ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ: Πέρα από την δαιμονολογία της ποινικοποίησης και την “προοδευτική” μυθολογία της φιλελευθεροποίησης


 

(Ελευθεροτυπία, 4 Ιουλίου 1998)


Η «προοδευτική» μυθολογία για τα ναρκωτικά

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Κάθε χρόνο τέτοιο καιρό επαναλαμβάνεται το ίδιο κακόγουστο πανηγύρι. Στην αρχή έρχεται η παγκόσμια μέρα του περιβάλλοντος, όπου διάφοροι «προοδευτικοί» οικολόγοι πλημμυρίζουν τα κανάλια για να μας πείσουν πως η οικολογική κρίση μπορεί να ξεπεραστεί αρκεί να υιοθετήσουμε τις σωστές αξίες, τεχνολογίες και φορολογικές πολιτικές. Στη συνέχεια της επετηρίδας είναι η σειρά της παγκόσμιας ημέρας κατά των ναρκωτικών όπου διάφοροι «προοδευτικοί» αντι-απαγορευτές (τα πρόσωπα των δυο κατηγοριών «προοδευτικών», όχι τυχαία, συνήθως ταυτίζονται) γεμίζουν πάλι τα ΜΜΕ για να μας πείσουν πως το πρόβλημα των ναρκωτικών (που για μερικούς από αυτούς είναι ανύπαρκτο!) προκαλείται αποκλειστικά από την καταστολή. Έτσι απλά και απλοϊκά. Μόλις δε αρθεί η καταστολή αυτή, ως δια μαγείας, θα λυθεί όχι μόνο το πρόβλημα των ναρκωτικών αλλά, κατά τους περισσότερο ανοητολογούντες από αυτούς, θα εξαφανιστεί και το βασικό στήριγμα της διεθνούς ανισότητας και οικονομικής εκμετάλλευσης, της ίδιας της αμερικανικής πλανηταρχίας![1]

Όπως προσπάθησα να δείξω επανειλημμένα στο παρελθόν από τη στήλη αυτη,[2] η καταστολή δεν είναι η αιτία της εξάπλωσης των ναρκωτικών και τα σχετικά επιχειρήματα των «προοδευτικών» αντι-απαγορευτών στηρίζονται σε παραποιήσεις των στατιστικών στοιχείων και της ιστορικής εμπειρίας.[3] Η καταστολή είναι απλώς το σύμπτωμα της εξάπλωσης. Γι’ αυτό και η νομιμοποίηση, μπορεί μεν, υπό προϋποθέσεις, να έχει κάποια ευεργετικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα όσον αφορά τους θανάτους χρηστών και τη συναφή με τα ναρκωτικά εγκληματικότητα, αλλά σίγουρα δεν πρόκειται να μειώσει την εξάπλωση των ναρκωτικών. Καμία λογική ή εμπειρική ανάλυση δεν έχει αποδείξει το ενάντιο και τα αντίθετα λεγόμενα είτε είναι ανοητολογήματα είτε λέγονται εκ του πονηρού.

Στη πραγματικότητα, το θέμα των ναρκωτικών είναι ένα πολύπλοκο κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα που ανάγεται στο ίδιο το κοινωνικό-οικονομικό σύστημα της οικονομίας της αγοράς και τις εκφάνσεις του ως καταναλωτική κοινωνία και νεοφιλελεύθερη συναίνεση. Γι’ αυτό και το πρόβλημα πήρε τις σημερινές μαζικές διαστάσεις μετά την εμφάνιση των φαινομένων αυτών, δηλαδή από τη δεκαετία του ’60 και μετά και όχι από το… 1914 όπως ισχυρίζονται αναληθώς οι «προοδευτικοί». Το πρόβλημα δεν επιδέχεται επομένως απλοϊκές λύσεις, όπως αυτές που επιβάλλει το Αμερικανικό μοντέλο της ποινικοποίησης της χρήσης, ή αυτές που προτείνουν οι «προοδευτικοί» αντι-απαγορευτές, δηλαδή τη νομιμοποίηση των μαλακών ναρκωτικών και τη χορήγηση των λοιπών με απλή συνταγή γιατρού.

