Εισαγωγή

στο βιβλίο Περιεκτική Δημοκρατία

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», δεν αντανακλά το «θρίαμβο του καπιταλισμού», όπως πανηγυρίζουν οι ιδεολογικοί υποστηρικτές του. Ούτε φυσικά νομιμοποιεί ένα κοινωνικό σύστημα, το οποίο, στη σημερινή καθολικότητά του, καταδικάζει στην ανέχεια και την ανασφάλεια τη συντριπτική πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού και απειλεί τον πλανήτη με οικολογική καταστροφή. Ακόμα, δεν σηματοδοτεί την ιστορική νίκη του δυτικού «σοσιαλιστικού» κρατισμού επί του ανατολικού «σοσιαλιστικού» κρατισμού, όπως έσπευσαν να δηλώσουν οι σοσιαλδημοκράτες. Η σοσιαλδημοκρατία, με τη μορφή που κυριάρχησε στο τέταρτο του αιώνα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (κρατική δέσμευση για την πλήρη απασχόληση, το κράτος-πρόνοιας και την αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου προς όφελος των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων), έχει πεθάνει και έχει αντικατασταθεί από τη σημερινή νεοφιλελεύθερη συναίνεση («δίκτυα ασφαλείας», ελαστικές αγορές εργασίας και αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου προς όφελος των προνομιούχων κοινωνικών ομάδων). Συνεπώς, αυτό που έγινε φανερό με την διάλυση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού και την παράλληλη κατάρρευση της σοσιαλδημοκρατίας είναι η πλήρης αποσύνθεση του σοσιαλιστικού κρατισμού, δηλαδή της ιστορικής τάσης που στόχευε στην κατάκτηση της κρατικής εξουσίας, με νόμιμα ή επαναστατικά μέσα, ως αναγκαίας συνθήκης για την επίτευξη ενός ριζοσπαστικού κοινωνικού μετασχηματισμού.

Όμως, ακόμα και πριν από αυτή καθαυτή τη διάλυση του σοσιαλιστικού κρατισμού (για λόγους που σχετίζονται τόσο με δικές του αντιφάσεις όσο και με δομικές αλλαγές στο σύστημα της «οικονομίας της αγοράς», με τις οποίες θα ασχοληθούμε στο πρώτο μέρος αυτού του βιβλίου), ήταν προφανές ότι υπήρχε μια βασική ασυμβατότητα μεταξύ του προτάγματος του κρατικού σοσιαλισμού και του αιτήματος για τη δημιουργία συνθηκών ισοκατανομής της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δύναμης μεταξύ του συνόλου των πολιτών. Ο κρατικός έλεγχος και ιδιοκτησία των οικονομικών πλουτοπαραγωγικών πηγών, ακόμα κι όταν εξασφάλιζε την πλήρη απασχόληση και σημαντικές βελτιώσεις στη κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου, αποδείχτηκαν εντελώς ανεπαρκή μέσα για να  δημιουργήσουν συνθήκες οικονομικής δημοκρατίας, δηλαδή ισοκατανομής της οικονομικής δύναμης, για να μην αναφερθούμε στις συνθήκες ισοκατανομής της πολιτικής δύναμης. Επιπλέον, ο σοσιαλιστικός κρατισμός δεν επέδειξε καμιά σημαντική πρόοδο σε σχέση με τη δημιουργία συνθηκών δημοκρατίας στο κοινωνικό πεδίο γενικά, δηλαδή, στο νοικοκυριό, στο χώρο εργασίας, στα εκπαιδευτικά ιδρύματα κ.τ.λ.

Στο κατώφλι της νέας χιλιετίας, η ανάπτυξη ενός νέου απελευθερωτικού προτάγματος, που θ’ αποτελούσε την σύνθεση, αλλά και την υπέρβαση των κορυφαίων κοινωνικών κινημάτων για αλλαγή του αιώνα μας, είναι επιτακτική. Έτσι, το νόημα της δημοκρατίας μπορεί σήμερα να αντληθεί μόνο από μια σύνθεση των δύο κορυφαίων ιστορικών παραδόσεων, δηλαδή της δημοκρατικής και της σοσιαλιστικής με τα ριζοσπαστικά οικολογικά, φεμινιστικά και ελευθεριακά κινήματα. Οι δυο πρώτες παραδόσεις καθορίζουν το πολιτικό και οικονομικό περιεχόμενο της δημοκρατίας («άμεση δημοκρατία» και «οικονομική δημοκρατία») ενώ τα άλλα ρεύματα ορίζουν το οικολογικό και κοινωνικό περιεχόμενό της («οικολογική δημοκρατία» και «δημοκρατία στο κοινωνικό πεδίο», δηλαδή στο χώρο εργασίας, στο νοικοκυριό κ.τ.λ.). Το νέο, επομένως,  απελευθερωτικό πρόταγμα δεν μπορεί παρά να είναι ένα πρόταγμα για μια περιεκτική δημοκρατία που θα επεκτείνει το δημόσιο χώρο, πέρα από τον παραδοσιακό πολιτικό χώρο, στο οικονομικό και το ευρύτερο κοινωνικό πεδίο.

