Περιεκτική Δημοκρατία, τεύχος 6 (Φεβρουάριος 2004)


Ο Τσόμσκι για το σημερινό καπιταλιστικό σύστημα*

 

  printable version

 

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

O Νόαμ Τσόμσκι ανέπτυξε πρόσφατα μια άποψη για τη φύση του σημερινού καπιταλιστικού συστήματος και τις αξίες της οικονομίας της αγοράς η οποία καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα με αυτά των σοσιαλδημοκρατών και των Πράσινων ρεφορμιστών ως προς το κατά πόσον η κρατική δράση είναι εφικτή και επιθυμητή για τον έλεγχο της σημερινής οικονομίας της αγοράς. Έτσι, για τον Τσόμσκι, οι αξίες που παρέχουν τα κίνητρα για τη δραστηριότητα των σημερινών ελίτ στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, δεν είναι η ιδιωτική πρωτοβουλία και ο ανταγωνισμός. Αντίθετα, οι ελίτ απλώς χρησιμοποιούν αυτές τις αξίες ως προπαγάνδα στην προσπάθειά τους να «πείσουν» το δικό τους κοινό, καθώς και τις χώρες στην περιφέρεια και την ημιπεριφέρεια, ενώ οι ίδιοι απαιτούν και απολαμβάνουν την προστασία των δικών τους κρατών:

Για το ευρύ κοινό, οι προδιαγραφόμενες αξίες είναι ο ατομικισμός και ο ανταγωνισμός. Όχι όμως και για τις ελίτ. Αυτές απαιτούν και έχουν την προστασία ενός ισχυρού κράτους, και επιμένουν στην ύπαρξη διευθετήσεων που τις προστατεύουν από τον ελεύθερο ανταγωνισμό ή τις καταστροφικές συνέπειες του ατομικισμού. Η διαδικασία της «κορπορατικοποίησης» (corporatization) είναι ένα συνηθισμένο παράδειγμα, όπως επίσης και το γεγονός ότι κάθε οικονομία ―και κυρίως οι ΗΠΑ― βασίζεται στην κοινωνικοποίηση του κινδύνου και του κόστους. Η ανάγκη να υπονομευθεί η απειλή του ανταγωνισμού παίρνει διαρκώς νέες μορφές: σήμερα, μία από τις σημαντικότερες μορφές, εκτός από την διαδικασία της «κορπορατικοποίησης», είναι η ανάπτυξη ενός ευρέως δικτύου «στρατηγικών συμμαχιών» μεταξύ των υποτιθέμενων ανταγωνιστών (π.χ. IBM ― Toshiba ― Siemens, διάφορες  αυτοκινητοβιομηχανίες).  Το φαινόμενο αυτό έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις, που κορυφαίοι αναλυτές στον κόσμο των επιχειρήσεων μιλούν πλέον για μία νέα μορφή «καπιταλισμού των συμμαχιών», που αντικαθιστά τον «κορπορατικό» καπιταλισμό των μάνατζερς, ο οποίος με την σειρά του είχε εκτοπίσει τον ιδιοκτησιακό καπιταλισμό  ένα αιώνα πριν, στους προηγμένους τομείς της οικονομίας.[1]

Ο Τσόμσκι είχε αναπτύξει παραπέρα αυτό το θέμα σε ένα άρθρο του στη New Left Review το 1998[2], όπου έκανε σαφές ότι οι παραπάνω απόψεις του για την οικονομία της αγοράς είναι απόλυτα συνεπείς με τις απόψεις του για τη φύση του σημερινού καπιταλισμού. Σε αυτό το άρθρο, δηλώνει αρχικά ότι ο όρος «καπιταλιστικός» δεν σημαίνει καπιταλιστικός με την παραδοσιακή έννοια του όρου αλλά μάλλον αναφέρεται σε επιδοτούμενα και προστατευόμενα από το κράτος ιδιωτικά κέντρα εξουσίας, ή «κολεκτιβιστικά νομικά πρόσωπα» που συνιστούν τη σημερινή  «κορπορατικοποίηση» της οικονομίας της αγοράς.  Στη συνεχεία, περιγράφει τη διαδικασία αυτή και τον σχετικό ρόλο του κράτους ως εξής[3]:

