(Ελευθεροτυπία, 5 Δεκεμβρίου 1998)

Oικολογική κρίση:

Ποιοι ωφελούνται, ποιοι πληρώνουν

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Πριν από λίγες μέρες οι πλημμύρες χτύπησαν πάλι την χώρα μας, όπως το συνηθίζουν τα τελευταία χρόνια, με ακόμη χειρότερες συνέπειες από το παρελθόν.  Παράλληλα, περίπου 10 χιλιάδες άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους στη Λατ. Αμερική από αντίστοιχη…θεομηνία. Φυσικά, και στις δυο περιπτώσεις η αιτία των καταστροφών δεν ήταν η μήνις του θεού. Εκτός βέβαια αν δεχθούμε ότι ο θεός (αν υπήρχε) για κάποιο λόγο  έχει το βίτσιο να εκδηλώνει την οργή του για τη καταστροφή της φύσης μόνο κατά των φτωχών και των αδύνατων, παρά το γεγονός ότι είναι οι λιγότερο υπεύθυνοι γι’ αυτήν.  Διότι είναι οι φτωχοί και οι αδύνατοι που κυρίως πληρώνουν τις καταστροφές αυτές τόσο στην Ελλάδα, όσο και παντού. Οι πλημμύρες στη χώρα μας δεν είχαν ποτέ συνέπειες στις βίλες και διαμερίσματα των βόρειων Αθηναϊκών προαστίων, ενώ καταστρέφουν περιοδικά τα χαμόσπιτα των φτωχογειτονιών της. Αντίστοιχα, οι τυφώνες που με την  ίδια ένταση χτυπούν τις ΗΠΑ και τη Λατ. Αμερική  προκαλούν  συνήθως μόνο υλικές ζημίες στα καλοχτισμένα αμερικανικά σπίτια που τις καλύπτουν οι ιδιωτικές ασφάλειες, ενώ γκρεμίζουν τις χαμοκέλες της Λατ. Αμερικής και θάβουν ζωντανούς στα  συντρίμμια τους αυτούς που «ζούσαν» σε αυτά.

Το φαινόμενο δεν είναι βέβαια μεμονωμένο. Τους τελευταίους έξη μήνες οι ζωές πάνω από 300 εκ. ανθρώπων καταστράφηκαν από πλημμύρες στην Ασία και τη Λατ. Αμερική. Όπως υποστηρίζει ο Peter Walker του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στη Γενεύη, πέντε χρόνια πριν, μόνο 5% των παγκόσμιων καταστροφών είχαν σχέση με φυσικά αιτία. Σήμερα σχεδόν το ένα τρίτο όλων των καταστροφών έχουν σχέση με το κλίμα.[1] Όμως, πόσο «φυσικά» είναι τα αιτία των καταστροφών αυτών;

Σήμερα γίνεται όλο και πιο πολύ αποδεκτό από τους ειδικούς επιστήμονες ότι τα πρόσφατα έντονα κλιματικά φαινόμενα (πλημμύρες, τυφώνες, ξηρασίες κ.λπ.) έχουν άμεση σχέση με το φαινόμενο του θερμοκηπίου και τη βαθμιαία ανύψωση της θερμοκρασιας.[2] Σύμφωνα με υπολογισμούς του Βρετανικού Hadley Centre for Climate Change, η γη θερμαίνεται γρήγορα και το 1998 είναι ήδη το θερμότερο έτος από τότε που άρχισαν να τηρούνται αρχεία, 140 χρόνια πριν[3]. Είναι επίσης γενικά αποδεκτό ότι οι αιτίες του φαινομένου αυτού είναι κοινωνικό-οικονομικές, μολονότι δεν υπάρχει συμφωνία αν είναι το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και η συνακόλουθη ανάπτυξη που αποτελούν την αιτία, όπως υποστηρίζουν οι ριζοσπάστες οικολόγοι, ή απλώς οι λάθος αξίες, πολιτικές και τεχνολογίες, όπως υποστηρίζουν οι «ρεαλιστές» οικολόγοι που πλημμυρίζουν τα Πράσινα κόμματα, τις οργανώσεις τύπου Greenpeace και τα τηλεοπτικά ΜΜΕ. Σύμφωνα με την αντίληψη που έχω επανειλημμένα υποστηρίξει από τη στήλη αυτή[4] η βασική αιτία της οικολογικής κρίσης ανάγεται στη συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής δύναμης που αναπόφευκτα επιφέρει η δυναμική της οικονομίας της αγοράς και η συνακόλουθη οικονομία ανάπτυξης. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι ΗΠΑ με το 4% του παγκόσμιου πληθυσμού προκαλούν 23% των εκπομπών θερμοκηπίου. Έτσι, η δυναμική της οικονομίας της αγοράς οδηγεί στη πελώρια ανισότητα και τον άκρατο καταναλωτισμό των εύπορων κοινωνικών στρωμάτων αλλά και στη μάχη επιβίωσης των υπόλοιπων. Η συνέπεια είναι ότι τόσο ο καταναλωτισμός όσο και η μάχη επιβίωσης καταλήγουν στην οικολογική καταστροφή, με τις εκπομπές θερμοκηπίου, την υπερεκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών, το κόψιμο (κάψιμο, ιδιαίτερα στην Ελλάδα) των δασών, την αλλαγή πορείας των ποταμιών (η το μπάζωμα των ρεμάτων στην Ελλάδα) κλπ.

