{ last update : nikos @ 24-april-2010 }

(Βόλος , 5 Ιουνίου 1996)


Η Οικολογική Κρίση Ως Τμήμα Πολυδιάστατης Κρίσης

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Το θέμα της ομιλίας μου απόψε είναι η οικολογική κρίση σαν τμήμα μιας πολυδιάστατης συστημικής κρίσης, δηλαδή μιας κρίσης που ανάγεται στο ίδιο το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα της οικονομίας της αγοράς που ζούμε σήμερα το οποίο αναδύθηκε 200 χρόνια περίπου πριν στην Ευρώπη και σήμερα, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, είναι πια καθολικό.

Ξέρω ότι μερικοί από εσάς μπορεί να παραξενευθούν από τη σύνδεση που κάνω μεταξύ οικολογικής κρίσης και της παράλληλης κρίσης σε άλλους τομείς (οικονομικό, πολιτικό, γενικότερο κοινωνικό) καθώς και με την σύνδεση με το ίδιο το κοινωνικό-οικονομικό σύστημα. Και είναι δικαιολογημένο να παραξενεύεται κανένας από τη προβληματική αυτή δεδομένου ότι συνήθως οι αιτίες της οικολογικής κρίσης είτε αποδίδονται σε αξίες (καταναλωτισμός, απομάκρυνση από τις Χριστιανικές αξίες κ.λπ.) ή στα συμπτώματα του συστήματος της αγοράς (τεχνολογία, βιομηχανισμός) αλλά ποτέ στο ίδιο το σύστημα της αγοράς. Το μόνο δηλαδή που αποφεύγουν οι αυτόκλητοι προστάτες του περιβάλλοντος είναι η οποιαδήποτε αναφορά στα συστημικά αίτια της κρίσης και το γεγονός ότι η κρίση αυτή αποτελεί τμήμα μιας γενικότερης οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης. Μερικοί μάλιστα, υποτίθεται πιο ενημερωμένοι, αναφέρονται στο παράδειγμα της παράλληλης, και μάλιστα χειρότερης, οικολογικής κρίσης στις χώρες του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού για ν’ αποκλείσουν τη σύνδεση οικολογικής κρίσης και συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Γι’ αυτό και η διέξοδος από την κρίση κατά τους διάφορους οικολόγους που πλημμυρίζουν τα ΜΜΕ είναι ανάλογες ―να αλλάξουμε τις αξίες μας, τη τεχνολογία, τη νομοθεσία (π.χ. να βάλουμε φόρους στην ενέργεια, να τιμωρήσουμε τους ρυπαντές κ.λπ.).

Η θέση λοιπόν που θα ήθελα να υποστηρίξω απόψε είναι ότι η πολυδιάστατη αυτή κρίση έχει τις ρίζες της στη μη δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Δηλαδή, σύμφωνα με τη θέση αυτή, η συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια των διαφόρων ελίτ αποτελεί το θεμέλιο κάθε διάστασης της κρίσης. Ας δούμε όμως πρώτα πως εκδηλώνεται σήμερα η πολυδιάστατη αυτή κρίση αρχίζοντας με την οικολογική της διάσταση.

Η διατάραξη των οικολογικών συστημάτων, η εκτεταμένη μόλυνση, η βαθμιαία εξάντληση των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πηγών, και γενικά η ραγδαία υποβάθμιση του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής έχουν κάνει ολοφάνερα τα όρια της οικονομικής ανάπτυξης τα τελευταία 30 χρόνια. Όμως, η οικολογική καταστροφή είχε αρχίσει νωρίτερα, παρόλο που δεν είχε γίνει ακόμη ορατή δια γυμνού οφθαλμού. Είχε αρχίσει εδλω και 200 περίπου χρόνια όταν αναδύθηκε στην Ευρώπη το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, το σύστημα δηλαδή όπου οι βασικές αποφάσεις τι παράγεται, πως παράγεται και για ποιον παράγεται έπαυσαν ν’ αποτελούν αποτέλεσμα κοινωνικών αποφάσεων και έγιναν το αυτόματο αποτέλεσμα του μηχανισμού των τιμών. Δεν είναι τυχαίο ότι η καταστροφή του περιβάλλοντος στη διάρκεια της ζωής της οικονομίας της αγοράς και της συνακόλουθης οικονομίας ανάπτυξης τα τελευταία 200 χρόνια είναι πολύ μεγαλύτερη και εκτεταμένη από τη σωρευτική ζημιά όλων των προηγούμενων κοινωνιών στο περιβάλλον.

Για ν’ αναφέρω μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα, όπως είναι γνωστό, οι συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα, που είναι η κύρια αιτία του φαινομένου του θερμοκηπίου που μας απειλεί, είχαν μείνει σχεδόν σταθερές για μια ολόκληρη χιλιετία μέχρι την εποχή της ανόδου της οικονομίας της αγοράς. Από τότε όμως οι συγκεντρώσεις αυτές απογειώθηκαν και έχουν αυξηθεί περιπού κατά 30% μέχρι σήμερα. Το αποτέλεσμα είναι ότι από τις αρχές του αιώνα μας έχει θεμελιωθεί μια μακροπρόθεσμη στατιστική τάση αύξησης της θερμοκρασίας στα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας και όλα τα πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι την τελευταία δεκαετία υπάρχει μια σημαντική επιτάχυνση της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη. Ακόμη, είναι γεγονός ότι στη διάρκεια του αιώνα μας εξαφανίστηκαν τα μισά από τα τροπικά δάση της γης, που αποτελούν το φυσικό περιβάλλον του ενός τρίτου των φυτών και των ζώων στον πλανήτη. Και εδώ η κατάσταση χειροτερεύει συνεχώς. Έτσι, ενώ το 1980 εξαφανιζόντουσαν 28 δις. εκτάρια τροπικών δασών το χρόνο, το 1990 ο ρυθμός της καταστροφής είχε φθάσει τα 38 δισ. εκτάρια τον χρόνο. Τέλος, τα αποτελέσματα της εντατικής γεωργίας έγιναν πια σε όλους φανερά με την κρίση των τρελών αγελάδων που ξέσπασε τελευταία και η οποία, παρά την προσπάθεια συγκάλυψης της σημασίας της που αναπτύσσεται τελευταία, είναι πιθανό να σημαίνει ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας δραματικής επιδημίας, ανάλογης με τις ασθένειες που κτυπούσαν τους λαούς τον Μεσαίωνα. Η διαφορά είναι ότι ενώ οι μαζικές αυτές επιδημίες οφειλόντουσαν τότε στην έλλειψη ανάπτυξης (άθλιες συνθήκες υγιεινής, κακές αποχετεύσεις κ.λπ.) σήμερα οι απειλούμενες επιδημίες είναι συνέπειες της ανάπτυξης, ή μάλλον του είδους ανάπτυξης που έφερε η οικονομία της αγοράς.