Έτσι, το μεν Αμερικανικό μοντέλο έχει οδηγήσει στην έκρηξη των θανατηφόρων κρουσμάτων και των σχετικών με τα ναρκωτικά εγκλήματα, η δε νομιμοποίηση οδηγεί στην παραπέρα μαζική εξάπλωση των ναρκομανών. Η πρόσφατα δημοσιευθείσα έρευνα[4] του έγκυρου ολλανδικού ινστιτούτου Trimbos της Ουτρέχτης, δείχνει, για παράδειγμα, ότι η Ολλανδία, που ακολουθεί μια παραλλαγή της νομιμοποιητικής λύσης, έρχεται τέταρτη στον κατάλογο των δεκαπεντάχρονων νέων που έχουν δοκιμάσει ναρκωτικές ουσίες, αμέσως μετά τις ΗΠΑ (29% έναντι 34%). Aκόμη χειρότερα, η Ολλανδία έρχεται δεύτερη στον κατάλογο όσον αφορά τη χρήση από τους νέους του επικίνδυνου ναρκωτικού «Eκστασις». Είναι επομένως φανερό ότι η λύση αυτή οδηγεί κατ’ ευθείαν στη «προοδευτική» χασισοκοινωνία που περιέγραψα στο προηγούμενο άρθρο. Ακόμη, η χορήγηση επικίνδυνων ναρκωτικών ουσιών με βάση την απλή συνταγή γιατρού δεν πρόκειται βέβαια να σταματήσει την εξάπλωση των ναρκωτικών που είναι το θεμελιακό πρόβλημα. Και αυτό, διότι, πρώτον, είναι πιθανό να δημιουργήσει μια νοοτροπία, ιδιαίτερα στους νέους που κυρίως καταφεύγουν στον τεχνητό παράδεισο των ναρκωτικών, ότι τα ναρκωτικά είναι κάτι σαν αντιβιοτικό που μπορούν να παίρνουν άφοβα από τον γιατρό τους και όχι ουσίες που καταστρέφουν το μυαλό τους, ακόμη και όταν δεν καταστρέφουν την ίδια τη ζωή τους. Δεύτερον, διότι, με βάση τις γνωστές διασυνδέσεις των φαρμακοβιομηχανιών με πολλούς γιατρούς, όπου, όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα στη Βρετανία, γιατροί δέχονται έμμεσες απολαβές από φαρμακοβιομηχανίες (πληρωμένες πολυτελείς διακοπές, ταξίδια κ.λπ.), για να συστήσουν τα προϊόντα τους, είναι φανερό ότι όταν η παραγωγή των ναρκωτικών ουσιών θ’ ανατεθεί, νόμιμα πια, στις πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες τίποτα δεν θα εγγυάται ότι μερικοί γιατροί δεν θα είναι «προθυμότεροι» να συνταγογραφούν ναρκωτικές ουσίες «με τη σέσουλα» αποβλέποντας σε υλικά ανταλλάγματα από τις φαρμακοβιομηχανίες.

Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι ακόμη και οι ίδιοι οι Ολλανδοί προσανατολίζονται σήμερα στην εγκατάλειψη του μοντέλου τους (που ακόμα θαυμάζουν οι «προοδευτικοί» μας) και στην υιοθέτηση του Ελβετικού συστήματος[5]. Ενός συστήματος, όπου οι ναρκωτικές ουσίες εξακολουθούν να είναι παράνομες αλλά παράλληλα προβλέπεται η χορήγηση του ναρκωτικού στους μακροχρόνια ηρωινομανείς από ειδικές δημόσιες κλινικές. Όχι με απλή συνταγή γιατρού, αλλά σαν τμήμα πολύπλευρου προγράμματος που στοχεύει στην απεξάρτηση και στελεχώνεται από γιατρούς, κοινωνικούς λειτουργούς,  ψυχοθεραπευτές, διαιτολόγους  κ.λπ. Η λύση αυτή ίσως θ αποτελούσε ένα βήμα στη δημιουργία των κοινοτικών κέντρων που είχα προτείνει παλιότερα[6] τα οποία θ απέβλεπαν στη δημιουργία αυτόνομων και όχι ετερόνομων ατόμων, σαν αυτά που αναπόφευκτα δημιουργούν η σημερινή ποινικοποίηση της χρήσης, ή η προτεινόμενη από τους «προοδευτικούς» νομιμοποίηση των μαλακών και χορήγηση με απλή συνταγή γιατρού των σκληρών η των υποκατάστατων τους.

Όμως, μια λύση σαν την προτεινόμενη των κοινοτικών κέντρων, που  αποτελεί ριζική επέκταση του Ελβετικού πειράματος, δεν πρόκειται να υιοθετηθεί από την ‘εκσυγχρονιστική Ευρωπαϊκή ελίτ, λόγω του σημαντικού κόστους που συνεπάγεται. Έτσι, ήδη πιθανολογείται ότι η αναμενόμενη άνοδος των Γερμανών Μπλερικων στην εξουσία το φθινόπωρο θα σηματοδοτήσει ριζική αλλαγή στην πολιτική κατά των ναρκωτικών με την αποποινικοποίηση των μαλακών και τη χορήγηση σκληρών ναρκωτικών με απλή συνταγή.[7] Με δεδομένο ότι η Γερμανία είναι το αφεντικό της ΕΕ μπορούμε να προβλέψουμε με βεβαιότητα ότι η πολιτική αυτή θα είναι και πολιτική της χώρας μας σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο,τιδήποτε και αν πρεσβεύουν σήμερα οι δικοί μας «εκσυγχρονιστές». Το χειρότερο όμως είναι ότι στην πολιτική τους αυτή θα έχουν και την υποστήριξη διάφορων «προοδευτικών», οι περισσότεροι από τους οποίους άλλωστε υποστηρίζουν τον Σημιτικό εκσυγχρονισμό, που τελευταία υλοποιείται όλο και περισσότερο με τη βοήθεια των κλομπ, αν όχι και του παρακράτους που φαίνεται ότι αναβιώνει.

