(Ελευθεροτυπία, 9 Οκτωβρίου 1999)

Πέντε βολικοί μύθοι της «Αριστεράς» μας

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Τελευταία έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη παραφιλολογία μεταξύ ‘αριστερών’ οικονομολόγων στο εξωτερικό αλλά και στη χώρα μας[1] για τα αίτια της σημερινής οικονομικής κρίσης και τη φύση της παγκοσμιοποίησης. Μια παραφιλολογία που τροφοδότησε και η πρόσφατη Έκθεση του ΟΗΕ για την ανθρώπινη ανάπτυξη, που εκφράζει ανάλογες νέο-Κευνσιανες απόψεις. Ας δούμε όμως συγκεκριμένα τους μύθους αυτούς.

Μύθος πρώτος: η παγκοσμιοποίηση δεν είναι νέο φαινόμενο αφού ανάλογη παγκοσμιοποίηση συνέβη και στο παρελθόν. Στη πραγματικότητα όμως,[2] η σημερινή παγκοσμιοποίηση (η θα έλεγα ορθότερα διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς που αφορά,  βασικά, τις αγορές κεφαλαίου και εμπορευμάτων) είναι εντελώς νέο φαινόμενο, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Ποσοτικά, διότι ποτέ άλλοτε στην Ιστορία το άνοιγμα των μητροπολιτικών οικονομιών της αγοράς σε σχέση με το εμπόριο δεν ήταν τόσο σημαντικό. Ο κύριος δείκτης της διεθνοποίησης της οικονομίας, δηλ. το άνοιγμα της προς το εμπόριο, παρά τα παραμύθια των σοσιαλδημοκρατών οικονομολόγων[3] είναι σήμερα υψηλότερος παρά ποτέ. Έτσι, οι ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία και  Γερμανία, στις οποίες αναλογεί το 43% της παγκόσμιας παραγωγής, έχουν κατά μέσο όρο ένα αντίστοιχο δείκτη ανοίγματος προς το εμπόριο, που είναι σχεδόν 40% υψηλότερος από αυτόν του 1913 ―το έτος ακμής στο παρελθόν.[4] Ποιοτικά, όπως παραδέχεται η Έκθεση του ΟΗΕ, πρώτη φορά οι αγορές συναλλάγματος και κεφαλαίου έχουν ανοιχθεί σε τέτοιο βαθμό, υπό την αιγίδα της Διεθνούς Οργάνωσης Εμπορίου και πλειάδας πολυμερών συμφωνιών που εξασφαλίζουν τη σύνδεση των αγορών σε ένα παγκόσμιο δίκτυο όπου ανταλλάσσονται 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια την ημέρα.