Η διαδικασία της «κορπορατικοποίησης» συνιστούσε κυρίως την αντίδραση στις μεγάλες αποτυχίες της αγοράς του τέλους του 19ου αιώνα, και αντιπροσώπευε μία μετατόπιση από αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ιδιοκτησιακό καπιταλισμό στη διαχείριση των αγορών από συλλογικά νομικά πρόσωπα (συγχωνεύσεις εταιριών, καρτέλ, εταιρικές συμμαχίες) σε συνεργασία με ισχυρά κράτη (…) ο κύριος στόχος των κρατών —και μην ξεχνάτε ότι παρά τις κουβέντες για την ελαχιστοποίηση του κράτους, στις χώρες του ΟΟΣΑ το κράτος συνεχίζει να αυξάνει σε σχέση με το ΑΕΠ, κυρίως στις δεκαετίες του 1980 και του 1990— είναι ουσιαστικά να κοινωνικοποιήσουν τον κίνδυνο και το κόστος, και να ιδιωτικοποιήσουν την εξουσία και το κέρδος.

Αντίστοιχα, οι απόψεις του Τσόμσκι για τις αξίες της οικονομίας της αγοράς και τη φύση του σημερινού καπιταλισμού είναι, με τη σειρά τους, απόλυτα συνεπείς με τις τωρινές απόψεις του για τον δυνητικό ρόλο του κράτους στον έλεγχο της σημερινής οικονομίας της αγοράς και είχαν επισύρει την οξεία κριτική του Murray Bookchin, που γενικά αναγνωρίζεται ως ο σημαντικότερος εν ζωή αναρχικός:

Είναι θλιβερό να σχολιάζει κανείς ότι πολλοί αυτοχαρακτηριζομενοι αριστεριστές στρέφονται τώρα στο αστικό κράτος-έθνος για βοήθεια κατά του κεφαλαίου! Το φίμωμα της αριστεράς έχει προχωρήσει σε τέτοιο βάθος ώστε κάποιος σαν τον Τσόμσκι, που δηλώνει αναρχικός, επιδιώκει την ενίσχυση ή έστω τη στήριξη του συγκεντρωτικού κράτους (της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ) ενάντια στο αίτημα της «αποκέντρωσης» στις ομόσπονδες πολιτείες, ωσάν να ήταν δυνατό το συγκεντρωτικό κράτος να χρησιμοποιηθεί ενάντια στις επιχειρήσεις, τις οποίες μακροπρόθεσμα έχει πάντα βοήθησε![4]

Έτσι, όπως ο Τσόμσκι τονίζει στο παραπάνω άρθρο:

