη κύρια τάση είναι η τάση που θεωρεί ότι το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο μπορεί να αναμορφωθεί με την κατάλληλη πίεση από τα κάτω, τις κινήσεις πολιτών κλπ, ώστε να υποχρεωθούν οι πολιτικές ελίτ να πάρουν μέτρα για να ‘εξανθρωπίσουν’ τη παγκοσμιοποίηση. Η δεύτερη αυτή τάση εκπροσωπείται από τις ΜΚΟ,  ‘προσωπικότητες’ όπως οι Τσόμσκι, Σαμιρ Αμιν, Ντανιέλ Μιτεράν κ.α. που συγκεντρώνονται τώρα στο  Pίο Γκράντε ντο Σουλ για το ‘Παγκόσμιο Kοινωνικό Φόρουμ» φιλοξενούμενοι από τον ίδιο τον  κυβερνήτη του, κ.α. Η τάση αυτή διαφωνεί  όχι μόνο με τους στόχους  αλλά και με τον τρόπο δράσης σε σχέση με την πρώτη τάση–όπως φάνηκε στις εκδηλώσεις στο Σιατλ, τη Πράγα κλπ, όπου οι εκπρόσωποι της διαχωρίζαν τη θέση τους από τις βίαιες μορφές που έπαιρναν οι εκδηλώσεις της ‘αντι-συστημικής’ τάσης.

Οι δυο αυτές τάσεις, όπως είναι φυσικό,  εκπροσωπούν αντίστοιχες θεωρητικές θέσεις για την παγκοσμιοποίηση. Σύμφωνα με τη θέση που αντιστοιχεί στη πρώτη τάση, η διεθνοποιηση της οικονομίας, που επιταχύνθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 χάρη στη δραστηριότητα των πολυεθνικών οι οποίες είχαν αρχίσει ν ανθούν τότε, δημιουργησε νέες ανάγκες για τις οικονομικές ελίτ (απελευθέρωση των αγορών κεφαλαίου και εμπορευμάτων, ελαστικοποιηση της αγοράς εργασίας, δραστικός περιορισμός του κράτους- πρόνοια). Με λίγα λόγια, δημιουργησε την επιτακτική ανάγκη για τον δραστικό περιορισμό του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία που χαρακτήριζε τη κρατικιστικη μορφή της νεωτερικοτητας σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Ηταν, άλλωστε, η σύγκρουση αυτή διευρυνόμενου κρατισμού και αυξανόμενης διεθνοποιησης ‘από τα κάτω’ που είχε οδηγήσει στη κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1970 (με αφορμή την πετρελαϊκή κρίση), η οποία αποτέλεσε και το έναυσμα για τη βασική δομική αλλαγή που επακολούθησε: την άνοδο της διεθνοποιημένης νεοφιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς που θεσμοποιήθηκε από τα νεοφιλελεύθερα κόμματα στη Βρετανία και τις ΗΠΑ αρχικά, και στη συνέχεια διεθνοποιήθηκε με διακρατικές συμφωνίες (Παγκόσμια Οργάνωση Εμπορίου, συνθήκες Μάαστριχ, Αμστερνταμ κλπ)

Σύμφωνα, όμως,  με τη δεύτερη θέση, η νεοφιλελεύθερη οικονομία αποτελεί απλώς αλλαγή πολιτικής, σαν αποτέλεσμα της κατάληψης της εξουσίας από τα νεοφιλελεύθερα κόμματα μετά την ήττα της αριστεράς τον Μάη του ’68. Οι προτάσεις της τάσης αυτής, όπως διατυπώνονται από υποστηρικτή της στη χώρα μας, είναι σαφείς: ‘Σήμερα γίνεται σαφές ότι πρόβλημα των λαών δεν είναι τόσο η παγκοσμιοποίηση καθ' εαυτή, η οποία υπόκειται στους νόμους της Iστορίας, αλλά κυρίως οι εφαρμοζόμενες πολιτικές από τις εθνικές κυβερνήσεις υπό το πρόσχημα της παγκοσμιοποίησης’.[2] H άποψη αυτή δεν αποτελεί βέβαια Ελληνική πρωτοτυπία και εκφράζει, κατά τη γνώμη μου,  τη γενικότερη αποτυχία του μεγαλύτερου τμήματος της Αριστεράς, να συλλάβει τη διάσταση του φαινομένου της διεθνοποίησης, με αποτέλεσμα να προβαίνει σε ουτοπικές προτάσεις για τον αποτελεσματικό κρατικό έλεγχο των αγορών κλπ. Είναι δηλαδή φανερό ότι η αριστερά αυτή  δεν συνέλαβε ποτέ τη σημασία της δομικής αλλαγής που σημειώθηκε στη δεκαετία του 1970, η οποία σηματοδότησε τη μετάβαση σε μια νέα μορφή νεωτερικοτητας που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ‘νεοφιλελεύθερη’, και όχι απλώς μια αλλαγή πολιτικής.[3]

