(Ελευθεροτυπία, 23 Οκτωβρίου 1999)


Προϋποθέσεις για το ρόλο της Αριστεράς σήμερα

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Στο προηγούμενο άρθρο μου[1] αναφέρθηκα στη βολική μυθολογία που έχει αναπτύξει η κατεστημένη ‘αριστερά’, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σύμφωνα με την οποία η παγκοσμιοποίηση αποτελεί ένα αστικό ιδεολόγημα που στρέφεται εναντίον του κράτους-έθνους και συνεπάγεται την ανάγκη για μια εναλλακτική πρόταση στο νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος οδήγησε σε κατακερματισμό της εργατικής τάξης.[2] Όμως, όπως, συνοπτικά,[3] προσπάθησα να δείξω στο προηγούμενο άρθρο, η παγκοσμιοποίηση δεν είναι απλώς ‘αστικό ιδεολόγημα’, όπως υποστηρίζει η ανιστόρητη αυτή άποψη, αλλά αποτελεί δομική αλλαγή στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Οι ανοικτές αγορές και η ίδια η θεσμοποίηση της παγκοσμιοποίησης (η όπως σωστότερα θα έλεγα της διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς), καθώς και οι συνακόλουθες νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι απλά συμπτώματα μιας βαθύτερης δομικής αλλαγής. Η αλλαγή αυτή άρχισε ν αναδύεται στη δεκαετία του ‘70 όταν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της εντατικοποίησης της συγκέντρωσης που επέβαλε η μεταπολεμική δυναμική της οικονομίας της αγοράς, άρχισαν να κατακτούν όλο και σημαντικότερο τμήμα της παραγωγής και του εμπορίου, πράγμα που συνεπαγόταν την ανάγκη δημιουργίας αντίστοιχων θεσμικών αλλαγών που θα διευκόλυναν τη διαδικασία αυτή. Έτσι, άρχισε να θεσμοποιείται, σε κρατικό και διακρατικό επίπεδο, το άνοιγμα των αγορών κεφαλαίου και εμπορευμάτων και η παράλληλη ‘ελαστικοποίηση’ της αγοράς εργασίας, το πετσόκομμα του κράτους-πρόνοιας κ.λπ.

Το εάν όμως η παγκοσμιοποίηση αποτελεί απλώς ιδεολόγημα η δομική αλλαγή δεν είναι βυζαντινολογία αλλά έχει πελώρια πρακτική σημασία όσον αφορά τη φύση και τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης της Αριστεράς σήμερα. Εάν δηλαδή δεχθούμε την άποψη του ιδεολογήματος (ή την ανάλογη άποψη που υποστηρίχτηκε από τον Πάνιτς κ.α. στο συνέδριο για τον Πουλαντζά ότι τη παγκοσμιοποίηση εισήγαγαν ‘κακές’ ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις) τότε η απάντηση στη διεθνοποίηση μπορεί να δοθεί μέσα στο ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, μέσω της εκλογής των ‘καλών’ σοσιαλδημοκρατών τύπου Λαφοντέν στη κυβέρνηση, που θα εισάγουν αποτελεσματικούς κοινωνικούς ελέγχους για την προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος. Αντίθετα, αν δεχθούμε τη θέση της παγκοσμιοποίησης ως δομικής αλλαγής τότε το σημερινό θεσμικό πλαίσιο των ανοικτών αγορών κεφαλαίου και εμπορευμάτων δεν δίνει καμία δυνατότητα για παρόμοιες επιλογές. Στη περίπτωση αυτή, οι πολιτικές που εφαρμόζουν σήμερα τα τ. Σοσιαλδημοκρατικά και νυν σοσιαλφιλελεύθερα κόμματα, σε συνεργασία με τα χρεοκοπημένα Πράσινα κόμματα, σε ολόκληρη την Ευρώπη, είναι πράγματι μονόδρομος. Πράγμα που σημαίνει ότι η μόνη διέξοδος είναι η δημιουργία νέων μορφών κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης έξω από το σημερινό θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, στο πλαίσιο ενός περιεκτικού πολιτικού προγράμματος ριζικής αλλαγής,