Ειδικότερα η περίπτωση των τρελών αγελάδων είναι χαρακτηριστική γιατί δείχνει καθαρά τη σχέση μεταξύ οικολογικής κρίσης και οικονομίας της αγοράς. Το ίδιο το γεγονός ότι το πρόβλημα ανέκυψε στη Βρετανία κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι. Η Βρετανία εδώ και 15 χρόνια αποτελεί την εμπροσθοφυλακή στην εισαγωγή της σημερινής νεοφιλελεύθερης φάσης της αγοραιοποίησης, δηλαδή της ελαχιστοποίησης των κοινωνικών ελέγχων πάνω στις αγορές. Το πρόβλημα δεν ανέκυψε από την απληστία των Άγγλων κτηνοτρόφων ή την κακιά Θάτσερ όπως παρουσίασαν το θέμα τα ΜΜΕ. Οι Άγγλοι κτηνοτρόφοι, όπως οι κτηνοτρόφοι και οι αγρότες παντού, αντιμετωπίζουν τις ίδιες πιέσεις της αγοράς να παράγουν φθηνότερα όλο και μεγαλύτερες ποσότητες και απλώς αφέθηκαν ακόμη περισσότερο έρμαια στις δυνάμεις της αγοράς από τους αγρότες αλλού. Οι αγρότες γενικά γίνονται όλο και περισσότερο εξαρτημένοι από τις μεγάλες αγροβιομηχανίες που παράγουν τα χημικά ακόμη και τους σπόρους για την εντατικοποίηση της καλλιέργειας. Στη Βρετανία για παράδειγμα ενώ στη δεκαετία του 1950, ένας κτηνοτρόφος μπορούσε να έχει ένα καλό εισόδημα από 15 αγελάδες, σήμερα, για να έχει το ίδιο εισόδημα σε πραγματικούς όρους, πρέπει να έχει πάνω από 75 αγελάδες. Σε κάποιο σημείο οι μικρο-αγρότες δεν μπορούν να επιβιώσουν στον ανταγωνισμό με τις μεγάλες αγρο-επιχειρήσεις που αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια, οι οποίες έχουν την οικονομική δύναμη να αγοράζουν φθηνότερα τα χημικά και πρώτες ύλες και να πετυχαίνουν καλύτερες τιμές των προιόντων τους από τις αλυσίδες των σουπερμάρκετ, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση τους. Στη Βρετανία, όπου η διαδικασία αυτή έχει προχωρήσει περισσότερο από τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η συγκέντρωση έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις ώστε ο αριθμός των αγροτικών επιχειρήσεων έπεσε σχεδόν στο μισό μέσα σε 30 χρόνια, από 454.000 το 1953 σε 242.000 το 1981.

Εντούτοις, παρά τη γενική χειροτέρευση της κατάστασης, διάφοροι τεχνοκράτες οικολόγοι εξακολουθούν να μιλούν για το «πρασίνισμα του καπιταλισμού», τη δυνατότητα επιβολής περιβαλλοντικών ελέγχων πάνω στις αγορές κ.λπ. Όμως, παρά τη δρασtηριότητα των διαφόρων περιβαλλοντικών οργανωσεων και την υιοθέτηση μεγάλου μέρους των αιτημάτων τους από τα κόμματα εξουσίας, η οικολογική κρίση όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά και εντείνεται, μολονότι κάποια θετικά, αλλά όχι ιδιαίτερα σημαντικά, βήματα έχουν σημειωθεί στον έλεγχο της μόλυνσης και την εξοικονόμηση ενέργειας και φυσικών πόρων. Εντούτοις, όσον αφορά τα μείζονα οικολογικά προβλήματα δεν υπάρχει καμμιά ένδειξη ότι γίνονται λιγότερο σοβαρά ή απειλητικά. Αντίθετα, η κατάσταση χειροτερεύει σε σχέση με τα προβλήματα του θερμοκηπίου, της όξινης βροχής, της τρύπας του όζοντος, της καταστροφής των τροπικών δασών, της εξαφάνισης ζωϊκών ειδών κ.λπ. Έτσι, η διαδικασία της οικολογικής καταστροφής σε μαζική έκταση που άρχισε με την άνοδο της οικονομίας της αγοράς όχι μόνο δεν επιβραδύνεται από τις ενέργειες των διαφόρων περιβαλλοντικών οργανώσεων τύπου Greenpeace κ.λπ. αλλά επιταχύνεται. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ευθύνονται οι περιβαλλοντικές οργανώσεις για την επιτάχυνση σε πολλούς σημαντικούς τομείς της οικολογικής καταστροφής. Απλώς σημαίνει ότι το τεράστιο οικολογικό πρόβλημα που έχει δημιουργήσει η οικονομία της αγοράς και η συνακόλουθη οικονομία ανάπτυξης δεν λύνεται με ακτιβισμούς (που απλώς οριακά αποτελέσματα μπορεί να έχουν), αλλά μόνο με τη δημιουργία ενός μαζικού πολιτικού κινήματος που, έχοντας συνείδηση των συστημικών αιτιών της πολυδιάστατης κρίσης, θέτει σαφές θέμα συστημικής αλλαγής.