Ο μακροπρόθεσμος στόχος παρόμοιων πρωτοβουλιών (όπως είναι η Πολυμερής Συμφωνία για Επενδύσεις ― ΜΑΙ) είναι αρκετά σαφής για όποιον έχει ανοιχτά τα μάτια του: μία διεθνής πολιτική οικονομία που είναι οργανωμένη από ισχυρά κράτη και μυστικές γραφειοκρατίες, των οποίων η πρωταρχική λειτουργία είναι να υπηρετούν τη συγκέντρωση ιδιωτικής εξουσίας που διαχειρίζεται τις αγορές μέσα από τις δικές της εσωτερικές λειτουργίες και μέσα από δίκτυα εταιρικών συμμαχιών, που συμπεριλαμβάνουν τις ενδοεπιχειρησιακές συναλλαγές οι οποίες ψευδεπίγραφα ονομάζονται «εμπόριο». (Οι επιχειρήσεις αυτές) στηρίζονται στο δημόσιο για κρατικές επιδοτήσεις, έρευνα και ανάπτυξη, τεχνολογικές καινοτομίες  και για να τις διασώζει όταν καταρρέουν.  Βασίζονται στα ισχυρά κράτη για προστασία από τα επικίνδυνα «δημοκρατικά ανοίγματα».  Με αυτά τα μέσα προσπαθούν να εξασφαλίσουν ότι οι «κύριοι ωφελημένοι» από τον παγκόσμιο πλούτο θα είναι οι «σωστοί» άνθρωποι: οι αυτάρεσκοι και ευημερούντες «Αμερικανοί», οι κατά τόπους υποστηρικτές τους,  και οι απανταχού ομόλογοί τους.  Η κλίμακα όλων αυτών δεν είναι ούτε τόσο μεγάλη ούτε τόσο καινούργια όσο υποστηρίζεται ότι είναι. Από πολλές απόψεις, πρόκειται για μία επιστροφή στις αρχές του εικοστού αιώνα. Και δεν υπάρχει λόγος ν’ αμφιβάλλουμε ότι μπορεί να ελεγχθεί, ακόμη και μέσα από τους υφιστάμενους τυπικούς θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.[5]

Θα μπορούσε όμως κανείς να αμφισβητήσει πολλαπλά αυτή την άποψη, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από τα παραπάνω αποσπάσματα. Πρώτον, το επιχείρημα σχετικά με τις αξίες των οικονομικών ελίτ, όπως προσπάθησα να δείξω αλλού,[6] είναι αμφισβητήσιμο. Δεύτερον, η φύση της σημερινής οικονομίας της αγοράς μπορεί να θεωρηθεί μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό αναλυτικό πλαίσιο από εκείνο που προτείνει ο Τσόμσκι. Τέλος, μπορεί να δειχθεί ότι η έξοδος από την σημερινή πολυδιάστατη κρίση και την επακόλουθη τεράστια συγκέντρωση εξουσίας, δεν μπορεί να γίνει μέσα από κατακερματισμένες και συνήθως «μονοθεματικές» αμυντικές μάχες με τις ελίτ. Τέτοιου είδους μάχες, έστω και αν μερικές φορές είναι νικηφόρες, δεν μπορούν ποτέ να κερδίσουν τον πόλεμο, εάν δεν αποτελούν ενιαίο τμήμα της πάλης ενός νέου λαϊκού κινήματος ενάντια στο ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, το οποίο αποτελεί την απώτερη αιτία της συγκέντρωσης οικονομικής εξουσίας.

 

