Ναρκωτικά: Ένας τρίτος δρόμος πέρα από τη φιλελευθεροποίηση και την καταστολή

ΘΩΜΑΣ ΛΕΚΚΑΣ

 

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι εκσυγχρονιστικές τάσεις για την ελεύθερη διάθεση κάνναβης και παροχή μεθαδόνης και ηρωίνης με απλή συνταγή γιατρού σε εξαρτημένους χρήστες, θα υιοθετηθεί πολύ σύντομα και από την ελληνική ελίτ, όπως φαίνεται για παράδειγμα από την «πρόταση των πέντε» βουλευτών από ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ, που υιοθετεί την παραπάνω γραμμή. Η πρόταση αυτή υλοποιείται εδώ και αρκετό καιρό σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ενώ συζητιέται και στην Αμερική, την κατ’ εξοχήν υπέρμαχο της ποινικοποίησης όλων των ναρκωτικών. Το ερώτημα που κατ’ αρχάς γεννιέται είναι για ποιο λόγο κυριαρχεί όλο και περισσότερο η τάση της αποποινικοποίησης τουλάχιστον των «μαλακών ναρκωτικών» και η χαλάρωση των απαγορευτικών ελέγχων στα «σκληρά».

Είναι φανερό ότι τα «προοδευτικά» τμήματα της υπερεθνικής ελίτ εκτιμούν ότι είναι περισσότερο δαπανηρή η κατασταλτική πολιτική (λόγω της αυξημένης εγκληματικότητας και της επιβάρυνσης των συστημάτων υγείας) από μια πολιτική φιλελευθεροποίησης. Φυσικά, αυτό που τόσα χρόνια απέτρεπε τις ελίτ (και ακόμα δημιουργεί ενδοιασμούς στην αμερικάνικη) από μια τέτοια πολιτική ήταν ο φόβος τους για μια πιθανή παραπέρα εξάπλωση των ναρκωτικών (όπως έγινε στην Αμερική με την εξάπλωση του αλκοολισμού μετά την άρση της ποταπαγόρευσης), που θα επέφερε τη μείωση της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Γι’ αυτό το λόγο, η πολιτική φιλελευθεροποίησης συνοδεύεται από προτάσεις για υποχρεωτικούς ελέγχους στους εργαζόμενους για χρήση ναρκωτικών.

Σύμφωνα με τους «προοδευτικούς» υποστηρικτές της φιλελευθεροποίησης, τα οφέλη από μια τέτοια πολιτική θα είναι πολύ σημαντικά. Αυτό στο οποίο όμως αποβλέπουν δεν είναι η αναχαίτιση της εξάπλωσης των ναρκωτικών, αλλά η μείωση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι χρήστες. Κάτι τέτοιο σίγουρα μπορεί να επιτευχθεί, καθώς πιθανότατα θα περιοριστούν οι θάνατοι από στέρηση ή κακή ποιότητα ναρκωτικών, φαινόμενα που αποτελούν λογικά επακόλουθα της ποινικοποίησης. Παράλληλα όμως, η μαζική εξάπλωσή τους θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, όπως φανερώνουν τα παραδείγματα χωρών που εφάρμοσαν μια τέτοιου είδους φιλελεύθερη πολιτική. Στην Ολλανδία, που αποτελεί το πρότυπο της φιλελευθεροποίησης, το 32% των νέων ηλικίας 15-16 χρόνων κάνει χρήση ναρκωτικών. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό είναι πολύ χαμηλότερο, κυμαινόμενο στο 14%.

Φυσικά, υφίσταται και το ενδεχόμενο διαφορετικής αντιμετώπισης «μαλακών» και «σκληρών» ναρκωτικών. Αυτό όμως, σε καμία περίπτωση, δε θα πρέπει να οδηγήσει στα αβίαστα συμπεράσματα των «προοδευτικών», που για ευνόητους λόγους υποστηρίζουν ότι συγκεκριμένα η κάνναβη δεν είναι εξαρτησιογόνος ουσία και άρα ότι είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνη από τα «σκληρά». Έγκυρες όμως έρευνες καταρρίπτουν αυτό το μύθο, καθώς αποδεικνύεται ότι η κάνναβη είναι το ίδιο εξαρτησιογόνος με ναρκωτικά όπως η κοκκαΐνη, ενώ όσον αφορά στην επικινδυνότητα, αυτή σίγουρα είναι μικρότερη, κάτι που απέχει όμως πολύ από το να χαρακτηριστεί ως ανύπαρκτη. Δεν είναι καθόλου ακίνδυνη η κάνναβη για τις κοινωνικές εκείνες ομάδες που καταφεύγουν στην ανεξέλεγκτη χρήση της, καθώς αποδεδειγμένα η τελευταία οδηγεί σε διανοητικές διαταραχές και σε βλάβες στη μνήμη και στην ικανότητα συγκέντρωσης. Κάτι που επιβεβαιώνει παλιότερες μελέτες που έδειχναν ότι σε ένα εργοστάσιο όπου οι εργάτες χρησιμοποιούν μηχανήματα, οι χρήστες κάνναβης αποτελούν κίνδυνο για τους εαυτούς τους και τους συναδέλφους τους.