Όμως, όπως ήδη ανάφερα, η κρίση σήμερα δεν είναι μόνο οικολογική. Είναι και οικονομική, πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική. Με μια έννοια, είναι κρίση της ίδιας της έννοιας της Προόδου που επεκράτησε στη Δύση μετά τον Διαφωτισμό. Της έννοιας δηλαδή που ταύτιζε την Πρόοδο με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η οποία αποτέλεσε κεντρικό στόχο όχι μόνο του φιλελεύθερου αλλά και του σοσιαλιστικού κινήματος. Ακόμη, οι κρίσεις αυτές είναι αλληλένδετες. Η τάση για παράδειγμα για οικονομική συγκέντρωση, η οποία αποτελεί το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της δυναμικής της οικονομίας της αγοράς και του ανταγωνισμού (που εύστοχα περιγράφτηκε με το μότο «ανάπτυξη ή θάνατος»), εξηγεί και την απόπειρα κυριάρχησης της Φύσης, της αντιμετωπίσης της δηλαδά σαν εργαλείου για την παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Με άλλα λόγια, για ν’ αντιληφθούμε τα αίτια της οικολογικής κρίσης θα πρέπει ν’ αναφερθούμε όχι απλώς στο κρατούν σύστημα αξιών και τις συνακόλουθες τεχνολογίες, ούτε απλώς στις παραγωγικές σχέσεις, αλλά στις γενικότερες σχέσεις κυριαρχίας που χαρακτηρίζουν κάθε ιεραρχική κοινωνία που θεμελιώνεται στην οικονομία της αγοράς.

Αλλά ας έλθουμε τώρα να εξετάσουμε την οικονομική κρίση. Η κρίση αυτή είναι επίσης συστημική και είναι άμεσο αποτέλεσμα της συγκέντρωσης οικονομικής δύναμης που επιφέρει η δυναμική της οικονομίας της αγοράς. Η οικονομική κρίση εκδηλώνεται κυρίως με τη διαρκή εξάπλωση της ανισότητας, το συνεχές διευρυνόμενο άνοιγμα όχι μόνο μεταξύ Βορρά και Νότου αλλά και μεταξύ των οικονομικών ελίτ και του υπόλοιπου της κοινωνίας μέσα στον Βορρά και τον Νότο. Η τελευταία φάση της χρόνιας αυτής κρίσης άρχισε τη δεκαετία του 1970 όταν ανέκυψε στον Βορρά η βασική αντίφαση μεταξύ του βαθμού διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς που είχε επιτευχθεί μέχρι τότε και του κρατισμού, δηλαδη του άμεσου ή έμμεσου καθορισμού του επιπέδου οικονομικής δραστηριότητας και απασχόλησης από το κράτος. Τότε, σε μια προσπάθεια υπέρβασης αυτής της αντίφασης, τέθηκε σε κίνηση, σε παγκόσμιο επίπεδο, μια διαδικασία συρρίκνωσης του οικονομικού ρόλου του κράτους και παράλληλης απελευθέρωσης και απορύθμισης των αγορών. Η διαδικασία αυτή υλοποιεί αυτό που ονομάζω νεοφιλελεύθερη συναίνεση, δηλαδή τη πολιτική που ακολουθούν σήμερα συντηρητικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην εξουσία και η οποία αντικατέστησε την σοσιαλδημοκρατική συναίνεση η οποία χαρακτήριζε την πολιτική των κομμάτων αυτών το πρώτο τέταρτο του αιώνα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Η νεοφιλελεύθερη συναίνεση ήδη έχει καταστροφικές συνέπειες για την συντριπτική πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού. Έτσι, η δραστική συρρίκνωση του κρατισμού (που εκδηλωνόταν με την κρατική δέσμευση για πλήρη απασχόληση, το κράτος -πρόνοιας, τις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις κ.λπ.) είναι σε σημαντικό βαθμό υπεύθυνη για τη πελώρια επέκταση της ανεργίας και υπο-απασχόλησης που καταδικάζει, σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Όργανωσης Εργασίας, 120 εκ. ανθρώπους στην ανοικτή ανεργία και άλλα 700 εκ. σε μια υποαπασχόληση που δεν εξασφαλίζει ούτε την ικανοποίηση των βασικών αναγκών. Με άλλα λόγια, περίπου 30% του παγκόσμιου πληθυσμού ζουν σήμερα κάτω από το όριο επιβίωσης σε μια κρίση που θεωρείται χειρότερη από αυτή της δεκαετίας του 1930. Και βέβαια αποτελεί μύθο ο ισχυρισμός που χρησιμοποιούν και μερικοί υποτιθέμενοι αριστεροί ότι αυτό που συμβαίνει είναι απλώς η μετατόπιση απασχόλησης από τον Βορρά στον Νότο, στις Ασιατικές Τίγρεις κ.λπ. Αυτό που πράγματι συμβαίνει είναι ότι με την σημερινή απόλυτη ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου οι πολυεθνικές, σε συνεργασία με τις ντόπιες ελίτ σε μερικές χώρες του Νότου συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, εκμεταλλεύονται την τεράστια διαφορά στο κόστος παραγωγής των χωρών αυτών (λόγω των μισθών πείνας, της πολιτικής κατεπίεσης, των ελάχιστων ή μηδαμινών περιβαλλοντικών ελέγχων κ.λπ.) για να μεταφέρουν τμήματα της παραγωγικής διαδικασίας σε αυτές. Πανηγυρική διάψευση της σχετικής μυθολογίας για τις Ασιατικές Τίγρεις κ.λπ. είναι το γεγονός ότι σήμερα 500 πολυεθνικές ελέγχουν τα δύο τρίτα του παγκόσμιου εμπορίου και ότι ΟΛΕΣ σχεδόν οι επιχειρήσεις αυτές εδράζονται στον Βορρά.