Όσον αφορά τη φύση της οικονομίας της αγοράς σήμερα, έχω προσπαθήσει αλλού να εξηγήσω τον τρόπο που εξελίχθηκε από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, εδώ και δύο αιώνες, και πως πήρε τη σημερινή της μορφή της «οικονομίας της ανάπτυξης».[7] Θα προσθέσω μόνον εδώ, ότι η μετατόπιση από τον ιδιοκτησιακό (ή «κορπορατικο») καπιταλισμό προς τη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, όπου μερικές γιγαντιαίες εταιρείες ελέγχουν την παγκόσμια οικονομία, δεν συνέβη με τον τρόπο που περιγράφει ο Τσόμσκι, ως «αντίδραση στις μεγάλες αποτυχίες της αγοράς του τέλους του 19ου αιώνα».  Εκείνο που δεν αναφέρει ο Τσόμσκι είναι ότι ο ανταγωνισμός είναι εκείνος που οδήγησε από τις απλές επιχειρηματικές μονάδες στις σημερινές γιγάντιες εταιρείες. Οι αποτυχίες της αγοράς που αναφέρει δεν είναι θεόσταλτες σύμφορες. Αν εξαιρέσει κανείς τις περιπτώσεις των μονοπωλίων, σχεδόν όλες οι αποτυχίες της αγοράς στην ιστορία είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με τον ανταγωνισμό. Είναι ο ανταγωνισμός που δημιουργεί την ανάγκη εξάπλωσης και δίνει την κρίσιμη δυνατότητα χρησιμοποίησης των καλύτερων (από την άποψη κερδοφορίας) τεχνολογιών και μεθόδων οργάνωσης της παραγωγής (οικονομίες κλίμακας κ.λπ.).  Και είναι ο ίδιος ανταγωνισμός που έχει οδηγήσει στην σημερινή έκρηξη των συγχωνεύσεων και των εξαγορών στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, καθώς και στις  διάφορες «στρατηγικές συμμαχίες». Για παράδειγμα, η πριν λίγα χρόνια ανακοινωθείσα συγχώνευση ορισμένων πετρελαϊκών κολοσσών, με μία έννοια, ήταν το αποτέλεσμα «αποτυχίας της αγοράς» εξ αιτίας της πτώσης των κερδών τους. Αλλά, βαθύτερα, αυτή η συγχώνευση, καθώς και οι εξαγορές, στρατηγικές συμμαχίες κ.λπ. που συμβαίνουν αυτή την στιγμή, είναι απλώς το αποτέλεσμα των μέτρων αυτοπροστασίας που παίρνουν οι γιγαντιαίες εταιρείες για να επιβιώσουν στον εξοντωτικό ανταγωνισμό που προκάλεσε η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς. Κατά συνέπεια, αυτό που οδήγησε στον σημερινό καπιταλισμό των  «συμμαχιών» είναι ο ανταγωνισμός και όχι οι «αποτυχίες της αγοράς», ή η σχετική δραστηριότητα του κράτους, που αποτελούν απλώς τις συνέπειες του ανταγωνισμού.

 

Παρόμοια, η σημερινή διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς δεν είναι μόνον αποτέλεσμα της κρατικής δραστηριότητας για φιλελευθεροποίηση των χρηματαγορών και των αγορών εμπορευμάτων. Στην πραγματικότητα, τα κράτη απλώς ακολούθησαν την de facto διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς, η οποία εντατικοποιήθηκε με τις δραστηριότητες των πολυεθνικών, όταν (στα τέλη της δεκαετίας του 1970), κάτω από την πίεση των τελευταίων, τα κράτη είχαν αρχίσει την διαδικασία φιλελευθεροποίησης των χρηματαγορών και την περαιτέρω απορύθμιση των αγορών εμπορευμάτων (μέσω των γύρων της GATT). Επομένως, η σημερινή διεθνοποίηση είναι στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα της δυναμικής «ανάπτυξη ή θάνατος», που χαρακτηρίζει την οικονομία της αγοράς, μίας δυναμικής που έθεσε σε λειτουργία ο ανταγωνισμός ―το κρίσιμο γεγονός που αγνοεί ο Τσόμσκι.

 

Είναι, ακόμη, η ίδια διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς, η οποία ήρθε σε αντίθεση με τον βαθμό κρατικού ελέγχου της οικονομίας που είχε επιτευχθεί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, αυτή που κατέστησε αναγκαία την σημερινή νεοφιλελεύθερη συναίνεση[8]. Η συναίνεση αυτή, δεν είναι μόνο μία αλλαγή πολιτικής, όπως ισχυρίζονται οι σοσιαλδημοκράτες και οι συνοδοιπόροι τους, αλλά αποτελεί σημαντική δομική αλλαγή. Έτσι, η ελαχιστοποίηση του κράτους δεν είναι απλώς «κουβέντες», όπως υποθέτει ο Τσόμσκι, βασίζοντας την επιχειρηματολογία του στην αβάσιμη υπόθεση ότι «το κράτος συνεχίζει να αυξάνει σε σχέση με το ΑΕΠ, κυρίως στις δεκαετίες του 1980 και του 1990». Εν τούτοις, όχι μόνον η μείωση του ρυθμού αύξησης των κυβερνητικών δαπανών στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη μείωση των άλλων τμημάτων της συνολικής ζήτησης κατά την περίοδο 1980-93,[9] αλλά, στην πραγματικότητα, οι (σταθμισμένες μέσες) κυβερνητικές  δαπάνες των οικονομιών με υψηλό εισόδημα, ήταν χαμηλότερες το 1995 (15% του ΑΕΠ) απ' ότι ήταν το 1980 (17%).[10] Και όλα αυτά, χωρίς να λάβουμε υπ' όψη την δραστική μείωση του συνολικού δημόσιου τομέα που σημειώθηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια, ως συνέπεια της μαζικής ιδιωτικοποίησης των κρατικών βιομηχανιών. Επομένως, η ελαχιστοποίηση του κράτους, όχι μόνον δεν είναι «κουβέντες», αλλά αντίθετα είναι ένα βασικό στοιχείο της σημερινής νεοφιλελεύθερης συναίνεσης.