Όμως, τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα όχι μόνο υφίστανται τις οικολογικές συνέπειες ενός συστήματος από το οποίο ωφελούνται άλλοι αλλά και δεν απολαύουν σχεδόν καμιάς προστασίας από αυτό. Αντίθετα, οι πολιτικές λιτότητας και διαρθρωτικών προγραμμάτων που επιβάλλουν οι οικονομικές ελίτ μέσω διεθνών οργανισμών (ΔΝΤ,  Διεθνής Τράπεζα κ.λπ.)  ενισχύουν την παγκόσμια ανισότητα, ενώ συγχρόνως ενθαρρύνουν το ξεπούλημα των φυσικών πόρων ιδιαίτερα των φτωχών χωρών (ξυλείας, ορυκτών κ.λπ.) και μειώνουν τη δυνατότητα των κυβερνήσεων τους να αναλάβουν προστατευτικά μέτρα (πχ αντιπλημμυρικά έργα) η δαπάνες για την ενίσχυση της κοινωνικής ευημερίας (στέγαση, υγεία, κ.λπ.). Η ανάθεση της οικονομικής ανάπτυξης στην αγορά σημαίνει ότι οι επενδύσεις ανατίθενται ουσιαστικά στις πολυεθνικές, οι οποίες σπάνια έχουν οικονομικό ενδιαφέρον για την ανάληψη έργων που θα ενίσχυαν την δυνατότητα των ασθενέστερων στρωμάτων ν' αντιμετωπίζουν τη κρίση. Όπως τονίζει η γνωστή φιλανθρωπική οργάνωση Oxfam «η δυνατότητα των λαών να επιβιώσουν τις φυσικές καταστροφές έχει άμεση σχέση με τη φτώχεια τους».[5]

Αλλά τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα δεν πληρώνουν μόνο τις συνέπειες της οικολογικής κρίσης. Τώρα καλούνται να πληρώσουν ακόμη και τα μέτρα  για την αντιμετώπιση της! Έτσι, οι «ρεαλιστές» οικολόγοι μέσα στη Γερμανική κυβέρνηση (που ελέγχει την Ε.Ε.) αναμένεται να έχουν σύντομα την πρώτη τους «επιτυχία» με την καθιέρωση ενός «πράσινου» φόρου πάνω στην ενέργεια, ο οποίος θα κάνει ακριβότερη τη χρήση της, με στόχο την μείωση της κατανάλωσης και των αντίστοιχων επιπτώσεων στο θερμοκήπιο. Φυσικά, στο πλαίσιο της σοσιαλφιλελεύθερης συναίνεσης στην οποία συμμετέχουν τώρα και οι «ρεαλιστές» οικολόγοι, τα έσοδα από τον φόρο αυτό δεν θα πάνε στις πετσοκομένες δαπάνες κοινωνικής ευημερίας, αλλά στα πορτοφόλια των οικονομικών ελίτ, μέσω της μείωσης των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών. Διότι έτσι, σύμφωνα με τον «Τρίτο Δρόμο» των σοσιαλφιλελεύθερων, θα μειωθεί το εργατικό κόστος και θα ενθαρρυνθούν οι εργοδότες να αυξήσουν την απασχόληση! Και ποιος πληρώνει τον πράσινο φόρο; Μα, φυσικά, πάλι τα ασθενέστερα στρώματα. Διότι εφόσον πρόκειται για έμμεσο φόρο αυτό σημαίνει ότι κάποιος που κατέχει ένα μηχανάκι και αυτός που διαθέτει τρεις Μερσεντές πληρώνουν τον ίδιο φόρο στη βενζίνη.