Είναι κατά συνέπεια προφανές ότι μια περιεκτική δημοκρατία συνεπάγεται την κατάργηση της άνισης κατανομής της πολιτικής και οικονομικής δύναμης και των αντίστοιχων εμπορευματικών και ιδιοκτησιακών σχέσεων καθώς και των ιεραρχικών δομών στο νοικοκυριό, στο χώρο εργασίας, στους εκπαιδευτικούς χώρους και στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο. Με άλλα λόγια, συνεπάγεται την εξάλειψη των σχέσεων κυριαρχίας στο κοινωνικό επίπεδο και της συνακόλουθης απόπειρας κυριάρχησης του φυσικού κόσμου. Είναι εξίσου ξεκάθαρο ότι μια περιεκτική δημοκρατία δεν έχει τίποτα να κάνει με ό,τι περνάει για «δημοκρατία» σήμερα, δηλαδή με τις φιλελεύθερες ολιγαρχίες που έχουν ως βάση την οικονομία της αγοράς και τη φιλελεύθερη «δημοκρατία». Επιπλέον, η περιεκτική δημοκρατία που προτείνεται στο βιβλίο αυτό ελάχιστη σχέση έχει με τις διάφορες εκδοχές «ριζοσπαστικής» δημοκρατίας που προωθούνται σήμερα από την Αριστερά της «κοινωνίας των πολιτών». Όπως προσπάθησα να δείξω σ’ αυτό το βιβλίο, η προσέγγιση της κοινωνίας των πολιτών είναι εξίσου ανιστορική και ουτοπική, με την αρνητική έννοια του όρου. Είναι ανιστορική, επειδή παραβλέπει τις δομικές αλλαγές που οδήγησαν στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και τον συνακόλουθο ευνουχισμό των αυτόνομων (από το κράτος) θεσμών και ενώσεων (συνδικάτων, τοπικών οικονομιών, πολιτικών κινημάτων κ.τ.λ.). Είναι ουτοπική, επειδή, στο σημερινό θεσμικό πλαίσιο της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και της φιλελεύθερης «δημοκρατίας», το οποίο οι υποστηρικτές της κοινωνίας των πολιτών θεωρούν δεδομένο, η ενδυνάμωση των αυτόνομων θεσμών είναι δυνατή μόνο στο βαθμό που δεν αντιτίθεται στη λογική και τη δυναμική της οικονομίας της αγοράς.

Αν όμως η «ριζοσπαστική» δημοκρατία, στις σημερινές συνθήκες συγκέντρωσης της πολιτικής και οικονομικής δύναμης, είναι ουτοπική με την αρνητική έννοια του όρου, η περιεκτική δημοκρατία αποτελεί αναμφισβήτητα κάτι πολύ περισσότερο από μια ουτοπία, με την έννοια μιας ιδεατής κοινωνίας. Ένα απελευθερωτικό πρόταγμα δεν αποτελεί ουτοπία αν στηρίζεται στη σημερινή πραγματικότητα και ταυτόχρονα εκφράζει τη δυσαρέσκεια σημαντικών κοινωνικών στρωμάτων και την από μέρους τους ρητή ή σιωπηρή αμφισβήτηση της υπάρχουσας κοινωνίας. Όπως επιχειρείται να δειχθεί στο βιβλίο αυτό, οι ρίζες της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης (οικολογικής, οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής, πολιτισμικής) βρίσκονται στη μη δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας σ’ όλα τα επίπεδα, με την έννοια ότι είναι η συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια των διαφόρων ελίτ που αποτελεί το θεμέλιο κάθε πλευράς της κρίσης.