 

Επίσης, οι στρατηγικές συμμαχίες, οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές, όχι μόνον δεν αντιπροσωπεύουν μία κίνηση απομάκρυνσης από την οικονομία της αγοράς, αλλά μία κίνηση προς μία νέα μορφή αυτής. Με άλλα λόγια, αντιπροσωπεύουν την απομάκρυνση από μία οικονομία της αγοράς της οποίας η δυναμική καθοριζόταν από την εσωτερική αγορά προς μια οικονομία της αγοράς της οποίας η δυναμική καθορίζεται από την παγκόσμια αγορά. Αυτό συνεπάγεται ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση δύναμης, όχι μόνον από άποψη εισοδημάτων και πλούτου, αλλά επίσης και από άποψη συγκέντρωσης της εξουσίας ελέγχου της παγκόσμιας παραγωγής, του παγκόσμιου εμπορίου και των παγκόσμιων επενδύσεων σε όλο και λιγότερα χέρια. Όμως, η ολιγοπωλιοποίηση του ανταγωνισμού, δεν σημαίνει έλλειψη ανταγωνισμού!

 

Ακόμα, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι το κύριο χαρακτηριστικό της παρούσης περιόδου είναι μία «επίθεση ενάντια στις αγορές», όπως είναι το επιχείρημα του άκρατου νεοφιλελευθερισμού, το οποίο υιοθετεί ο Τσόμσκι.[11] Αντίθετα, η παρούσα περίοδος της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης μπορεί να χαρακτηριστεί ως επίθεση ενάντια στους κοινωνικούς ελέγχους πάνω στις αγορές, ιδιαίτερα σε αυτούς που ονομάζω «κοινωνικούς ελέγχους με την στενή έννοια», δηλ. αυτούς που στοχεύουν να προστατεύουν τον άνθρωπο και την φύση από τις συνέπειες της αγοραιοποίησης.[12] Οι έλεγχοι αυτοί έχουν εισαχθεί μετά από κοινωνικούς αγώνες που διεξήγαγαν εκείνοι που θιγόντουσαν από τις επιπτώσεις της οικονομίας της αγοράς (π.χ. νομοθεσία για την κοινωνική ασφάλιση, επιδόματα κοινωνικής προνοίας, μακροοικονομικοί έλεγχοι για την εξασφάλιση πλήρους απασχόλησης κ.λπ.). Εκείνο που ακόμη είναι υπό συζήτηση μέσα στις οικονομικές ελίτ, είναι η μοίρα αυτών που εγώ ονομάζω «κοινωνικοί έλεγχοι με την ευρεία έννοια», δηλ. εκείνων που κύρια στοχεύουν να προστατεύσουν αυτούς που ελέγχουν την οικονομία της αγοράς από τον ξένο ανταγωνισμό (δασμοί, εισαγωγικοί έλεγχοι, συναλλαγματικοί έλεγχοι — στο παρελθόν, και μη δασμολογικοί φραγμοί, μαζική κρατική υποστήριξη της έρευνας και ανάπτυξης, προστασία του κινδύνου μέσω της διάσωσης επιχειρήσεων που καταρρέουν, διαχείριση αγορών κ.λπ. — στο παρόν).  Έτσι, οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι, τραπεζίτες, ορισμένοι πολιτικοί και άλλοι, αντιτίθενται σε κάθε είδος κοινωνικού ελέγχου πάνω στις αγορές (με την στενή η την ευρεία έννοια). Από την άλλη πλευρά, οι πιο ρεαλιστικές κυβερνήσεις της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης, κάτω από την πίεση των πιο ευάλωτων στον ανταγωνισμό τμημάτων των δικών τους οικονομικών ελίτ, διατήρησαν πολλούς κοινωνικούς ελέγχους με την ευρεία έννοια και μερικές φορές  ακόμη και τους επεξέτειναν (μη διστάζοντας να φθάσουν μέχρι τον πόλεμο για να εξασφαλίσουν την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών), γεγονός που δημιούργησε το νεοφιλελεύθερο επιχείρημα (που υιοθέτησε και ο Τσόμσκι) περί επίθεσης ενάντια στις αγορές.

