Περιεκτική  Δημοκρατία - ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ


 

 

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ:  

Η ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

 

 

 
Κεφάλαιο 1:
Η Οικονομία της Αγοράς και η Διαδικασία Αγοραιοποίησης

printable version

 

 

Σήμερα, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», οι οικονομικοί και πολιτικοί θεσμοί της κοινωνίας χαρακτηρίζονται από έναν πολύ υψηλό βαθμό ομοιογένειας. Έτσι, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και η συνακόλουθη οικονομία ανάπτυξης (οριζόμενη ως το σύστημα οικονομικής οργάνωσης που κινείται, είτε «αντικειμενικά» είτε κατ’ επιλογή, προς τη μεγιστοποίηση της οικονομικής ανάπτυξης) έχουν οικουμενικό χαρακτήρα. Επίσης, το έθνος-κράτος, που συνοδεύεται συνήθως από κάποια μορφή φιλελεύθερης «δημοκρατίας», εξακολουθεί να είναι πανταχού παρόν, παρά το γεγονός ότι η οικονομική κυριαρχία του σημερινού κράτους φθείρεται με ρυθμό σχεδόν ανάλογο της διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς. Μολονότι σήμερα η οικονομία της αγοράς αλλά και η σύγχρονη μορφή κρατικιστικής «δημοκρατίας» θεωρούνται δεδομένες, αυτό δεν συνέβαινε πάντοτε. Τόσο το έθνος-κράτος όσο και η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι από ιστορική άποψη πρόσφατα φαινόμενα. Επίσης, αν και αγορές υπήρχαν για πάρα πολύ καιρό, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς θεμελιώθηκε πριν από δύο μόλις αιώνες.

 

Στόχος του κεφαλαίου αυτού είναι δείξει ότι η οικονομική ανάπτυξη και η αγοραιοποίηση (δηλαδή, η ιστορική διαδικασία που έχει μετασχηματίσει τις κοινωνικά ελεγχόμενες οικονομίες του παρελθόντος στην οικονομία της αγοράς του παρόντος) είναι τα βασικά στηρίγματα του σημερινού συστήματος. Η πρώτη επιβάλλεται από τη δυναμική «ανάπτυξη ή θάνατος» που χαρακτηρίζει τον ανταγωνισμό της αγοράς, ενώ η δεύτερη είναι εγγενής στην επιδίωξη οικονομικής αποτελεσματικότητας. Μια ιστορική εξέταση του οικονομικού ρόλου του κράτους φανερώνει μια ξεκάθαρη σχέση μεταξύ των αλλαγών στο ρόλο του και των κύριων φάσεων της διαδικασίας αγοραιοποίησης. Κατ’ αρχήν, το κράτος έπαιξε έναν κρίσιμο ρόλο στην εγκαθίδρυση της οικονομίας της αγοράς πριν από δύο αιώνες καθώς επίσης και κατά την πρώτη απόπειρα θεμελίωσης μιας φιλελεύθερης διεθνοποιημένης οικονομίας τον τελευταίο αιώνα. Η ανάδυση σ’ αυτόν τον αιώνα αυτού που αποκαλώ κρατισμό – η περίοδος δραστικού ελέγχου της οικονομίας από το κράτος και ο εκτεταμένος παρεμβατισμός του στον αυτορυθμιζόμενο μηχανισμό της αγοράς που είχε ως στόχο τον άμεσο καθορισμό του επιπέδου της οικονομικής δραστηριότητας – ήταν από ιστορική άποψη ένα σύντομο διάλειμμα στη διαδικασία αγοραιοποίησης. Η κρατικιστική φάση της διαδικασίας αυτής διάρκεσε περίπου μισό μόνο αιώνα και ακολουθήθηκε από τη σημερινή αναδίπλωση του κρατικού ελέγχου πάνω στην οικονομία, μέσα στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης. Αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι από τη στιγμή που εγκαθιδρυθεί μια οικονομία της αγοράς, η ίδια της η δυναμική τείνει να υπονομεύει οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας μηχανισμών αυτοπροστασίας της κοινωνίας ενάντια στην ηγεμονία της αγοράς και μετατρέπει την ίδια την κοινωνία σε μια κοινωνία της αγοράς.

