(Ελευθεροτυπία, 3 Ιουνίου 2000)


Απάντηση στους θιασώτες του θρησκευτικού ανορθολογισμού

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Είναι ενδεικτικό για το πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει στη κοινωνία μας ο θρησκευτικός ανορθολογισμός ότι προηγούμενο άρθρο μου στη στήλη αυτή (6/5/00) όπου δήλωνα την αντίθεση μου σε κάθε είδος ανορθολογισμού έδωσε λαβή όχι μόνο σε απειλητικά ανώνυμα γράμματα αλλά ακόμη και σε έντονη κριτική (συνοδευόμενη από διάφορους υπαινιγμούς) από Πανεπιστημιακό συνεργάτη της στήλης[1] που χαρακτηρίζει «ακρότητα» τη συνολική απόρριψη της θρησκευτικής συνείδησης ως έκφρασης του ανορθολογισμού. Προφανώς, στη σημερινή Ελλάδα των Ελλήνων Χριστιανών θεωρούνται ακρότητες θέσεις που συζητούνται ευρέως σε χώρες όπου οι εκκλησίες κλείνουν η μία μετά την άλλη όπως η Βρετανία! Ας δούμε όμως λεπτομερέστερα τη σχετική επιχειρηματολογία που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Κατ' αρχήν, η επικριτική αυτή επιχειρηματολογία στηρίζεται αποφασιστικά σε μια παραποίηση  του κειμένου μου. Γράφει ο επικριτής μου: «ως ορθό λόγο χαρακτήρισαν αυτοί οι αναλυτές αποκλειστικώς την προσφυγή στα δεδομένα των αισθήσεων». Όμως στο άρθρο μου όριζα ρητά το ανορθολογικό σύστημα «ως το σύστημα του οποίου οι θεμελιώδεις πεποιθήσεις δεν συνάγονται με ορθολογικές μεθόδους, δηλαδή με βάση το "Λόγο" και/ή την προσφυγή στα δεδομένα των αισθήσεων, αλλά με βάση τη διαίσθηση, το ένστικτο, το συναίσθημα, τη μυστικιστική εμπειρία "εξ αποκαλύψεως" κ.λπ». Είναι λοιπόν φανερό ότι οι πήγες του ορθού λόγου είναι δύο και όχι μία: τα δεδομένα των αισθήσεων αλλά και ο «Λόγος», η λογική ανάλυση. Τα παραδείγματα επομένως του Αριστοτέλη και του Μπετόβεν που υποτίθεται ότι δεν καλύπτονται από τον ορισμό του ορθολογισμού που έδωσα είναι τουλάχιστον ατυχή. Διότι η μεν φιλοσοφία του Αριστοτέλη στηριζόταν στο Λόγο, ενώ η μουσική του Μπετόβεν στα δεδομένα των αισθήσεων (όταν στα τέλη της ζωής του έχασε την ακοή του είχε ήδη συσσωρεύσει στο «εσωτερικό αυτί« του χιλιάδες ήχους που, όπως κάθε μουσικοσυνθέτης, τους ανασυνέθεσε).

Στη συνέχεια ο επικριτής μου αναφέρεται στην «αναπότρεπτη νομοτέλεια της παλινδρομικής διαδρομής της έμφυτης ροπής από την πλησμονή του πρακτικού νου προς την ένδεια της θρησκευτικής έξαρσης, καθώς και αντιστρόφως». Θέλω να πιστεύω ότι η αναφορά αυτή δεν υπονοεί κάποια αναλλοίωτη ανθρώπινη φύση που είναι «μπολιασμένη» με την ανάγκη της πίστης στον Θεό, ή, όπως άλλος επιστολογράφος μου ανέφερε πιο χοντροκομμένα, στο «γεγονός» ότι «η Θρησκεία είναι μία αναγκαιότητα, υπάρχει μέσα μας, στα γονίδια μας». Φαντάζομαι ότι ο επικριτής μου, ως επιστήμων και ο ίδιος, θ’ αναγνωρίζει το «α-νόητο» τέτοιων επιχειρημάτων για την ανθρώπινη φύση που έχουν τόση επιστημονική βάση όση και οι αντίστοιχες απόψεις των ναζιστών για τα γονίδια της Αρείας φυλής. Υποθέτω επομένως ότι αυτό που εννοεί ο επικριτής μου είναι το γεγονός, που αποτελεί άλλωστε τη θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στους θιασώτες του θρησκευτικού ή αλλού ανορθολογισμού και τα ορθολογικά, αυτόνομα ανθρώπινα όντα, ότι δηλαδή οι πρώτοι πιστεύουν στην ύπαρξη ενός ξεχωριστού οντολογικού πεδίου (Θεός κ.λπ.) που υπάρχει ανεξάρτητα από την φαντασία μας και δεν το γνωρίζουμε δια των αισθήσεων και του Λόγου, ενώ οι δεύτεροι πιστεύουν ότι αυτό το ξεχωριστό πεδίο δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά προϊόν της φαντασίας μας και δεν υφίσταται ανεξάρτητα από αυτήν.