 

Σε αυτή την προβληματική, δεν θα πρέπει να συγχέει κανείς τον φιλελευθερισμό/νεοφιλελευθερισμό με την πολιτική του laissez-faire. Όπως έχω προσπαθήσει να δείξω αλλού[13], ήταν το ίδιο το κράτος που δημιούργησε το σύστημα των αυτορρυθμιζόμενων αγορών.  Ακόμα, κάποιου είδους κρατική παρέμβαση ήταν πάντοτε αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Το κράτος, μετά την κατάρρευση της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης, είδε μία δραστική μείωση του οικονομικού του ρόλου δεδομένου ότι δεν επιδιώκει πια μια άμεση παρέμβαση στον καθορισμό του εισοδήματος και της απασχόλησης μέσω της φορολογικής και νομισματικής πολιτικής. Εν τούτοις, ακόμα και σήμερα, το κράτος συνεχίζει να παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση (μέσω του μονοπωλίου της βίας που ασκεί) της σταθερότητας του θεσμικού πλαισίου της οικονομίας της αγοράς, και  (μέσω της συντήρησης της υποδομής του) της εύρυθμης λειτουργίας του. Στα πλαίσια του ρόλου της συντήρησης της υποδομής, βλέπουμε και τις δραστηριότητες του κράτους για να κοινωνικοποιηθεί ο κίνδυνος και το κόστος και να αντικατασταθεί το παλιό κράτος προνοίας με ένα «δίχτυ ασφαλείας». Ακόμη, το κράτος καλείται σήμερα να παίξει ένα κρίσιμο ρόλο όσον αφορά την πλευρά της προσφοράς μέσα στην οικονομία, και συγκεκριμένα να λάβει μέτρα ώστε να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα και να εκπαιδευτεί το εργατικό δυναμικό στις απαιτήσεις της νέας τεχνολογίας, μέτρα  υποστήριξης της έρευνας και της ανάπτυξης, ακόμα και  επιδότησης των εξαγωγικών βιομηχανιών, όπου αυτό χρειάζεται. Επομένως, η μορφή κρατικής παρέμβασης που είναι συμβατή με την αγοραιοποίηση όχι μόνον δεν αποθαρρύνεται, αλλά αντίθετα προωθείται ενεργά από τους περισσότερους επαγγελματίες πολιτικούς της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης.