Θα πρέπει να τονιστεί με την ίδια έμφαση ότι η λύση δε βρίσκεται ούτε στην καταστολή, με την έννοια της ποινικοποίησης των χρηστών και των μικροεμπόρων. Αυτό το υποστηρίζουμε, όχι γιατί αυτή η πολιτική δεν μπορεί να εμποδίσει ουσιαστικά την εξάπλωση των ναρκωτικών, όπως άλλωστε μαρτυρά η σημερινή μαζική εξάπλωσή τους σε συνθήκες καταστολής, αλλά γιατί το σύστημα δεν έχει το δικαίωμα να ποινικοποιεί τα ίδια τα θύματά του. Είναι το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, και ιδιαίτερα με τη μορφή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που έχει πάρει το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, εκείνο το οποίο έχει οδηγήσει στη μαζική εξάπλωση των ναρκωτικών. Είναι ένα σύστημα, σε μια φάση, που ωθεί ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων στο Βορρά και ένα τεράστιο ποσοστό ανθρώπων στο Νότο στην εξαθλίωση. Είναι άνθρωποι, που προσπαθούν να ξεχάσουν τη θλιβερή πραγματικότητα δραπετεύοντας στους τεχνητούς παραδείσους των ναρκωτικών. Παράλληλα, η κρίση αξιών, η έλλειψη νοήματος και συνακόλουθα το υπαρξιακό κενό, που δημιουργεί η καταναλωτική κοινωνία οδηγεί και τμήματα της μεσαίας τάξης στη χρήση ναρκωτικών. Τέλος, το γεγονός ότι πολλοί νέοι, και ιδιαίτερα μαθητές, καταφεύγουν στα ναρκωτικά μπορεί να εξηγηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πίεση που ασκούν και το άγχος που δημιουργούν εκπαιδευτικά συστήματα σαν αυτό της Ελλάδας.

Επομένως, η διέξοδος από το πρόβλημα μπορεί να βρεθεί μόνο με την αντικατάσταση του σημερινού θεσμικού πλαισίου από μια πραγματικά περιεκτική δημοκρατία, ένα σύστημα που μπορεί να εξαλείψει οριστικά τις αιτίες της ύπαρξης των ναρκωτικών, καθώς μόνο τότε θα εξαφανιστεί το κυνήγι του κέρδους, που δημιουργεί σήμερα τους μεγαλοεμπόρους και φυσικά θα λυθεί μια για πάντα το πρόβλημα της οικονομικής εξαθλίωσης και λογικά του υπαρξιακού κενού που διαπερνά τις σημερινές κοινωνίες.

Σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή μπορούν να γίνουν και στη σημερινή κοινωνία. Μπορούν να δημιουργηθούν με τη στήριξη των δήμων κέντρα αποτοξίνωσης και ενδυνάμωσης της αυτονομίας των τοξικομανών, που θα συνοδεύουν την αποποινικοποίηση του χρήστη. Όμως η χρήση δε θα πρέπει να αποποινικοποιηθεί για κανένα είδος ναρκωτικού, γιατί μόνο έτσι μπορεί να παραμείνει η κοινωνική ηθική απαξίωση των ναρκωτικών ουσιών, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο μιας προληπτικής πολιτικής. Η προπαγάνδα για φιλελευθεροποίηση των ναρκωτικών αποτελεί έμμεση διαφήμιση υπέρ τους και συντείνει αποφασιστικά στην εξάπλωσή τους. Μια τέτοια πολιτική λοιπόν, που θα περιόριζε τη βλάβη, προϋποθέτει αποτελεσματικό κεντρικό και τοπικό έλεγχο της προμήθειας/διάθεσης των ναρκωτικών, μέσω της πάταξης της παραγωγής-εμπορίας- προμήθειας ναρκωτικών ουσιών με αυστηρές ποινές στους μεγαλοεμπόρους και αποποινικοποίηση των χρηστών-μικροεμπόρων, δωρεάν παροχή αποκλειστικά από τα κοινοτικά κέντρα με απαγόρευση της κερδοσκοπικής ιδιωτικής πρωτοβουλίας υπηρεσιών απεξάρτησης και στήριξης, αλλά κυρίως κοινωνική δέσμευση για επανένταξη των τοξικομανών στην κοινωνία.

Θα πρέπει κλείνοντας να τονίσουμε ότι στον αγώνα αυτό δε φαίνεται διατιθεμένη να συμμετάσχει η συντριπτική πλειοψηφία των «ελευθεριακών», η οποία θεωρεί κάτι σαν «επαναστατική» πράξη τη χρήση ναρκωτικών (παρά το γεγονός ότι έχει επανειλημμένα δειχθεί πως το κράτος και οι υπηρεσίες του έχουν αποσυνθέσει ριζοσπαστικές κοινωνικές ομάδες μέσω της διοχέτευσης ναρκωτικών σε αυτές, π.χ. Ελβετοί αναρχικοί, μαύροι στην Καλιφόρνια κ.λπ.) και καθαρά τάσσεται υπέρ της φιλελευθεροποίησης. Προφανώς η άποψη τους αυτή συνάδει απόλυτα με την απολιτικοποίηση τους και με τη life style αναρχία τους. Θεωρούν οι περισσότεροι πως η χρήση ναρκωτικών αποτελεί μια αντίδραση απέναντι στο κατεστημένο, όταν φυσικά το κατεστημένο συνεχίζει απτόητο να παραμένει κατεστημένο υποβοηθούμενο αποφασιστικά από την απάθεια που δημιουργεί η μαζική εξάπλωση των ναρκωτικών! Θα πρέπει δηλαδή να σκεφτούν οι «ελευθεριακοί» αυτοί, αν μπορεί ο κατ’ εξοχήν πολιτικός αγώνας για μια άλλη κοινωνία να στηριχτεί σε ανθρώπους που έχουν αποσυρθεί από τα κοινωνικά δρώμενα και έχουν οδηγηθεί στην ιδιώτευση μέσα στον πλαστό κόσμο των ναρκωτικών, που φυσικά αφήνει ανενόχλητο τον πραγματικό κόσμο της αδικίας να διαιωνίζεται.

 

 

 

Επιστροφή