Έτσι, είναι η συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης, ως αποτέλεσμα των εμπορευματικών σχέσεων και της δυναμικής της αγοράς η οποία εκφράζεται από το μότο «ανάπτυξη ή θάνατος», που έχει οδηγήσει στη σημερινή οικονομική κρίση. Η κρίση αυτή εκφράζεται κυρίως από τη συνεχή διεύρυνση της ανισότητας, το αμείλικτα διευρυνόμενο χάσμα, όχι μόνο μεταξύ του Βορρά και του Νότου, αλλά και μεταξύ των ελίτ και της υπόλοιπης κοινωνίας στο εσωτερικό του Βορρά και του Νότου. Είναι επίσης η συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης στα χέρια των οικονομικών ελίτ που τροφοδοτεί την κοινωνική και πολιτισμική κρίση, όπως αυτή εκφράζεται από την παράλληλη εξάπλωση της διαλεκτικής της βίας (προσωπικής και συλλογικής), της κατάχρησης ναρκωτικών, της γενικής κοινωνικής ανευθυνότητας, καθώς και της πολιτισμικής ομοιογένειας.

Ακόμα, είναι η συγκέντρωση της πολιτικής δύναμης στα χέρια επαγγελματιών πολιτικών και διαφόρων «ειδικών» που έχει μετατρέψει την πολιτική σε διαχείριση των κρατικών υποθέσεων και έχει οδηγήσει στην κρίση της παραδοσιακής πολιτικής —κρίση που εκφράζεται από την αυξανόμενη απροθυμία των πολιτών να συμμετέχουν σ’ αυτή ως μέλη πολιτικών κομμάτων, ως ψηφοφόροι κτλ.

Τέλος, το γεγονός ότι η κύρια μορφή δύναμης μέσα στο πλαίσιο της οικονομίας ανάπτυξης είναι οικονομική και ότι η συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης εμπλέκει τις κυρίαρχες ελίτ σ’ ένα διαρκή αγώνα για την κυριάρχηση των ανθρώπων και της Φύσης, θα μπορούσε να εξηγήσει σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή οικολογική κρίση. Με άλλα λόγια, για να κατανοήσουμε την οικολογική κρίση δεν θα πρέπει να αναφερόμαστε απλώς στο επικρατούν σύστημα αξιών και τις από αυτό προκύπτουσες τεχνολογίες, ούτε μόνο στις σχέσεις παραγωγής. Αντίθετα, θα πρέπει ν’ αναφερθούμε στο γενικότερο πλαίσιο των σχέσεων κυριαρχίας που χαρακτηρίζουν την ιεραρχική κοινωνία η οποία στηρίζεται στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς και στη συνακόλουθη ιδέα της κυριάρχησης του φυσικού κόσμου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η καταστροφή του περιβάλλοντος που έχει συντελεσθεί στο διάστημα από την εμφάνιση της οικονομίας ανάπτυξης, και στις δυο εκδοχές της, δηλαδή της οικονομίας της αγοράς και του κρατικού σοσιαλισμού, ξεπερνά κατά πολύ τη συσσωρευμένη καταστροφή που προηγούμενες κοινωνίες προκάλεσαν στο περιβάλλον.

Κατά συνέπεια, το πρόταγμα για μια περιεκτική δημοκρατία δεν εκφράζει απλώς το υψηλότερο ανθρώπινο ιδεώδες της ελευθερίας με την έννοια της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, αλλά αποτελεί ίσως τη μοναδική διέξοδο από τη σημερινή πολυδιάσταση κρίση.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου αυτού, διερευνάται η ανάδυση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και του έθνους-κράτους στις τελευταίες  εκατονταετίες και εξετάζεται η διαδικασία που οδήγησε από τη φιλελεύθερη φάση της οικονομίας της αγοράς στη σημερινή διεθνοποιημένη νεοφιλελεύθερη φάση. Καταδεικνύεται ότι η σημερινή νεοφιλελεύθερη συναίνεση δεν αποτελεί ένα συγκυριακό φαινόμενο, αλλά την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας που άρχισε πριν από δυο περίπου αιώνες, όταν τέθηκε σε κίνηση η αγοραιοποίηση της οικονομίας, δηλαδή η ιστορική διαδικασία που μετέτρεψε τις κοινωνικά ελεγχόμενες οικονομίες του παρελθόντος στην οικονομία της αγοράς του παρόντος. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο κρατισμός –η περίοδος του δραστικού ελέγχου της οικονομίας από το κράτος και του εκτεταμένου παρεμβατισμού στον αυτορυθμιζόμενο μηχανισμό της αγοράς που στόχευε στον άμεσο καθορισμό του επιπέδου της οικονομικής δραστηριότητας– αποτελούσε ένα σύντομο ιστορικό διάλειμμα στη διαδικασία αγοραιοποίησης, διάλειμμα που έλαβε τέλος στη δεκαετία του 1970, όταν ο κρατισμός κατέστη ασύμβατος με την εντεινόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς (Κεφάλαιο 1).