 

Στο τελευταίο τμήμα αυτού του κεφαλαίου, εξετάζεται η τρέχουσα συζήτηση για την «παγκοσμιοποίηση» της οικονομίας της αγοράς και το τέλος του έθνους-κράτους. Παρόλο που στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα μας έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες συνθήκες για την ολοκλήρωση μιας διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς (μετά την κατάρρευση της πρώτης απόπειρας κατά την πρώτη φάση της αγοραιοποίησης), αυτό δεν σημαίνει την πλήρη εξάλειψη του έθνους-κράτους ή της πολυεθνικής επιχείρησης που έχει εθνική βάση, όπως υποστηρίζουν οι υπέρμαχοι της άποψης της παγκοσμιοποίησης. Η σημερινή όμως διεθνοποίηση της οικονομίας αποτελεί πράγματι ένα υψηλότερο στάδιο στη διαδικασία αγοραιοποίησης˙ ένα στάδιο που ενέχει την αποτελεσματική εξάλειψη της οικονομικής κυριαρχίας του έθνους-κράτους. Κατά συνέπεια, σ’ αντίθεση με τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική σκέψη, δεν είναι μόνο ο αποτελεσματικός κοινωνικός έλεγχος της εθνικής οικονομίας που αποκλείεται με τη διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς. Εξίσου αδύνατος είναι οποιοσδήποτε αποτελεσματικός κοινωνικός έλεγχος πάνω στην περιφερειακή, ηπειρωτική ή ακόμα και πλανητική οικονομία της αγοράς.

 

 

1.1. Από τις αγορές στις οικονομίες της αγοράς

 

Aρχικά, είναι απαραίτητη μια διευκρίνηση σε σχέση με τη χρήση του όρου «οικονομία της αγοράς» αντί της συνήθους μαρξιστικής έννοιας του «καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής», η οποία δίνει έμφαση στις σχέσεις παραγωγής, ή, εναλλακτικά, αντί του όρου «παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία»,[1] ο οποίος επικεντρώνεται στις σχέσεις ανταλλαγής. Η επιλογή αυτή δεν πηγάζει από κάποια ανάγκη συμμόρφωσης προς τη σημερινή πολιτική «ορθότητα» που έχει εξορκίσει τις λέξεις «καπιταλισμός» και –ακόμη πιο βολικά– «σοσιαλισμός». Είναι μια επιλογή που επιβάλλεται από την πεποίθηση μου ότι παρόλο που οι έννοιες «καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής» και «παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία» έχουν προσφέρει σημαντικά στοιχεία κατανόησης στην ανάλυση των κοινωνικών τάξεων και της παγκόσμιας κατανομής εργασίας αντίστοιχα, είναι υπερβολικά περιορισμένες και ξεπερασμένες.

 

Είναι υπερβολικά περιορισμένες, επειδή συνεπάγονται ότι οι σχέσεις εξουσίας γενικά μπορούν να αναλυθούν με αποκλειστική αναφορά (ή ακόμη και αναγωγή) στις σχέσεις οικονομικής δύναμης. Αποτελεί κεντρική ιδέα του βιβλίου αυτού ότι η οικονομική δύναμη είναι μία μόνο μορφή δύναμης και ότι αν χρησιμοποιηθεί ως κεντρική κατηγορία στην ανάλυση κοινωνικών φαινομένων που ανάγονται στις ιεραρχικές σχέσεις (στο νοικοκυριό, στη δουλειά κ.τ.λ.) ή ζητημάτων φυλετικής και πολιτισμικής «ταυτότητας», αναπόφευκτα οδηγεί σε ανεπαρκείς ή υπερ-απλουστευτικές ερμηνείες.