Έτσι η «προοδευτική» μυθολογία υποστηρίζει ότι «ο αμερικανικός πόλεμος κατά των ναρκωτικών» χρησιμοποιείται για τον έλεγχο του πληθυσμού, παρασιωπώντας αιδημόνως το γεγονός ότι ακόμη μεγαλύτερος έλεγχος του πληθυσμού μπορεί να επιτευχθεί (όπως έγινε, τεκμηριωμένα, στο παρελθόν) μέσω των  ίδιων των ναρκωτικών. Η ατομική λύση που προσφέρουν τα ναρκωτικά σε προβλήματα κοινωνικά στη βάση τους (έλλειψη νοήματος ζωής για τους βολεμένους στη καταναλωτική κοινωνία, και περιθωριοποίηση για τους λοιπούς) είναι ιδεώδης λύση για τον έλεγχο του πληθυσμού. Ο λόγος άλλωστε που η ριζοσπαστική αριστερά (δεν αναφέρομαι βέβαια σε θλιβερούς τ. εξεγερμένους και νυν καλοβολεμένους Ευρωβουλευτές τύπου Κον Μπετί) ανέκαθεν υιοθετούσε εχθρική στάση όχι μόνο απέναντι στη καταστολή (όπως οι «προοδευτικοί» μας) αλλά και στα ίδια τα ναρκωτικά ήταν ακριβώς αυτή η κοινωνική και πολιτική αδρανοποίηση, ιδιαίτερα των νέων, που επιφέρει η εξάρτηση από τα ναρκωτικά. Δεν είναι άλλωστε περίεργο ότι, όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα, το Νοτιοαφρικανικό ρατσιστικό καθεστώς λίγο πριν τη κατάρρευση του, είχε καταστρώσει σχέδια «ειρηνοποίησης» των διαδηλωτών με τη ρίψη χειροβομβίδων από κάνναβη και LSD.[8]

Ένα άλλο βασικό στοιχείο της μυθολογίας για την νομιμοποίηση των μαλακών ναρκωτικών είναι ότι δήθεν σήμερα παρατηρείται μεταστροφή της ιατρικής κοινής γνώμης όσον αφορά την επικινδυνότητα των ναρκωτικών, ιδιαίτερα των μαλακών. Στη πραγματικότητα, η έρευνα για τις συνέπειες των ναρκωτικών ουσιών βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα, όπως ομολογεί η Βρετανική Ιατρική Εταιρεία[9] που μόλις εγκαινίασε σχετική έρευνα για τις ευεργετικές και βλαβερές συνέπειες της κάνναβης. Γι’ αυτό και παρατηρείται το φαινόμενο ότι στις ιατρικές έρευνες που τονίζουν τις επιβλαβείς συνέπειες των μαλακών ναρκωτικών (κανένας σοβαρός επιστήμονας δεν αρνείται τις βλάβες από τα σκληρά), οι οπαδοί της νομιμοποίησης αντιπαραθέτουν άλλες έρευνες που τις αρνούνται. Πράγμα βέβαια όχι περίεργο όταν σήμερα βρίσκονται επιστήμονες στην υπηρεσία των πετροβιομηχανιών κ.λπ. που αρνούνται ακόμη και το φαινόμενο του θερμοκηπίου! Το θέμα όμως είναι ότι,  ακόμη και αν υπάρχουν απλές αμφιβολίες για τις επιβλαβείς συνέπειες των μαλακών ναρκωτικών και ιδιαίτερα για την πιθανότητα να οδηγήσουν τους χρήστες στα σκληρά, ποιος μπορεί να διακινδυνεύει την σωματική και κυρίως την διανοητική υγεία των πολιτών, η οποία και καθορίζει την ίδια τη δυνατότητα τους να λειτουργούν ως ενεργοί πολίτες,  και να επιτρέψει την ελεύθερη διακίνηση τους;

 


 

[1] Bλ. Kλ. Γρίβα, Πλανητική κυριαρχία και “ναρκωτικά (Νέα  Σύνορα, 1997).

[2] Βλ. για αναδημοσίευση T. Φωτόπουλος, H Νέα Διεθνής Τάξη και η Ελλάδα (Καστανιώτης, 1997), κεφ. 5.

[3] βλ. άρθρο μου στην Ελευθεροτυπία (6/6/98).

[4] The Observer (30/11/97).

[5] G. Younge, The Guardian (24/6/98).

[6] H Νέα Διεθνής Τάξη, ο.π.

[7] Denis Staunton, The Guardian (17/6/98).

[8] The Guardian (12/6/98).

[9] R. Pertwee, The Guardian (12/6/98).