Η γενική τάση σήμερα υποδηλώνει την μετάβαση σε μια κοινωνία εύκαμπτης εργασίας που χαρακτηρίζεται από μαζική, χαμηλόμισθη, όχι μόνιμη, εργασία και υπο-απασχόληση. Στη Βρετανία για παράδειγμα αυτοί που είχαν δουλειές πλήρους απασχόλησης ήταν πάνω από το 55% του ενεργού πληθυσμού το 1975 ενώ το 1993 είχαν πέσει στο 35%. Ανάλογα στις ΗΠΑ , μεταξύ 1979 και 1995 χάθηκαν πάνω από 43 εκ. δουλειές. Μολονότι οι περισσότεροι από αυτούς που έχασαν τη δουλειά τους βρήκαν άλλη απασχόληση, μόνο το ένα τρίτο περίπου βρήκε απασχόληση σε δουλειές με το ίδιο ή ανώτερο εισόδημα. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα στις ΗΠΑ παρατηρείται η μεγαλύτερη ανασφάλεια ως προς την εργασία από τη κρίση του 1930. Αντίστοιχη έρευνα στη Βρετανία τον περασμένο μήνα επιβεβαίωσε την πελώρια αύξηση στην ανασφάλεια σε σχέση με την απασχόληση.

Ακόμη, η απελευθέρωση των αγορών σημαίνει την δραματική αύξηση της ανισότητας και της φτώχειας. Σύμφωνα για παράδειγμα με στοιχεία του ΟΗΕ, το άνοιγμα σε όρους κατά κεφαλή εισοδήματος μεταξύ του 20% των πλουσιότερων στο παγκόσμιο πληθυσμό και του 20% των φτωχότερων οκταπλασιάστηκε τη δεκαετία του 1980. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι σήμερα η παγκόσμια κατανομή εισοδήματος παρουσιάζει το φαινόμενο ότι οι 20% πλουσιότεροι στον παγκόσμιο πληθυσμό εισπράττουν το 83% του παγκόσμιου εισοδήματος ενώ οι 60% φτωχότεροι εισπράττουν το 5,5%!. Ανάλογες τάσεις βέβαια παρατηρούνται και στη χώρα μας όπου η ανισότητα φαίνεται ότι έχει πάρει τελευταία εκρηκτικές διαστάσεις αλλά δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι από τις 2-3 χώρες του ΟΟΣΑ που δεν δίνουν σχετικά στοιχεία ακριβείς υπολογισμοί είναι αδύνατοι.

Δεν θα έπρεπε όμως να νομισθεί ότι η πελώρια και συνεχώς διογκούμενη ανισότητα είναι απλώς το αποτέλεσμα της συγκέντρωσης οικονομικής δύναμης που συνεπάγεται η νεοφιλελεύθερη απελευθέρωση των αγορών. Στη πραγματικότητα ―και αυτό δείχνει το αλληλένδετο της οικολογικής με την οικονομική κρίση― η ανισότητα αποτελεί επίσης τη θεμελιακή προϋπόθεση για τη συνέχιση ανάπτυξης, για την ίδια δηλαδή την αναπαραγωγή της οικονομίας ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, αντίθετα προς τις συνήθεις περιβαλλοντικές και οικολογικές απόψεις, δεν πιστεύω στην καταστροφολογία. Πιστεύω ότι, έστω τη τελευταία στιγμή, θα παρθούν δραστικά μέτρα από το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο για την αποφυγή μιας οικολογικής καταστροφής. Άλλο, βέβαια, ότι τα μέτρα αυτά μπορεί να είναι ολοκληρωτικά και άλλο ότι αναμφίβολα θα πλήξουν βασικά τα πιο αδύνατα από κοινωνική και οικονομική άποψη στρώματα. Το θέμα είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι απλώς και μόνο για να μπορεί να συνεχίζεται η σημερινή ανάπτυξη, η αναγκαία προϋπόθεση είναι ότι τα οφέλη από αυτήν θα συγκεντρώνονται σε ένα μικρό τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού, δηλαδή ότι η ανάπτυξη θα θεμελιώνεται στη τεράστια και διευρυνόμενη ανισότητα. Και αυτό για δύο λόγους:

  • πρώτον, διότι είναι φυσικώς αδύνατη η γενίκευση των σπάταλων καταναλωτικών προτύπων που απολαμβάνουν σήμερα περίπου το 40% του πληθυσμού στον Βορρά και ένα πολύ μικρότερο ποσοστό στον Νότο. Έχει υπολογισθεί για παράδειγμα ότι απλώς για να γενικευθεί το μέσο βιοτικό επίπεδο του Βορρά η παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή θα πρέπει ν’ αυξηθεί 130 φορές! Και αυτό, χωρις να λάβουμε υπόψει τις σημερινές τάσεις ανάπτυξης στις Ασιατικές Τίγρεις, καθώς και τις προβλέψεις για την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού. Ακόμη δηλαδή και εάν ο παγκόσμιος πληθυσμός έμενε στάσιμος τον επόμενο αιώνα, θα έπρεπε η παγκόσμια παραγωγή ενέργειας να τετραπλασιαστεί για ν’ απολαμβάνουν όλοι οι κάτοικοι της γης τα κατά κεφαλή καταναλωτικά επίπεδα ενέργειας που έχουν σήμερα οι κάτοικοι του Βορρά (ή να εξαπλασιαστούν, για να απολαμβάνουν τα Αμερικανικά επίπεδα). Όμως, ακόμη και με συντηρητικές εκτιμήσεις, είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια στιγμή τον επόμενο αιώνα ο παγκόσμιος πληθυσμός θα φθάσει τα 11 δισεκατομμύρια. Τη στιγμή αυτή, για να μπορούν οι κάτοικοι του πλανήτη να έχουν τα σημερινά καταναλωτικά επίπεδα ενέργειας του Βορρά, θα πρέπει η παγκόσμια παραγωγή ενέργειας να οκταπλασιαστεί (ή ν’ αυξήθει 12 φορές για να έχουν όλοι τα Αμερικανικά επίπεδα). Αλλά, με βάση τις υπάρχουσες εκτιμήσεις όλων των γήινων αποθεμάτων ορυκτών και ενεργειακών πόρων (και αυτών που είναι πιθανόν να βρούμε) δεν υπάρχει καμμιά πιθανότητα να προσεγγίσουμε όλοι αυτά τα καταναλωτικά επίπεδα και ούτε οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας (ηλιακή, αιολική κ.λπ.) μπορούν να παράγουν τις απαιτούμενες τεράστιες ποσότητες ενέργειας. Ακόμη και αν προσπαθήσουμε να παράγουμε τις ποσότητες αυτές μαζικοποιώντας τη χρήση ατομικής ενέργειας, για να καλυφθούν οι ενεργειακές ανάγκες ενός πληθυσμού 11 δισ. ανθρώπων, όπως έδειξε σχετική έρευνα, θα έπρεπε να κτιστούν 200.000 γιγάντιοι πυρηνικοί αντιδραστήρες, δηλαδή ν’ αυξηθεί 1.000 φορές η σημερινή παγκόσμια πυρηνική παραγωγική ικανότητα !