 

Είναι αλήθεια ότι δεν αρέσει στις οικονομικές ελίτ το είδος του ανταγωνισμού που —σαν αποτέλεσμα της άνισης ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας της αγοράς— απειλεί τα ίδια τα δικά τους συμφέροντα και γι’ αυτό πάντα προσπαθούσαν (τις περισσότερες φορές με επιτυχία) να προστατέψουν τον εαυτό τους από αυτόν. Είναι όμως εξίσου αλήθεια ότι ήταν η δύναμη του ανταγωνισμού που πάντοτε τροφοδότησε την εξάπλωση της οικονομίας της αγοράς, και ότι ήταν οι αξίες του ανταγωνισμού και του ατομικού συμφέροντος που διαρκώς χαρακτήριζαν το σύστημα αξιών των ελίτ που ελέγχουν την οικονομία της αγοράς. Ο Τσόμσκι, ωστόσο, αφήνει την εντύπωση ότι αν δεν είχαν συμβεί κάποια «ατυχήματα», όπως  οι αποτυχίες της αγοράς που αναφέρει, καθώς και η επιθετική κρατική υποστήριξη που πάντα είχαν οι οικονομικές ελίτ, τότε,  η «κορπορατικοποίηση» της οικονομίας της αγοράς θα μπορούσε ίσως να είχε αποφευχθεί. 

 

Όμως, ούτε ο ιδιοκτησιακός καπιταλισμός (ούτε  κανένας άλλος τύπος καπιταλισμού) είναι επιθυμητός —αφού δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες όλων των ανθρώπων— ούτε μπορούμε βέβαια να αρνηθούμε όλη την ριζοσπαστική ανάλυση των προηγούμενων εκατόν πενήντα ετών, από τον Marx στον Bookchin, και όλη την έκτοτε ιστορική εμπειρία, η οποία οδηγεί σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα: η οικονομία της αγοράς κινείται πάντα με βάση την  δυναμική «ανάπτυξη ή θάνατος» η οποία  τροφοδοτείται από τον ανταγωνισμό, και αναπόφευκτα οδηγεί σε όλο και περισσότερη συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης. Το πρόβλημα δεν είναι επομένως η «κορπορατικοποιηση»  της οικονομίας της αγοράς, η οποία, υποτίθεται, αντιπροσωπεύει μία «επίθεση στις αγορές και την δημοκρατία»[14] ―διαδικασία  η οποία ήταν έτσι και αλλιώς αναπόφευκτη μέσα στην δυναμική της οικονομίας της αγοράς. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι η κορπορατιστική οικονομία της αγοράς (κορπορατιστικός καπιταλισμός), ως αν κάποια άλλη μορφή οικονομίας της αγοράς/καπιταλισμού να ήταν εφικτή ή επιθυμητή. Το πρόβλημα είναι η ίδια η οικονομία της αγοράς/καπιταλισμός. Αλλιώς, θα κατέληγε κανείς να κατηγορεί τις ελίτ ότι παραβιάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού, (όπως έμμεσα κάνει ο Τσόμσκι) αντί να κατηγορεί το ίδιο το βρώμικο παιχνίδι!

 

Με βάση το παραπάνω αναλυτικό πλαίσιο, είναι φανερό πως είναι αδύνατον να ελεγχθεί η διαδικασία αύξησης της συγκέντρωσης οικονομικής εξουσίας μέσα στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της οικονομίας της αγοράς, όπως υποστηρίζει ο Τσόμσκι.  Αυτή είναι μία διαδικασία η οποία συνεχίζεται από τότε που πρωτοεμφανίστηκε το σύστημα της οικονομίας της αγοράς —εδώ και σχεδόν δύο αιώνες— και καμία σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση ή λαϊκό κίνημα δεν κατόρθωσε να την σταματήσει ή έστω να την επιβραδύνει, παρά μόνο για σύντομα χρονικά διαστήματα. Ακόμη και η λαϊκή «νίκη» ενάντια στις προτάσεις για την ΜΑΙ, που χαιρετίζει ο Τσόμσκι, είναι αμφίβολο εάν θα είχε επιτευχθεί εάν οι οικονομικές ελίτ δεν ήταν σοβαρά διχασμένες.  Άλλωστε, έχουν ήδη αρχίσει να φαίνονται σημάδια ότι η ίδια η «νίκη» ήταν κενή, αφού είναι πλέον σαφές ότι η συμφωνία της ΜΑΙ δεν παραμερίστηκε αλλά απλώς εισάγεται «με δόσεις», από την «πίσω πόρτα» του ΔΝΤ[15] και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Ο βασικός λόγος που παρόμοιες μάχες είναι καταδικασμένες, είναι ότι δεν αποτελούν ενιαίο τμήμα ενός περιεκτικού πολιτικού προγράμματος που θα αντικαταστήσει το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, και, σαν τέτοιες, είναι εύκολο να περιθωριοποιούνται ή να οδηγούν σε απλές (και εύκολα αντιστρέψιμες) μεταρρυθμίσεις.