Στη πραγματικότητα, όμως, οι φόροι στην ενέργεια αποτελούν τμήμα γενικότερου σχεδίου. Η εντεινόμενη οικολογική κρίση ωθεί σήμερα τις Ευρωπαϊκές ελίτ στο σχεδιασμό μέτρων με κοινό στόχο να περιορισθεί η χρήση του ιδιωτικού αυτοκίνητου και γενικότερα των Ι.Χ. οχημάτων. Τα συζητούμενα μέτρα είναι η αύξηση των φόρων πάνω στην ιδιοκτησία και χρήση αυτοκίνητου (κυρίως του «μη καθαρού»), στη χρήση των δρόμων, (ακόμη και μέσα στις πόλεις), στη βενζίνη, η αύξηση του κόστους για παρκάρισμα κ.λπ. Έτσι, το αυτοκίνητο σχεδιάζεται να γίνει πάλι ένα είδος πολυτελείας για τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, όπως συνέβαινε προπολεμικά. Και αυτό, τη στιγμή που οι μετακινήσεις (ανθρώπων και πραγμάτων) με αυτοκίνητο γίνονται όλο και περισσότερες, λόγω του τρόπου κοινωνικής οργάνωσης και ζωής που έχει επιβάλλει η ίδια η οικονομία της αγοράς. Μια πρόσφατη έκθεση στη Βρετανία για παράδειγμα έδειξε ότι αυτοί που κυρίως θα πλήρωναν ένα πράσινο φόρο στην ενέργεια θα ήταν φτωχοί αγρότες γιωταχήδες, οι οποίοι όμως έχουν περισσότερη ανάγκη τα’ αυτοκίνητα τους (και προκαλούν λιγότερα καυσαέρια) από τους γιωταχήδες που ζουν στην εξοχή και ταξιδεύουν στη πόλη για τη δουλειά τους.[6]  Ακόμη, η έκκληση των οικολόγων για καθαρότερα αυτοκίνητα (έκκληση που φαίνεται ότι εισακούν τώρα οι αυτοκινητοβιομηχανίες που μυρίζονται επέκταση της αγοράς και των κερδών τους) και η συνακόλουθη πρόταση για την επιβολή χαμηλότερου φόρου στα αυτοκίνητα αυτά θα έχει παρόμοια αποτελέσματα. Διότι βέβαια είναι τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα που μπορούν ν αγοράσουν τα αυτοκίνητα νέας τεχνολογίας

Έτσι, οι «ρεαλιστές» οικολόγοι, κινούμενοι πάντοτε μέσα στη λογική της οικονομίας της αγοράς, προτείνουν μέτρα που στοχεύουν στη μείωση της οικολογικής βλάβης μέσω της χειροτέρευσης της θέσης των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων. Γι’ αυτό άλλωστε και αυξάνει η εκλογική επιρροή τους πάνω στα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα που καθορίζουν το εκάστοτε αποτέλεσμα των εκλογών. Η ανταμοιβή τους ήδη έρχεται. Οι «ρεαλιστές» επαγγελματίες οικολόγοι πολιτικοί έχουν σήμερα πέσει με τα μούτρα στη διαχείριση της εξουσίας σε μια σειρά Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Και στα δικά μας!

 


 

[1] The Guardian (19/9/98).

[2] P. Brown, The Guardian (9/11/98).

[3] Paul Brown, Guardian Weekly (8/11/98).

[4] T. Φωτόπουλος, Η Νέα Διεθνής Τάξη και η Ελλάδα (Καστανιώτης, 1997), κεφ.

[5] Kevin Watkins, The Guardian (19/9/98).

[6] Ian Skinner & Malcolm Ferguson, Transport Taxation and Equity (Institute For Public Policy Research, 1998).