Ειναι ακόμη χαρακτηριστικό ότι η άποψη αυτή της απλής αλλαγής πολιτικής υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λίγους σοσιαλδημοκράτες που δεν μεταπήδησαν στον σοσιλ-φιλελευθερισμό αλλά και από πολλούς ‘Μαρξογενείς’ αριστερούς, οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι βλέπουν τις προβλέψεις τους να διαψεύδονται συνεχώς, εξακολουθούν να την υποστηρίζουν, από κεκτημένη ταχύτητα, η λόγω του ότι προτιμούν μια ‘αντιστασιακή’ αντί για μια αντισυστημικη στρατηγική, έχοντας και οι ίδιοι ‘προσαρμοστεί’ στο σύστημα. Οπως παρατηρεί ένας παλαίμαχος της Νέας Αριστεράς, ‘κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών στην αριστερά (στους οποίους κατονομάζει από τον Habermas μέχρι τον παλιό αριστεριστή και  νυν μεταμοντέρνο κομφορμιστή Lyotard) είναι η προσυπογραφή της αρχής που διατύπωσε ο τελευταίος ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι ο ανυπέρβλητος ορίζοντας της εποχής μας. Δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα άλλο από τον καπιταλισμό.’ [4] Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι μόλις πριν δυόμισι χρόνια μερικοί...διορατικοί Μαρξιστές του περιοδικού Marxism Today, με επικεφαλής τον γκουρού των Μαρξιστών ιστοριογράφων Eric Hobsbawm, πρόβλεπαν το τέλος του νεοφιλευθερισμου! Ούτε είναι περίεργο ότι, από τότε, όχι μόνο έχει ακόμη περισσότερο γενικευθεί η νεοφιλελεύθερη οικονομία της αγοράς αλλά και έχει επικρατήσει το Αγγλοσαξονικό μοντέλο σε βάρος του Γερμανικού μοντέλου της ‘κοινωνικής αγοράς’, προς έκπληξη του διευθυντού της New Left Review[5]. Ομως ήδη από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας αυτή η εξέλιξη ήταν αναμενόμενη  και την είχα διατυπώσει αλλού ως εξής: ‘Το μοντέλο του Ρήνου δεν είναι ένα μοντέλο για τον μελλοντικό καπιταλισμό, αλλά ένα υπόλειμμα της κρατικιστικής φάσης της αγοραιοποίησης, το οποίο δεν μπορεί προφανώς να επιβιώσει στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς’.[6]

Συμπερασματικά, οι διαφορές μεταξύ αυτών των δυο τάσεων είναι τόσο αγεφύρωτες που κατά τη γνώμη μου  διαγράφεται καθαρά η πιθανότητα διάσπασης του ‘κινήματος’ κατά της παγκοσμιοποίησης, με τους ‘ρεφορμιστές’ μέσα στο κίνημα αυτό να τείνουν να διαχωρίσουν τη θέση τους από τη ‘βία’ και τα ‘ανεδαφικά’ αιτήματα των αντισυστημικων και να οργανώνουν ανώδυνες εκδηλώσεις σαν αυτή στο Ριο Γκραντε ντο Σουλ, και τους υπόλοιπους να περιθωριοποιούνται και να γίνονται εύκολο αντικείμενο αντιμετώπισης από τις δυνάμεις ασφάλειας των ελίτ. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο φανερός στόχος των ελίτ  από την αρχή, με την ελπιδα να μετατραπέι και το ‘κινημα’ αυτο σε άλλο ένα ανώδυνο ‘λόμπι’, όπως πχ το οικολογικό .[7]

 


[1] ‘Σε αδιέξοδο το ‘κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης’, ‘Ε’, 16/12/00

[2] βλ Κ. Βεργόπουλος, ‘Ε’, 25/1/01

[3] βλ T. Fotopoulos, ‘The Myth of Postmodernity’, Democracy & Nature, vol 7 no 1 (Μάρτης 2001)

[4] Perry Anderson, The Origins of Postmodernity, (Verso, 1998) σελ.46

[5] Perry Anderson, New Left Review Ιαν-Φεβρ. 2000

[6] T. Fotopoulos, Towards An Inclusive Democracy, (Cassell, 1997) σ.97-98 (Περιεκτική Δημοκρατία, Καστανιώτης, 1999)

[7] βλ παραπέρα ανάλυση στο υπό έκδοση περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία ( Φεβρ. 2001) Ελ. Τύπος