Mήθος δεύτερος: η σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση, με την έννοια της έκρηξης της ανισότητας και της φτώχειας, είναι αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εισήγαγαν ‘κοντόφθαλμες’ κυβερνήσεις για  να εξυπηρετήσουν τη βουλιμία του κεφαλαίου.[5] Φυσικά, αυτό δεν αποτελεί εξήγηση διότι η μεν βουλιμία του κεφαλαίου δεν είναι νέο φαινόμενο, ενώ θα ήταν τουλάχιστον αφελές ν’ αποδώσουμε τις πολιτικές  που εφαρμόζουν με συνέπεια, σχεδόν για μια εικοσαετία, κυβερνήσεις της δεξιάς αλλά και της ‘Αριστεράς’, στη περιορισμένη αντίληψη τους! Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο, όπως ισχυρίζονται βολικότατα διάφοροι ‘αριστεροί’ οικονομολόγοι, αλλά δομικό φαινόμενο δηλ. φαινόμενο που εκφράζει αλλαγές στη δομή του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Για να εξηγήσουμε τις πολιτικές αυτές θα πρέπει ν’ αναφερθούμε στην εντεινόμενη μεταπολεμικά διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς που στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70 έγινε ασύμβατη με τον βαθμό κρατισμού, τον οποίο εξέφραζε η επικρατούσα τότε σοσιαλδημοκρατική συναίνεση. Οι κυβερνήσεις των Θάτσερ και Ρέιγκαν βασικά θεσμοποίησαν την υφιστάμενη κατάσταση όταν άνοιξαν τις αγορές κεφαλαίου και συναλλάγματος, όπως απαιτούσαν οι ανάγκες των πολυεθνικών που ήδη είχαν αρχίσει να ελέγχουν σημαντικό τμήμα της παγκόσμιας παραγωγής και εμπορίου. Και ήταν το άνοιγμα των αγορών που επέβαλε ένα διαφορετικό τύπο ανάπτυξης, ο οποίος θα στηριζόταν περισσότερο στην εξωτερική, παρά στην εσωτερική, αγορά, όπως πριν. Αυτό σήμαινε ότι η ανταγωνιστικότητα και η συνακόλουθη ανάγκη συμπίεσης του πληθωρισμού (στον οποίο είχαν συμβάλλει σημαντικά οι Κευνσιανές πολιτικές) αποκτούσαν καθοριστική σημασία στην ανάπτυξη. Το άνοιγμα επομένως των αγορών, που είναι η απώτερη αιτία για την εγκατάλειψη του Κευνσιανισμού, το πετσόκομμα του κράτους-πρόνοιας και η συνακόλουθη έκρηξη της ανισότητας και της φτώχειας, δεν είναι αποτέλεσμα ‘κοντόφθαλμων’ πολιτικών αλλά αναπόφευκτη συνέπεια της δυναμικής της οικονομίας της αγοράς. Πράγμα που οι τ. Μαρξιστές και νυν φορείς σοσιαλδημοκρατικών απόψεων που στελεχώνουν τη σημερινή  κατεστημένη «αριστερά» μας προτιμούν να αγνοούν. Το γεγονός αυτό δεν είναι βέβαια περίεργο στις μέρες μας όταν η ίδια «αριστερά» δεν είχε πρόβλημα να οργανώσει και πλαισιώσει συνέδριο, στη μνήμη Μαρξιστού διανοούμενου, το οποίο είχε την αμέριστη υποστήριξη (και χρηματοδότηση) ολόκληρου του κατεστημένου (τράπεζες, ΜΜΕ, υπουργεία, κομισιόν) και στο οποίο μετείχαν (ακόμη και ως σύνεδροι) μερικοί από τους πιο αδίστακτους σοσιαλφιλελεύθερους του κυβερνώντος κόμματος, με προεξάρχοντα τον αρχηγό του

 Μύθος τρίτος: η ιστορία επαναλαμβάνεται εφόσον οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις εφάρμοζαν παρόμοιες πολιτικές τη δεκαετία του 1930, μέχρι που κατάλαβαν ‘το αυτονόητο’ που υποστήριζε ο Κευνς.[6] Όμως, οι σημερινές αντιπληθωριστικές πολιτικές δεν είναι κάποιο λάθος πολιτικής, ούτε η δεκαετία του 30 συγκρίνεται με την εποχή μας. Στη δεκαετία του 30 δεν υπήρχε η σημερινή διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς και η ανάπτυξη στηριζόταν βασικά στην εσωτερική αγορά. Γιαυτό και οι Κευνσιανες πολιτικές συνέβαλαν σημαντικά  στην εξασφάλιση υψηλών επιπέδων απασχόλησης, αλλά και επιτάχυναν τον πληθωρισμό. Όμως, η σημερινή διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς αποτελεί την ταφόπετρα του Κευνσιανισμού, όσο και αν οι ‘αριστεροί’ οικονομολόγοι προσποιούνται ότι δεν το καταλαβαίνουν. Στο σημερινό θεσμικό πλαίσιο των ανοικτών αγορών οι κυβερνήσεις δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να αφήνουν την οικονομική ανάπτυξη, καθώς  και την παράλληλη επίτευξη χαμηλών επιπέδων ανεργίας αλλά και πληθωρισμού, στις ‘εύκαμπτες’ αγορές, χωρίς ουσιαστική κρατική παρέμβαση. Ήδη οι ΗΠΑ και η Βρετανία έχουν επιτύχει σημαντικά το στόχο αυτό και οι υπόλοιποι (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία κ.λπ.) προσπαθούν να τις ακολουθήσουν, ενώ οι ουτοπικοί σοσιαλδημοκράτες τύπου Λαφοντέν (που αποτελούν το πρότυπο των ‘αριστερών’ μας) εκπαραθυρώνονται. Φυσικά, η ‘λύση’ αυτή σημαίνει χαμηλόμισθες δουλειές, επέκταση της περιστασιακής και μερικής απασχόλησης και επομένως έκρηξη της ανισότητας. Όμως, η ‘λύση’ αυτή κάθε άλλο παρά αποτυχημένη είναι. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν εξασφαλίζει μια τεραστία κερδοφορία για την οικονομική ελίτ .