  • δεύτερον, διότι ακόμη και εάν οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου δεσμευόντουσαν να εφαρμόσουν τη τελευταία λέξη των φιλικών προς το περιβάλλον τεχνολογιών ώστε να επιτευχθεί μια βιώσιμη ανάπτυξη, για να πάμε τώρα και στην επιστημονική φαντασία, η γενίκευση αυτών των τεχνολογιών σε παγκόσμια κλίμακα δεν θα ήταν δυνατή, με δεδομένη τη σημερινή συγκέντρωση εισοδήματος και πλούτου και το κόστος παρόμοιων τεχνολογιών. Και αυτό, πέρα από το γεγονός ότι οι ίδιες οι τεχνολογίες αυτές είναι τουλάχιστον αμφίβολο ότι θα ήταν το ίδιο αποτελεσματικές μετά τη γενίκευση της εφαρμογής τους.

Επομένως, όπως ακριβώς η δημιουργία της οικονομίας ανάπτυξης ήταν αδύνατη χωρίς τη λεηλασία της φύσης, το ίδιο αδύνατη είναι η σημερινή αναπαραγωγή της, χωρίς τη συνεχή και διευρυνόμενη συγκέντρωση οικονομικής δύναμης. Οι σημερινοί ιλιγγιώδεις ρυθμοί ανάπτυξης στη Κίνα για παράδειγμα (η Κίνα αναπτύσσεται με ένα μέσο ρυθμό περίπου 10% τα τελευταία 10 χρόνια έναντι 3% στον Βορρά) είναι φυσικώς βιώσιμοι, ακριβώς διότι συνοδεύονται από μια τεράστια αύξηση της ανισότητας.

Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι η οικονομία ανάπτυξης και η συγκέντρωση οικονομικής δύναμης είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δηλαδή, ούτε η συγκέντρωση, αλλά ούτε και οι οικολογικές επιπτώσεις της οικονομίας ανάπτυξης, είναι δυνατόν ν’ αποφευχθούν στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Όμως, το γεγονός ότι όσο επεκτείνεται η οικονομία ανάπτυξης τόσο διευρύνεται η συγκέντρωση οικονομικής δύναμης αποτελεί και τη θεμελιακή αντίφαση του συστήματος, διότι οδηγεί στη συνειδητοποίηση ότι η Πρόοδος, με την έννοια της αύξησης της ευημερίας μέσω της ανάπτυξης, έχει αναγκαστικά μη καθολικό χαρακτήρα. Επομένως, η ώρα της αλήθειας για το υπάρχον κοινωνικό-οικονομικό σύστημα θα έλθει όταν θα γίνει γενικά αντιληπτό ότι η αναπαραγωγή των σημερινών σπάταλων καταναλωτικών προτύπων ―που επιβάλλει η ίδια η δυναμική της οικονομίας της αγοράς η οποία καθορίζει και τις αξίες μας― συναρτάται με το γεγονός ότι μόνο ένα μικρό τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού, στο παρόν ή το μέλλον, μπορεί να τ’ απολαμβάνει.

Στη πραγματικότητα, η αυξανόμενη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι τα οφέλη της οικονομίας ανάπτυξης δεν είναι για όλους, καθώς και η ανασφάλεια που δημιουργεί η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, έχουν ήδη οδηγήσει σε μια οξεία κοινωνική κρίση που εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους, οι κυριότεροι μεταξύ των οποίων είναι η τεράστια αύξηση της εγκληματικότητας και η έκρηξη της κατάχρησης ναρκωτικών. Παράλληλα, η διεθνοποίηση των ΜΜΕ (τηλεόραση, βίντεο κ.λπ.) έχει οδηγήσει σε μια πολιτιστική κρίση, λόγω της εντεινόμενης ομογενοποίησης της κουλτούρας, που συμβάλλει σημαντικά στην άνοδο διαφόρων φονταμενταλισμών, από τον ισλαμικό μέχρι το δικό μας νεο-ορθόδοξο.

Η έκρηξη της εγκληματικότητας και ιδιαίτερα αυτής που έχει σχέση με τα εγκλήματα κατά της περιουσίας (κλοπές, διαρρήξεις κ.λπ.) έχει πάρει στις Αγγλοσαξωνικές χώρες, όπου η αγοραιοποίηση της οικονομίας έχει προχωρήσει περισσότερο, τεράστιες διαστάσεις. Έτσι, στις μεν ΗΠΑ, ο πληθυσμός των φυλακών τριπλασιάστηκε τα τελευταία 15 χρόνια στη δε Βρετανία αυξήθηκε 30% μόνο τα τελευταία 3 χρόνια. Η έκρηξη της εγκληματικότητας, σύμφωνα με Βρετανό έγκυρο παρατηρητή, τείνει να πάρει διαστάσεις εξέγερσης στους τεράστιους αστικούς σχηματισμούς που διαμορφώνονται σε όλο τον κόσμο, και αντιμετωπίζεται σαν τέτοια από τις άρχουσες ελίτ. Έτσι, η αγοραιοποίηση της οικονομίας αυξάνει μεν τα προνόμια μιας μειονότητας, αλλά εντείνει συνεχώς και την ανασφάλεια της, πράγμα που την σπρώχνει όλο και περισσότερο να κλείνεται στα πολυτελή γκέττο της που τα φρουρούν ιδιωτικοί στρατοί.