 

Είναι ξεπερασμένες, επειδή, στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, ούτε η ταξική ανάλυση που προτείνεται από τη μαρξιστική θεωρία ούτε η αντίληψη του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας που προτείνεται από την προσέγγιση του «παγκόσμιου συστήματος» είναι ιδιαίτερα εύστοχες στην περιγραφή της σημερινής πραγματικότητας. Αν και τα σημαντικά αυτά ζητήματα θίγονται στο βιβλίο αυτό (βλ. παρακάτω στο κεφάλαιο αυτό για τη νέα ταξική δομή που αναδύεται στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και στο Κεφάλαιο 3 για τον διαχωρισμό μεταξύ του νέου Βορρά και του νέου Νότου), κατά την άποψή μου, η σημερινή πολυδιάστατη κρίση δεν μπορεί να εξετασθεί αποτελεσματικά στο θεωρητικό πλαίσιο που επιβάλλεται από τις παραπάνω έννοιες.

 

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η κεντρική κατηγορία που χρησιμοποιείται σ’ αυτό το βιβλίο, η «οικονομία της αγοράς», είναι per se αρκετά ευρεία ώστε να ερμηνεύει επαρκώς κοινωνικά φαινόμενα σαν κι αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω. Το ίδιο όμως το γεγονός ότι η κατηγορία αυτή χρησιμοποιείται για να εξηγήσει ένα μόνο μέρος της πραγματικότητας, το οικονομικό πεδίο, χωρίς να υποστηρίζεται ότι το πεδίο αυτό καθορίζει (ούτε καν «σε τελική ανάλυση») τα άλλα πεδία, επιτρέπει πράγματι αρκετή ελαστικότητα στην ανάπτυξη κατάλληλων διεπιστημονικών ερμηνειών της κοινωνικής πραγματικότητας.

 

Είναι συνεπώς προφανές ότι ο όρος «οικονομία της αγοράς» χρησιμοποιείται εδώ για να ορίσει ένα συγκεκριμένο σύστημα, που αναδύθηκε σ’ ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο (την Ευρώπη), και σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή (πριν από δύο αιώνες), και όχι ως γενική ιστορική κατηγορία μιας προσέγγισης που στοχεύει να δείξει την εξέλιξη του οικονομικού συστήματος στη διάρκεια της ιστορίας, όπως υποτίθεται ότι κάνει η μαρξιστική έννοια του τρόπου παραγωγής. Η μεθοδολογική προσέγγιση που υιοθετείται σ’ αυτό το βιβλίο στηρίζεται στη βάση ότι είναι αδύνατη η εξαγωγή «γενικών» θεωριών σχετικά με την κοινωνική ή την οικονομική εξέλιξη που βασίζονται σε «επιστημονικές» ή «αντικειμενικές» αντιλήψεις της κοινωνικής πραγματικότητας (βλ. Κεφάλαιο 8).

 

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο βιβλίο αυτό η οικονομία της αγοράς δεν ταυτίζεται με τον καπιταλισμό, όπως γίνεται συνήθως. Η οικονομία της αγοράς ορίζεται εδώ ως το αυτορυθμιζόμενο σύστημα στο οποίο τα βασικά οικονομικά προβλήματα (τι, πώς και για ποιόν παράγεται) επιλύονται «αυτόματα», μέσω του μηχανισμού των τιμών, και όχι μέσω συνειδητών κοινωνικών αποφάσεων. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι σε μια οικονομία της αγοράς δεν υπάρχει κανένας κοινωνικός έλεγχος. Στο σημείο όμως αυτό, θα πρέπει να εισάγουμε μια σημαντική διάκριση μεταξύ των διαφόρων τύπων κοινωνικού ελέγχου, μια διάκριση που θα μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε τη σημερινή αγοραιοποίηση και διεθνοποίηση της οικονομίας.

 

Υπάρχουν τρεις κυρίως τύποι πιθανών κοινωνικών ελέγχων που μπορεί να επιβληθούν στην οικονομία της αγοράς. Πρώτον, οι έλεγχοι που μπορούμε να αποκαλέσουμε ρυθμιστικούς, οι οποίοι εισάγονται συνήθως από τους καπιταλιστές που ελέγχουν την οικονομία της αγοράς προκειμένου να «ρυθμίσουν» την αγορά. Στόχος των ρυθμιστικών ελέγχων είναι να δημιουργήσουν ένα σταθερό πλαίσιο για την ομαλή λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, χωρίς να επηρεάζουν τον ουσιώδη αυτορυθμιστικό χαρακτήρα της. Τέτοιοι έλεγχοι ήταν πάντοτε αναγκαίοι για την παραγωγή και αναπαραγωγή του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Παραδείγματα ρυθμιστικών ελέγχων αποτελούν οι διάφοροι έλεγχοι που εισάγονται σήμερα από τον τελευταίο γύρο της GATT, ή από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, με στόχο την ρύθμιση της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής αγοράς αντίστοιχα, σύμφωνα με τα συμφέροντα, κυρίως, αυτών που ελέγχουν τις αντίστοιχες αγορές (πολυεθνικές, μεγάλες εθνικές και πολυεθνικές εταιρίες με έδρα την Ευρώπη κ.τ.λ.).