Όμως, η φαντασία μπορεί είτε να τύχει της επεξεργασίας του Λόγου και των δεδομένων των αισθήσεων, οπότε είναι χρήσιμη και απαραίτητη στην ορθολογική γνώση, την επιστήμη, είτε μπορεί να είναι «ανεπεξέργαστη», οπότε είναι μεν χρήσιμη και επιθυμητή σε κλάδους όπως η Τέχνη, η Λογοτεχνία κ.λπ., αλλά είναι άχρηστη αν όχι επικίνδυνη όταν χρησιμοποιείται στην ερμηνεία της φυσικής ή της κοινωνικής πραγματικότητας. Διαφορετικά θα έπρεπε να πιστεύουμε ότι φυσικά φαινόμενα όπως οι σεισμοί, καταποντισμοί κ.λπ. προκαλούνται από την οργή του Θεού, (ή, όπως προ ημερών υποστήριξε ο πρίγκιπας Κάρολος, η οικολογική κρίση οφείλεται στο γεγονός ότι απομακρυνθήκαμε από τον Θεό!) και κοινωνικά φαινόμενα όπως οι πόλεμοι, οι σκοτωμοί, το Aids κ.λπ. οφείλονται στο ότι οι άνθρωποι «αμαρτήσαν» και χρειάζεται μια δεύτερη κάθοδος του Θεού στη γη για να τους λυτρώσει. Η διαφορά είναι ότι στη πρώτη περίπτωση η γνώση που στηρίζεται στην επεξεργασμένη φαντασία   υπόκειται σε διάψευση, σε αντίθεση με τα θρησκευτικά δόγματα που δεν δέχονται καμία διάψευση ως προερχόμενα «εκ Θεού». Το κοινό επομένως χαρακτηριστικό, το οποίο μοιράζονται οι ποικίλες μορφές του ανορθολογισμού, είναι ότι βρίσκονται όλες εκτός του πεδίου τού λόγον διδόναι (λογοδοτείν), το οποίο «καθεαυτό συνεπάγεται την αναγνώριση της αξίας της αυτονομίας στην σφαίρα της σκέψης»[2]  ―πράγμα που είναι συνώνυμο του ίδιου του Λόγου.

Όμως δεν είναι μόνο στην ερμηνεία της πραγματικότητας που δεν μπορούμε να στηριχθούμε στην μη έλλογη (δηλ. την μη επεξεργασμένη) φαντασία. Ακόμη σημαντικότερο είναι το θέμα των ηθικών κανόνων που διέπουν τη συμπεριφορά μας. Ο επικριτής μου αναφέρεται στον «όμορφο νοητό κόσμο των ηθικών και αισθητικών αξιών, στον οποίο ανεβάζει το φιλοσοφημένο πιστό η ευαισθησία της θρησκευτικής του συνείδησης». Αφήνοντας κατά μέρος το άκρως αμφισβητούμενο θέμα κατά πόσο η θρησκεία είχε θετική επίδραση στη διαμόρφωση αισθητικών αξιών, ας επικεντρώσουμε τη προσοχή στο θέμα των ηθικών άξιων. Εάν απορρίψουμε την ανορθολογική εκδοχή ότι ο Θεός μας έδωσε ιδιοχείρως τις 10 εντολές του πάνω στις οποίες θεμελιώνεται η ιουδαιοχριστιανικη ηθική και δεχθούμε την λογική εξήγηση ότι όλοι οι ηθικοί κανόνες της παράδοσης αυτής στηρίζονται στη φαντασία των ανθρώπων, (δηλαδή του ιουδαιοχριστιανικου ιερατείου), το ερώτημα που γεννιέται είναι γιατί οι κανόνες της ηθικής πρέπει να παραμένουν αναλλοίωτοι, ως δήθεν ιεροί, και να μην υπόκεινται σε αμφισβήτηση από τους πολίτες. Όπως ανέπτυξα αλλού[3], η παράδοση είναι το κύριο παράδειγμα εξωγενούς σκέψης και εάν οι πολίτες δεν είναι έτοιμοι να αμφισβητήσουν οποιοδήποτε είδος παράδοσης, συμπεριλαμβανομένης κάθε θρησκευτικής ή πνευματιστικής πεποίθησης, τότε ουσιαστικά αποξενώνονται από  το θεμελιώδες στοιχείο της ελευθερίας: τη δημιουργία της δικής τους αλήθειας. Όμως  η ηθική η οποία αντλείται με ανορθολογικές μεθόδους, και ιδίως η θρησκευτική ηθική, είναι απορριπτέα και γι’ άλλο λόγο. Εν αντιθέσει με ό,τι κοινώς πιστεύεται, ένα σύστημα ηθικής που στηρίζεται στη θρησκεία ουσιαστικά διαφθείρει την ηθικότητα.[4]