Σήμερα όμως, παρά την τεραστίων διαστάσεων κρίση, που σημαίνει ότι το παρόν οικονομικό σύστημα δεν είναι σε θέση να καλύψει ούτε τις βασικές ανάγκες τουλάχιστον του ενός πέμπτου του παγκόσμιου πληθυσμού, η παγκόσμια οικονομία της αγοράς δεν είναι αντικείμενο αμφισβήτησης. Είναι φανερό ότι η πρόσφατη κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η συνακόλουθη ενσωμάτωση της Αριστεράς στην νεοφιλελεύθερη συναίνεση παίζουν αποφασιστικό ρόλο στο υποκειμενικό επιπεδο. Και αυτό μας φέρνει σε μια άλλη διάσταση της κρίσης, την κρίση της Πολιτικής, ή αυτού που ονομάζουμε πολιτική το οποίο βέβαια δεν έχει σχέση με την κλασική έννοια της Πολιτικής που ανέπτυξαν οι πρόγονοι μας.

Το φαινόμενο που είναι γνωστό ως «η κρίση της πολιτικής» υποσκάπτει σήμερα τα θεμέλια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η εντεινόμενη κρίση της παραδοσιακής πολιτικής εκδηλώνεται με διάφορα συμπτώματα τα οποία συχνά θέτουν σε αμφισβήτηση, ρητά ή σιωπηρά, τα θεμέλια της σημερινής δημοκρατίας, ή όπως σωστότερα τη χαρακτηρίζει ο Καστοριάδης, της φιλελεύθερης ολιγαρχίας. Τέτοια συμπτώματα είναι τα πολύ σημαντικά ποσοστά αποχής, η συρρίκνωση των οργανωμένων κομματικών μελών, η συνειδητοποίηση από μεγάλα κοινωνικά στρώματα ότι οι πολιτικοί, στη μεγάλη πλειοψηφία τους, όχι μόνο αποτελούν μια ελίτ, μερικές φορές ακόμη και κληρονομική, αλλά επί πλέον ότι βλέπουν την ίδια την πολιτική σαν επάγγελμα και μάλιστα προσοδοφόρο κ.λπ.

Η ιστορική αιτία της γενικής κρίσης της παραδοσιακής πολιτικής και της σημερινής μαζικής απάθειας σίγουρα είναι το γεγονός που τονίζει και ο Καστοριάδης ότι οι δύο τελευταίοι αιώνες απέδειξαν τη θεμελιακή ασυμβατότητα τόσο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όσο και του κρατικιστικού σοσιαλισμού, με το αίτημα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας. Το ερώτημα όμως που γεννιέται είναι γιατί αυτή η κρίση έγινε ιδιαίτερα οξεία τα τελευταία περίπου 10 χρόνια. Κατά τη γνώμη μου, για να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει ν’ αναφερθούμε στις δομικές αλλαγές που σημειώνονται από τη δεκαετία του 1970 στην οικονομία της αγοράς. Δηλαδή,

  • πρώτον, την εντεινόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς που έχει υποσκάψει αποτελεσματικά την δύναμη του κράτους να ελέγχει τις οικονομικές εξελίξεις, αλλά και τη συνακόλουθη πίστη στην αποτελεσματικότητα της παραδοσιακής πολιτικής

  • δεύτερον, τον διευρυνόμενο αγώνα για την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μεταξύ των χωρών της Τριάδας (ΕΕ, ΗΠΑ, Ιαπωνία) ο οποίος έχει οδηγήσει στη κατάρρευση της σοσιαλδημοκρατίας, τη παγίωση της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης και τη συνακόλουθη εξαφάνιση των ιδεολογικών διαφορών μεταξύ των πολιτικών κομμάτων

  • τρίτον, τις τεχνολογικές αλλαγές που έχουν οδηγήσει στη σημερινή μεταβιομηχανική κοινωνία και τις συνακόλουθες αλλαγές στη διάρθρωση της απασχόλησης και του εκλογικού σώματος οι οποίες, σε συνδυασμό με τη μαζική ανεργία και υπο-απασχόληση, έχουν οδηγήσει στη δραστική συρρίκνωση της παραδοσιακής εργατικής τάξης και των οργανώσεων της. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ μέσα σε δύο δεκαετίες οι συνδικαλισμένοι εργάτες έπεσαν από 35 σε 15 εκ., ενώ στη Βρετανία ―που πάντα είχε ισχυρή συνδικαλιστική παράδοση― τα μέλη των συνδικάτων έπεσαν από 13,5 εκ. το 1979 σε κάτω από 9 εκ.