Στη συνέχεια, γίνεται μια προσπάθεια να δειχθεί ότι η ανάδυση της οικονομίας ανάπτυξης αυτόν τον αιώνα, δηλαδή του συστήματος οικονομικής οργάνωσης που κινείται, είτε «αντικειμενικά» είτε κατ’ επιλογή, προς τη μεγιστοποίηση της οικονομικής μεγέθυνσης, είχε, τόσο στην καπιταλιστική, όσο και στη «σοσιαλιστική» της εκδοχή, διαφορετικά αίτια αλλά κοινό αποτέλεσμα. Έτσι, η ανάδυση της καπιταλιστικής εκδοχής της οικονομίας ανάπτυξης ήταν, βασικά, υποπροϊόν της δυναμικής της οικονομίας της αγοράς, ενώ η ανάδυση της «σοσιαλιστικής» εκδοχής της σχετιζόταν με την ιδεολογία ανάπτυξης και τη μετά το Διαφωτισμό μερική ταύτιση της Προόδου με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Και στις δυο εκδοχές της οικονομίας ανάπτυξης, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: μια τεράστια συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης στον παλιό Πρώτο και Δεύτερο Κόσμο (Κεφάλαιο 2) και μεταξύ του Βορρά, από τον οποίο ξεκίνησε η οικονομία της αγοράς/ανάπτυξης, και του Νότου, ο οποίος εισήγε ένα κακέκτυπο της (Κεφάλαιο 3).

Το πρώτο μέρος του βιβλίου καταλήγει με μια ανακεφαλαίωση των συμπερασμάτων των τριών πρώτων κεφαλαίων σε μια προσπάθεια να δειχθεί ότι οι κύριες διαστάσεις της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης (οικονομική, οικολογική, πολιτική, κοινωνική και ιδεολογική) όχι μόνο είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους, αλλά ότι μπορούν επίσης να αποδοθούν σε τελική ανάλυση στη συγκέντρωση της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής δύναμης που επιβάλλει το θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς και της φιλελεύθερης «δημοκρατίας». Τέλος, εξετάζονται και εκτιμώνται οι προτάσεις της Δεξιάς και της Αριστεράς για την αντιμετώπιση της κρίσης (Κεφάλαιο 4).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου αναπτύσσεται μια νέα αντίληψη για μια περιεκτική δημοκρατία, η οποία συγκρίνεται και αντιπαρατίθεται με τις ιστορικές αντιλήψεις για τη δημοκρατία (την κλασική, τη φιλελεύθερη και τη μαρξιστική) καθώς και με τις διάφορες εκδοχές «ριζοσπαστικής» δημοκρατίας που είναι σήμερα στη μόδα (Κεφάλαιο 5). Ακολουθεί η σκιαγράφηση ενός μοντέλου για μια συνομοσπονδιακή περιεκτική δημοκρατία γενικά, και για μια οικονομική δημοκρατία συγκεκριμένα, η οποία δείχνει ότι είναι πράγματι εφικτός ο σχεδιασμός ενός συστήματος που να υπερβαίνει την αναποτελεσματικότητα τόσο της οικονομίας της αγοράς όσο και του κεντρικού σχεδιασμού στην ικανοποίηση των βασικών ανθρώπινων αναγκών (Κεφάλαιο 6). Το μέρος αυτό του βιβλίου καταλήγει με μια συζήτηση αναφορικά με τη μεταβατική, πολιτική και οικονομική, στρατηγική προς μια περιεκτική δημοκρατία (Κεφάλαιο 7).

Τέλος, το τελευταίο μέρος του βιβλίου εξετάζει τα ηθικά και φιλοσοφικά θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας και ασκεί κριτική στις προσπάθειες θεμελίωσης του απελευθερωτικού προτάγματος σε μια «επιστήμη» της οικονομίας και της κοινωνίας ή, αντίστοιχα, σε μια «αντικειμενική» ηθική. Το συμπέρασμα από τη συζήτηση αυτή είναι ότι το πρόταγμα για μια περιεκτική δημοκρατία μπορεί να θεμελιωθεί σ’ έναν δημοκρατικό ορθολογισμό που θ’ αποτελούσε υπέρβαση τόσο του «αντικειμενισμού» όσο και του γενικού σχετικισμού και ανορθολογισμού (Κεφάλαιο 8).