 

Δεύτερον, υπάρχουν οι έλεγχοι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε κοινωνικούς εν ευρεία έννοια, οι οποίοι, αν και ως πρωταρχικό τους στόχο έχουν την προστασία αυτών που ελέγχουν την οικονομία της αγοράς απέναντι στον ξένο ανταγωνισμό, μπορεί να έχουν κάποιες έμμεσες συνέπειες που θα μπορούσαν να είναι επωφελείς για την υπόλοιπη κοινωνία. Τυπικά παραδείγματα τέτοιων ελέγχων είναι τα διάφορα προστατευτικά μέτρα που έχουν ως στόχο την προστασία των εγχώριων αγορών εμπορευμάτων και  κεφαλαίου (δασμοί, έλεγχοι στις εισαγωγές, συναλλαγματικοί έλεγχοι κ.τ.λ.).

 

Τέλος, υπάρχουν οι έλεγχοι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε κοινωνικούς με τη στενή έννοια, οι οποίοι έχουν ως στόχο την προστασία των ανθρώπων και της φύσης από τις συνέπειες της αγοραιοποίησης. Τέτοιοι έλεγχοι εισάγονται συνήθως ως αποτέλεσμα κοινωνικών αγώνων από την πλευρά αυτών που υφίστανται τις δυσμενείς συνέπειες που έχει η οικονομία της αγοράς είτε στους ίδιους είτε στο περιβάλλον τους. Τυπικά παραδείγματα τέτοιων ελέγχων είναι η κοινωνική ασφάλιση, τα επιδόματα πρόνοιας, μακροοικονομικοί έλεγχοι για τη διασφάλιση πλήρους απασχόλησης κτλ. Στα κεφάλαια που ακολουθούν, ο όρος «κοινωνικοί έλεγχοι» αναφέρεται σ’ αυτήν την τελευταία κατηγορία των κοινωνικών ελέγχων με τη στενή έννοια, εκτός εάν δηλώνεται ρητά το αντίθετο. Όπως καταδεικνύεται αργότερα στο κεφάλαιο αυτό, αυτοί που ελέγχουν τη νεοφιλελεύθερη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς στοχεύουν στην κατάργηση των κοινωνικών ελέγχων (τόσο αυτών με τη στενή όσο και αυτών με την ευρεία έννοια), όχι όμως και των ρυθμιστικών ελέγχων.

 

Η οικονομία της αγοράς, όπως ορίστηκε παραπάνω, είναι ευρύτερος όρος από τον καπιταλισμό. Η πρώτη αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες, ενώ ο δεύτερος αναφέρεται στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Έτσι, αν και ιστορικά η οικονομία της αγοράς συνδέθηκε με τον καπιταλισμό, δηλαδή με την ατομική ιδιοκτησία και έλεγχο των μέσων παραγωγής, η κατανομή των αγαθών και των υπηρεσιών μέσω της αγοράς δεν είναι αδιανόητη μέσα σ’ ένα σύστημα κοινωνικής ιδιοκτησίας και ελέγχου των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Η διάκριση μεταξύ του καπιταλισμού και της οικονομίας της αγοράς είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σήμερα, όταν πολλοί αυτο-αποκαλούμενοι «αριστεροί», μετά την αποτυχία της σοσιαλιστικής οικονομίας του κεντρικού πλάνου, ανακαλύπτουν εκ νέου τις αρετές μιας «σοσιαλιστικής» οικονομίας της αγοράς.[2] Την ίδια στιγμή, διάφορα «κομμουνιστικά» κόμματα στο Νότο (Κίνα, Βιετνάμ κ.τ.λ.) έχουν θέσει σ’ εφαρμογή μια στρατηγική οικοδόμησης της «σοσιαλιστικής» οικονομίας της αγοράς και ήδη βρίσκονται στο δρόμο που θα τις οδηγήσει σε μια σύνθεση των χειρότερων στοιχείων της οικονομίας της αγοράς (ανεργία, ανισότητα, φτώχεια) και του σοσιαλιστικού κρατισμού (απολυταρχισμός, έλλειψη πολιτικών ελευθεριών κ.τ.λ.). Όπως το βιβλίο αυτό φιλοδοξεί να καταστήσει σαφές, ο στόχος ενός νέου απελευθερωτικού προτάγματος δεν θα πρέπει να είναι απλώς η κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας αλλά  της ίδιας της οικονομίας της αγοράς.