Σήμερα, το αποτέλεσμα των εκλογικών αναμετρήσεων στον Βορρά καθορίζεται και κρίνεται από μια προνομιούχα μειοψηφία που φθάνει το πολύ το 40% (αυτό που ο Galbraith ονομάζει η ικανοποιημένη εκλογική πλειοψηφία). Αποτελείται από τα μεσαία στρώματα που έχουν ακόμη σταθερές δουλειές πλήρους απασχόλησης και εισπράττουν περίπου τα 2/3 του συνολικού εισοδήματος. Τα στρώματα αυτά ανθούν κυρίως στον ισχυρό ιδιωτικό τομέα της οικονομίας και σήμερα, ωθούμενα από τη συνεχή χειροτέρευση των υπηρεσιών του κράτους-πρόνοιας από τη νεοφιλελεύθερη συναίνεση, εγκαταλείπουν αθρόα την δημόσια κάλυψη αναγκών όπως η υγεία, εκπαίδευση, συντάξεις κ.λπ. και στρέφονται στην ιδιωτική κάλυψη των αναγκών αυτών. Η συνέπεια είναι ότι τα στρώματα αυτά υιοθετούν και όλη την νεοφιλελεύθερη ιδεολογία για την μείωση των φόρων και των κοινωνικών δαπανών, που θεωρούν ότι ωφελούν πολύ περισσότερο τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, την υπο-τάξη, παρά τα ίδια. Αντίστοιχα, τα μέλη της υπο-τάξης, βλέποντας ότι η εναλλαγή των κομμάτων εξουσίας δεν επιφέρει καμμιά σημαντική αλλαγή στην κοινωνική και οικονομική θέση τους, αλλοτριώνονται όλο και περισσότερο από την παραδοσιακή πολιτική (δεν είναι τυχαίο ότι τα υψηλότερα ποσοστά αποχής παρατηρούνται στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα) ή ξεσπούν με εξεγέρσεις, στο συλλογικό επίπεδο, και εγκληματικότητα, στο ατομικό.

Ένα ενδιαφέρον ζήτημα που γεννιέται σε σχέση με την κρίση πολιτικής αφορά χώρες στην ημι-περιφέρεια όπως η Ελλάδα όπου τα μεσαία στρώματα είναι άμεσα ή έμμεσα εξαρτημένα από τον δημόσιο τομέα, σε αντίθεση με τον Βορρά όπου τα στρώματα αυτά είναι δεμένα με τον ιδιωτικό τομέα. Στη περίπτωση αυτή γεννιέται μια ασυμβατότητα μεταξύ των διαθέσεων του εκλογικού σώματος και των αναγκών της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, όπως τις εκφράζει η νεοφιλελεύθερη συναίνεση. Έτσι νομίζω μπορεί να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος αντιστέκεται στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και στρέφεται στα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά και αριστερά κόμματα τα οποία όμως, στο θεσμικό πλαίσιο του Μάαστριχτ και της Ενιαίας Αγοράς, δεν έχουν επιλογή παρά να εφαρμόσουν τις πολιτικές της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης.

Αλλά ας δούμε τώρα σύντομα τις προτάσεις για τη διέξοδο από την κρίση τις οποίες θα μπορούσαμε να τις συνοψίσουμε σε τρεις κατηγορίες. Πρώτον, στη πρόταση της Δεξιάς, δεύτερον στη πρόταση της παραδοσιακής Αριστεράς και τρίτον την πρόταση της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Με βάση τα όσα ήδη ανέφερα δεν είναι βέβαια εκπληκτικό ότι οι προτάσεις της Δεξιάς και της παραδοσιακής Αριστεράς φαινομενικά μόνο διαφέρουν μεταξύ τους εφόσον παίρνουν δεδομένο όλο το θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς και της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Έτσι, όσον αφορά πρώτα τη Νέα Δεξιά, η διέξοδος από την πολυδιάστατη κρίση περνά μέσα από την παραπέρα αγοραιοποίηση της οικονομίας και της κοινωνίας, δηλαδή μέσα από την πλήρη απελευθέρωση των δυνάμεων της αγοράς, τις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις και τον περιορισμό του κράτους-πρόνοιας σε ένα ασφαλιστικό δίκτυο για τους άπορους. Όμως είναι φανερό ότι καμιά από τις διαστάσεις της κρίσης που ανέφερα δεν μπορεί να ξεπεραστεί με την παραπέρα αγοραιοποίηση που είναι βέβαιο ότι θα φέρει ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση οικονομικής δύναμης μεταξύ Βορρά και Νότου καθώς και μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων, εντείνοντας την οικονομική και κοινωνική κρίση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και τα Ασιατικά θαύματα απειλούνται σήμερα με στασιμότητα, αν όχι κατάρρευση, εφόσον είναι αναγκασμένα από τη τελευταία συμφωνία της GATT να περιορίσουν σημαντικά τον κρατικό οικονομικό ρόλο που ήταν κρίσιμης σημασίας στην ανάπτυξη τους. Ούτε βέβαια η παραπέρα απελευθέρωση των αγορών μπορεί να έχει οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα σε σχέση με την οικολογική κρίση η οποία, όπως δείχνει η Ιστορία των τελευταίων 200 χρόνων, χειροτερεύει σε άμεση αναλογία με την άρση των κοινωνικών ελέγχων πάνω στις αγορές.

Όσον αφορά την παραδοσιακή Αριστερά, η διέξοδος από την πολυδιάστατη κρίση περνά μέσα από την ενδυνάμωση της «κοινωνίας των πολιτών», δηλ. την ενδυνάμωση των διαφόρων δικτύων που είναι ανεξάρτητα από κρατικό έλεγχο (κινήσεις πολιτών, συνδικάτα, συνεταιρισμοί, ανεξάρτητα ΜΜΕ κ.λπ.). Από μια πρώτη ματιά, η πρόταση αυτή φαίνεται να διαφέρει ριζικά από τη πρόταση της Δεξιάς εφόσον, αντί για παραπέρα αγοραιοποίηση, προτείνονται κοινωνικοί έλεγχοι πάνω στις αγορές, και αντί για ιδιωτικοποιήσεις προτείνεται ένας «πλουραλισμός της αγοράς» όπου θα συνυπάρχουν ιδιωτικές επιχειρήσεις και συνεταιρισμοί, δημοτικές και οικογενειακές επιχειρήσεις κ.λπ.