Αλλά ας έλθουμε στο θέμα της δημοκρατίας που θίγει ο επικριτής μου όταν υποστηρίζει ότι το πρόβλημα για την ελληνική  δημοκρατία δεν είναι η έκρηξη του θρησκευτικού ανορθολογισμού αλλά η πολιτικοποίηση της Εκκλησίας ή όταν αναφέρεται στο δικαίωμα κάθε πολίτη να έχει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις  Και όσον αφορά μεν το πρώτο θέμα τα δυο φαινόμενα δεν είναι άσχετα, όπως δεν ήταν άσχετη η άνοδος φονταμελιστικών καθεστώτων σε χώρες όπου προηγούμενα υπήρχε έκρηξη του θρησκευτικού ανορθολογισμού και όπως δεν είναι άσχετα τα σημερινά έκτροπα με την έκρηξη της θρησκοληψίας στη χώρα μας που ενίσχυσαν με κάθε μέσο οι ίδιοι οι εκσυγχρονιστές! Όσον αφορά το δεύτερο, ο λόγος που έχει επιβιώσει ως σήμερα η αντιπροσωπευτική δημοκρατία σε χώρες με υψηλά ποσοστά θρησκευόμενων όπως οι ΗΠΑ δεν είναι απλώς  ο χωρισμός εκκλησίας και κράτους αλλά το γεγονός ότι οι χώρες αυτές δεν υπήρξαν ποτέ αληθινές, (δηλαδή άμεσες), δημοκρατίες. Με άλλα λόγια, ο διαχωρισμός αυτός λειτούργησε επειδή τα συστήματα αυτά είναι πολιτικά συστήματα στα οποία οι διάφορες ελίτ μπορούν να επιβάλουν την θέλησή τους μέσω της νομοθεσίας, της χειραγώγησης των Μ.Μ.Ε. και, σε τελική ανάλυση μέσω της κρατικής βίας, ακόμη και αν αυτή έρχεται σε σύγκρουση με τις θρησκευτικές ή σπιριτουαλιστικες πεποιθήσεις της πλειονότητας. Όμως, σε μια αληθινή δημοκρατία, όπου ο καθένας συμμετέχει όντως στην λήψη των αποφάσεων, έχει αποφασιστική σημασία η πλειονότητα να μην πιστεύει σε αναλλοίωτες «αλήθειες». Γι’ αυτό, μολονότι είναι βέβαια αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός οι πεποιθήσεις του, δεν είναι δυνατή η θεμελίωση μιας τέτοιας δημοκρατίας σε μια κοινωνία όπου η πλειονότητα των πολιτών αποτελείται από θιασώτες κάποιου θρησκευτικού ανορθολογισμού που επιβάλλει «ιερούς» κανόνες συμπεριφοράς.

 


 

[1] Bλ. άρθρο K. Mπέη, «Aπάντηση στη μομφή του θρησκευτικού ανορθολογισμού», Eλευθεροτυπία (17/5/2000).

[2] K. Kαστοριάδης, «H κρίση του Mαρξισμού και η κρίση της Πολιτικής», Kοινωνία και Φύση, αρ. 2 (1992).

[3] T. Φωτόπουλος, Θρησκεία, Aυτονομία, Δημοκρατία (Eλ. Tύπος, 2000).

[4] Στο ίδιο, σελ. 154-56.