Με άλλα λόγια, το τι χαρακτήρα θα πάρει η αριστερά στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς εξαρτάται αποφασιστικά από την απάντηση που θα δώσει στο κρίσιμο ερώτημα κατά πόσο, μετά τη κατάρρευση του κρατικιστικού σοσιαλισμού, (όπως εμφανίστηκε στην Ανατολή με τον ‘υπαρκτό’ σοσιαλισμό και στη Δύση με τη σοσιαλδημοκρατία), υπάρχει διέξοδος μέσα στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ή εάν, αντίθετα, το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο αποτελεί την απώτερη αιτία της κρίσης. Η θέση της παραδοσιακής Αριστεράς, που υποστηρίζει τα ανοητολογήματα περί της παγκοσμιοποίησης ως ιδεολογίας ή ιμπεριαλιστικής πολιτικής, είναι η ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών, δηλαδή η ενδυνάμωση των διάφορων θεσμών που είναι αυτόνομοι από τον κρατικό έλεγχο (συνδικάτα, κινήσεις πολιτών, συνεταιρισμοί, σχολές σκέψης κ.τ.λ.) η οποία θα οδηγήσει στο ‘βάθαιμα’ της δημοκρατίας. Όμως, η προσέγγιση αυτή είναι τόσο ανιστορική όσο και ουτοπική

Είναι ανιστορική, διότι, όπως οι ίδιοι οι υποστηρικτές της υποστηρίζουν, προϋποθέτει ένα σημαντικό βαθμό κρατισμού για να στηρίξει την ενδυνάμωση της κοινωνίας πολιτών. Όμως, στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς ένας τέτοιος βαθμός κρατισμού είναι αδύνατος και η διεθνοποίηση της οικονομίας επιβάλλει την ανάλογη διεθνοποίηση εκείνου του τύπου ισχνής κοινωνίας πολιτών που έχει τα εχέγγυα της μεγαλύτερης ανταγωνιστικότητας (πχ των ΗΠΑ). Και είναι ουτοπική, διότι η ίδια η διεθνοποίηση οδηγεί στην αποδυνάμωση των θεσμών της κοινωνίας πολιτών. Το γεγονός άλλωστε ότι οι οπαδοί της κοινωνίας πολιτών προσπαθούν ν αρνηθούν το ίδιο το φαινόμενο της διεθνοποίησης υποδηλώνει όχι μόνο τον ανιστορικό χαρακτήρα της ανάλυσης αυτής αλλά και την ουτοπική της διάσταση.

Η αποδυνάμωση όμως των θεσμών της κοινωνίας πολιτών δεν οφείλεται, όπως απλοϊκά υποστηρίζουν οι ‘αριστεροί’ οικονομολόγοι (που ξεχνούν την Μαρξιστική παιδεία τους για να στηρίξουν τις σημερινές σοσιαλδημοκρατικές απόψεις τους), στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Για παράδειγμα, οι νεοφιλελεύθεροι δεν θα μπορούσαν ποτέ να διαλύσουν τα σωματεία και να κατακερματίσουν την εργατική τάξη αν δεν είχαν προηγηθεί οι δομικές αλλαγές που ανάφερα παραπάνω, οι οποίες ενείχαν και σημαντικές τεχνολογικές αλλαγές που σηματοδότησαν τη μετάβαση της οικονομίας της αγοράς σε μια μεταβιομηχανική φάση. Το αποτέλεσμα που προέκυψε από το συνδυασμό των αλλαγών αυτών ήταν μια δραστική μεταβολή στη διάρθρωση της απασχόλησης που εκφράστηκε με τη σημαντικότατη μείωση του μεγέθους της χειρωνακτικής εργατικής τάξης. Για παράδειγμα, στην Ομάδα των 7, το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού που απασχολούνταν στη μεταποίηση έπεσε περισσότερο από ένα τρίτο μέσα σε 20 χρόνια (από ένα μέσο 31% το 1972-73, σε 20% το 1992-93).[4] Το γεγονός αυτό είχε σημαντικές επιπτώσεις όσον αφορά τη δύναμη και τη σημασία των συνδικάτων και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, με τα μέλη των αμερικανικών συνδικάτων να μειώνονται από 35 σε 15 εκατομμύρια[5] και των βρετανικών από 13 εκατομμύρια σε λιγότερα από 9 εκατομμύρια.[6] Αντίστοιχα, η διάρθρωση του εκλογικού σώματος άλλαξε ριζικά (π.χ. στη Βρετανία, η αναλογία της χειρωνακτικής εργατικής τάξης μειώθηκε από το μισό στο ένα τρίτο).[7]