Όμως, είναι φανερό ότι η προσέγγιση αυτή, πρώτον, ενέχει ένα μεγάλο βαθμό κρατισμού, εφόσον είναι το κράτος αυτό που καλείται να επιβάλλει τους κοινωνικούς ελέγχους πάνω στην αγορά. Δεύτερον, ότι ουσιαστικά υποθέτει μια κλειστή οικονομία, εφόσον, στις σημερινές συνθήκες της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, μόνο μια παγκόσμια κυβέρνηση θα μπορούσε να επιβάλλει παρόμοιους ελέγχους στην αγορά. Με άλλα λόγια, οι οπαδοί της προσέγγισης αυτής ουσιαστικά προτείνουν να γυρίσουμε το ρολόι πίσω στη περίοδο όπου βασίλευε ο κρατισμός και ο βαθμός διεθνοποίησης της οικονομίας ήταν ελάχιστος σε σχέση με τον σημερινό. Είναι λοιπόν σαφές ότι η προσέγγιση της κοινωνίας πολιτών είναι και ανιστόρητη αλλά και ουτοπική με την αρνητική έννοια.

Είναι ανιστόρητη, διότι αγνοεί τις δομικές αλλαγές που ανέφερα και οι οποίες οδήγησαν στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και τη νεοφιλελεύθερη συναίνεση. Και είναι ουτοπική, διότι αγνοεί τη λογική και τη δυναμική της οικονομίας της αγοράς. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να υποθέσει ότι η προσέγγιση αυτή είναι ακόμη πιο ουτοπική από την κλασική προσέγγιση του κρατικού σοσιαλισμού. Όταν μια πανίσχυρη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση σε μια μητροπολιτική χώρα (η πρώτη κυβέρνηση Μιτεράν στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας) αναγκάστηκε από τη δυναμική και τη λογική της οικονομίας της αγοράς να προσχωρήσει στη νεοφιλελεύθερη συναίνεση μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί τις πιθανότητες επιτυχίας των δικτύων της κοινωνίας πολιτών να επιβάλλουν κοινωνικούς ελέγχους στις αγορές για να προστατευθεί αποτελεσματικά το περιβάλλον ή οι εργαζόμενοι. Το φιάσκο της Συνδιάσκεψης του Ρίο είναι ενδεικτικό.

Με βάση αυτή την προβληματική, η στρατηγική της ανάπτυξης των θεσμών της κοινωνίας πολιτών δεν έχει καμιά πιθανότητα να υπερβεί τη σημερινή πολυδιάστατη κρίση, εφόσον αποσκοπεί απλώς στην βελτίωση του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου, όταν είναι το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο και όχι η κακή λειτουργία του που αποτελεί τη θεμελιακή αιτία της κρίσης. Δεν είναι δύσκολο να δειχθεί για παράδειγμα ότι οποιοδήποτε αποτελεσματικοί έλεγχοι για την προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι συμβατοί με την ανταγωνιστικότητα και ότι σε μια παγκόσμια οικονομία που χαρακτηρίζεται από τις σημερινές πελώριες ανισότητες τα αδύνατα μέρη προσπαθούν να επιβιώσουν μέσω της υποβάθμισης και εκμετάλλευσης των φυσικών και ανθρώπινων πόρων τους.

Εάν όμως πάρουμε δεδομένο ότι οι απώτερες αιτίες της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης είναι η συγκέντρωση οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής εν ευρεία έννοια δύναμης, τότε προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για τη δημιουργία ενός νέου θεσμικού πλαισίου περιεκτικής δημοκρατίας, δηλαδή πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής δημοκρατίας, που θα θεσμοποιεί την ισοκατανομή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δύναμης. Εάν αποτύχουμε να δημιουργήσουμε εναλλακτικές δημοκρατικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, τότε οι λύσεις που θα δοθούν στη πολυδιάστατη κρίση η οποία αναπόφευκτα θα ενταθεί στο μέλλον θα είναι όλο και περισσότερο αυταρχικές και καταπιεστικές.

Συμπερασματικά, εάν στο τέλος του περασμένου αιώνα το σαφές δίλημμα ήταν «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» νομίζω ότι το αντίστοιχο ακόμη πιο σαφές δίλημμα σήμερα είναι «δημοκρατία ή βαρβαρότητα» και μόνο ένα νέο πρόταγμα που θα προέλθει από τη σύνθεση της δημοκρατικής παράδοσης με την σοσιαλιστική και τις ριζοσπαστικές τάσεις στα νέα κοινωνικά κινήματα, μπορεί να οδηγήσει στην υπέρβαση της βαρβαρότητας.―

ί έλεγχοι για την προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι συμβατοί με την ανταγωνιστικότητα και ότι σε μια παγκόσμια οικονομία που χαρακτηρίζεται από τις σημερινές πελώριες ανισότητες τα αδύνατα μέρη προσπαθούν να επιβιώσουν μέσω της υποβάθμισης και εκμετάλλευσης των φυσικών και ανθρώπινων πόρων τους.

Εάν όμως πάρουμε δεδομένο ότι οι απώτερες αιτίες της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης είναι η συγκέντρωση οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής εν ευρεία έννοια δύναμης, τότε προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για τη δημιουργία ενός νέου θεσμικού πλαισίου περιεκτικής δημοκρατίας, δηλαδή πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής δημοκρατίας, που θα θεσμοποιεί την ισοκατανομή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δύναμης. Εάν αποτύχουμε να δημιουργήσουμε εναλλακτικές δημοκρατικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, τότε οι λύσεις που θα δοθούν στη πολυδιάστατη κρίση η οποία αναπόφευκτα θα ενταθεί στο μέλλον θα είναι όλο και περισσότερο αυταρχικές και καταπιεστικές.

Συμπερασματικά, εάν στο τέλος του περασμένου αιώνα το σαφές δίλημμα ήταν «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» νομίζω ότι το αντίστοιχο ακόμη πιο σαφές δίλημμα σήμερα είναι «δημοκρατία ή βαρβαρότητα» και μόνο ένα νέο πρόταγμα που θα προέλθει από τη σύνθεση της δημοκρατικής παράδοσης με την σοσιαλιστική και τις ριζοσπαστικές τάσεις στα νέα κοινωνικά κινήματα, μπορεί να οδηγήσει στην υπέρβαση της βαρβαρότητας.―