Μύθος τέταρτος: το σύστημα έχει φθάσει σε αδιέξοδο με την ‘αυτοκτονική έμμονη’ του σε αυτές τις λύσεις.[7] Η άποψη αυτή στηρίζεται στη παλιά θεωρία της υποκατανάλωσης, ότι δηλαδή η αναπαραγωγή της οικονομίας ανάπτυξης δεν είναι βιώσιμη σ’ ένα πλαίσιο μεγάλης ανισότητας, που οδηγεί αναπόφευκτα σε χαμηλή ζήτηση.[8] Είναι φανερό όμως ότι οι υποστηρικτές παρομοίων απόψεων ζουν στο παρελθόν και δεν αντιλαμβάνονται  ότι στη μεταβιομηχανική κοινωνία, στο βαθμό που τα προνομιούχα στρώματα στο Βορρά ή τον Νότο, επεκτείνουν την κατανάλωσή τους, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα για την αναπαραγωγή της. Η σημερινή άλλωστε ανάπτυξη προϋποθέτει την ανισότητα εφόσον είναι αδύνατη η καθολίκευση των καταναλωτικών πρότυπων του 20% του παγκόσμιου πληθυσμού που σήμερα εισπράττει το 86% του παγκόσμιου εισοδήματος. Για παράδειγμα, έχει υπολογιστεί ότι για να παγκοσμιοποιηθεί το σημερινό επίπεδο ζωής του Βορρά η παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή θα πρέπει να αυξηθεί κατά 130 φορές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ήδη επιβαρημένο περιβάλλον![9]

Μύθος πέμπτος: αρκεί μια κρίση στη Γουωλ Στρητ για να επανέλθουμε σε μορφές κρατισμού όπως ο Κευνσιανισμος, που αποτελεί τη μόνη λυση[10]. Όμως, μια νέα χρηματιστηριακή κρίση, η οποία πράγματι είναι θέμα χρόνου,  το πολύ να οδηγούσε στην υιοθέτηση αυστηρότερων ρυθμιστικών ελέγχων. Οι έλεγχοι αυτοί απλώς θα στόχευαν στον καλύτερο έλεγχο των χρηματαγορών, ώστε να επιτυγχάνεται μεγαλύτερη σταθερότητα στο παγκόσμιο σύστημα, και δεν θα πείραζαν τα βασικά χαρακτηριστικά του σημερινού συστήματος (ανοικτές αγορές, ‘εύκαμπτη’ εργασία, πετσόκομμα του κράτους-πρόνοιας, ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.) που αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά της διεθνοποιημένης οικονομίας. Επομένως, οι ‘αριστεροί’ πανεπιστημιακοί, στο εξωτερικό ή εδώ, που υποστηρίζουν ότι είναι δυνατή η επιστροφή σε κάποια μορφή κρατισμού (εμπνεόμενη από τον Κευνσιανισμο ή μη), είναι προφανές ότι απλώς δεν επιθυμούν να συνάγουν το αδήριτο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει πια διέξοδος για τη κρίση (που εκδηλώνεται με τη σημερινή πελώρια συγκέντρωση) στο πλαίσιο της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Έτσι,  προτιμούν να εισηγούνται ανώδυνες, και στη πραγματικότητα ουτοπικές, μεταρρυθμίσεις μέσα στο σύστημα, παίζοντας (συνειδητά η μη) τον ρόλο της ‘αριστερής‘ αντιπολίτευσης που τους έχουν αναθέσει οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ και απολαμβάνοντας (συνειδητά) την συνακόλουθη κοινωνική προβολή.

 


 

[1] βλ. για παράδειγμα το αφιέρωμα της ‘Ε’ για την φτώχεια (25/9) όπου γινόταν απόπειρα να εξηγηθεί το φαινόμενο αποκλειστικά με βάση  σοσιαλδημοκρατικές  απόψεις

[2] βλ. Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, Καστανιώτης, 1999, κεφ. 1

[3] Hirst & Thompson, Globalisation in Question, 1996, πιν.2.5

[4] Περιεκτική Δημοκρατία, πιν. 1.3

[5] Βλ. Συνέντευξη Κ. Βεργοπουλου στο αφιέρωμα

[6] στο ίδιο

[7] στο ίδιο

[8] Hirst & Thompson, σελ. 163

[9] M. Carley & I. Christie, Managing Sustainable Development (1993), σελ. 50

[10] συνέντευξη Βεργοπουλου.