 Το κρίσιμο επομένως ερώτημα σήμερα για την αριστερά και τη κοινωνία γενικότερα είναι εάν είναι συμβατή η αποτελεσματική προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος με τη διαδικασία αγοραιοποίησης και τη συνακόλουθη διεθνοποίηση ή, εάν, αντίθετα, πρέπει να εγκαταλειφθεί το όλο σύστημα της αγοράς. Αν δεχτούμε τη θέση της ασυμβατότητας, οποιαδήποτε προσπάθεια ενίσχυσης των θεσμών της κοινωνίας πολιτών μέσα στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς είναι μάταιη, στο βαθμό που δεν επιδιώκει να υπερβεί την ίδια την οικονομία της αγοράς. Ο λόγος είναι ότι οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια θα ήταν αναπόφευκτα ασύμβατη με τις απαιτήσεις της ανταγωνιστικότητας (της αντίστοιχης χώρας ή του αντίστοιχου οικονομικού μπλοκ) που επιβάλλουν οι διεθνοποιημένες αγορές.

Επομένως, εάν η Αριστερά θα εξακολουθήσει να υπάρχει η όχι εξαρτάται από το εάν θα αναλάβει πάλι τον ιστορικό της ρόλο στην αναζήτηση νέων μορφών κοινωνικής οργάνωσης, πέρα από το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, ή εάν θα αποτελέσει απλώς ένα μηχανισμό διαχείρισης της εξουσίας με ‘αριστερό’ πρόσωπο (όπως γίνεται σήμερα στη δυτική Ευρώπη και εδώ). Εάν, παίρνοντας δεδομένο το πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, συνεχίσει να αρνείται στρουθοκαμηλικά τις σημερινές πελώριες δομικές αλλαγές και να επιδιώκει δονκιχωτικά την ενδυνάμωση της κοινωνίας πολιτών τότε θα έχει εξαντλήσει τον ιστορικό της ρόλο. Εάν αντίθετα αγωνιστεί για τη δημιουργία ενός νέου ηγεμονικού παραδείγματος που, από τη μια μεριά, θα ανάγει τη θεμελιακή αιτία της σημερινής γενικευμένης κρίσης στη συγκέντρωση δύναμης σε όλα τα επίπεδα, στην οποία αναπόφευκτα οδηγεί η δυναμική της οικονομίας της αγοράς και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και, από την άλλη, θα προτείνει τη διέξοδο από τη κρίση μέσα από τη ριζική αποκέντρωση της εξουσίας και τη δημιουργία ενός νέου θεσμικού πλαισίου που εξασφαλίζει την ισοκατανομή εξουσίας σε όλα τα επίπεδα, (αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε περιεκτική δημοκρατία), τότε το μέλλον είναι μπροστά της.


 

[1] ‘Ε’ (9/10/1999).

[2] Κ. Βεργόπουλος, στο συνέδριο για τον Πουλαντζά, ‘Ε’ (4/10/1999).

[3] βλ. για εκτεταμένη ανάλυση του θέματος Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, Καστανιώτης (1999), κεφ 1

[4] International Labor Organization (ILO), Yearbook of Labor Statistics.

[5] Frances Fox PivenNew Left Review, (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1995)

[6] Will Hutton, The State Were In (1995), σελ. 92

[7] Bob Jessop, New Left Review (Σεπτέμβριος.-Οκτώβριος. 1987).