 

Το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι ότι μόνον ο αγώνας για την οικοδόμηση ενός νέου μαζικού κινήματος που θα πολεμήσει «από απέξω» (και όχι «από μέσα», δηλ. με μεταρρυθμίσεις) για τη δημιουργία ενός νέου θεσμικού πλαισίου, και την ανάπτυξη της αντίστοιχης κουλτούρας και κοινωνικού παραδείγματος, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία νέα κοινωνία που θα χαρακτηριζόταν από την ισοκατανομή (δηλαδή την αναίρεση) της εξουσίας.

 

 


 

* Το άρθρο αυτό αποτελεί τμήμα μεγάλου άρθρου του Τάκη Φωτόπουλου με τίτλο ‘Mass media, Culture and Democracy’ που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Democracy & Nature (vol. 5, no. 1, Μάρτιος 1999).

 

[1] Noam Chomsky, “On freedom of press and culture: an interview,” Democracy & Nature, Vol. 5, No. 1 (Μάρτιος 1999).

[2] Noam Chomsky, “Power in the Global Arena,” New Left Review, No. 230 (July-August 1998), pp. 3-27.

[3] Noam Chomsky, “Power in the Global Arena”, pp. 4-5.

[4] Βλ. συνέντευξη Murray Bookchin στο βιβλίο της Janet Biehl, The Politics of Social Ecology (Montreal: Black Rose Press, 1998), σελ. 148-49.

[5] Noam Chomsky, “Power in the Global Arena”, pp. 27.

[6] Βλ. Takis Fotopoulos, “Mass media, culture and democracy,” Democracy & Nature, Vol. 5, No. 1 (Μάρτιος 1999), pp. 33-64.

[7] Βλ. Τάκης Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία (Αθήνα: Καστανιώτης, 1999), κεφ. 1-2.

[8] Τάκης Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, κεφ. 1.

[9] Στο ίδιο, Πίνακες 1.1 & 1.2.

[10] World Bank, World Development Report 1997, Πίν. 13.

[11] Noam Chomsky, “Market Democracy in a Neoliberal Order: Doctrines and Reality.” Z Magazine (September & November 1997).

[12] Η αγοραιοποίηση ορίζεται ως η ιστορική διαδικασία που έχει μετατρέψει τις κοινωνικά ελεγχόμενες οικονομίες του παρελθόντος στην οικονομία της αγοράς του παρόντος.

[13] Τάκης Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, κεφ. 1.

[14] Noam Chomsky, “Domestic Constituencies,” Z Magazine (May 1998).

[15] Όπως σημείωνε ο Will Hutton η σύσκεψη της «Ομάδας των 7» στο τέλος του Οκτώβρη 1998 (η οποία είχε αυγκληθεί για να αντιμετωπίσει την τότε χρηματοπιστωτική κρίση) αποφάσισε ότι «όταν το ΔΝΤ οργανώνει τη διάσωση κρατών στο μέλλον, θ’ απαιτεί από τα κράτη σε κρίση όχι μόνο να υιοθετούν το συνηθισμένο μίγμα μέτρων για τη φιλελευθεροποίηση του εμπορίου και την κατάργηση των κυβερνητικών επιδοτήσεων, αλλά ακόμη πιο ανησυχητικά, ότι “θα μεταχειρίζονται παρόμοια τους ξένους και τους ντόπιους οφειλέτες”», Will Hutton, The Observer (1/11/1998).