 

Στο πρώτο μέρος του κεφαλαίου θα γίνει μια σύντομη εξέταση της μακριάς ιστορικής περιόδου που προηγήθηκε της ανάδυσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Στο δεύτερο μέρος, θα εξετασθούν οι ιστορικές φάσεις της διαδικασίας αγοραιοποίησης.

 

 

Οι Αγορές στην περίοδο πριν από την «οικονομία της αγοράς»

 

Η διαδικασία της αγοραιοποίησης είναι μια διαδικασία η οποία, μέσω της σταδιακής άρσης των κοινωνικών ελέγχων πάνω στις αγορές, τείνει να μετατρέπει όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες σ’ εμπορεύματα και τους πολίτες σ’ απλούς καταναλωτές. Μολονότι η αγορά σήμερα διαπερνά κάθε πλευρά της ζωής, από την οικογενειακή ζωή ως την κουλτούρα, την εκπαίδευση, τη θρησκεία και ούτω καθεξής, εύκολα μπορεί να δειχθεί ότι, παρά το γεγονός ότι αγορές υπήρχαν για πάρα πολύ καιρό, η αγοραιοποίηση της οικονομίας είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο που αναδύθηκε μόλις στους δυο τελευταίους αιώνες. Έτσι, όπως σημειώνει ο Karl Polanyi στο κλασικό βιβλίο του The Great Transformation:

Πριν από την εποχή μας δεν υπήρξε καμιά οικονομία που να ελεγχόταν, έστω κατ’ αρχήν, από τις αγορές (...) Αν και ο θεσμός της αγοράς αποτελούσε αρκετά κοινό φαινόμενο από την ύστερη Λίθινη Εποχή, ο ρόλος της δεν είχε παρά δευτερεύουσα σημασία για την οικονομική ζωή (...) Ενώ η ιστορία και η εθνογραφία γνωρίζουν διάφορα είδη οικονομιών, τα περισσότερα από τα οποία περιελάμβαναν τον θεσμό τη αγοράς, δεν γνωρίζουν καμιά οικονομία πριν από τη δική μας που να ελέγχεται και να ρυθμίζεται, έστω κατά προσέγγιση, από τις αγορές (...)[3] Όλα τα γνωστά σε μας οικονομικά συστήματα μέχρι το τέλος του φεουδαλισμού στη Δυτική Ευρώπη ήταν οργανωμένα με βάση τις αρχές είτε της αμοιβαιότητας, είτε της αναδιανομής, είτε της οικιακής οικονομίας (δηλαδή, παραγωγή για προσωπική χρήση) ή κάποιου συνδυασμού και των τριών.[4]

Κατά συνέπεια, τα κίνητρα που διασφάλιζαν τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος προέκυπταν από το έθιμο, το νόμο, τη μαγεία, τη θρησκεία – όχι όμως από το κέρδος. Οι αγορές, μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα, δεν έπαιξαν κανένα σημαντικό ρόλο στο οικονομικό σύστημα. Ακόμα κι όταν, από το 16ο αιώνα και μετά, οι αγορές έγιναν πολυάριθμες και σημαντικές, βρίσκονταν υπό τον στενό έλεγχο της κοινωνίας, σε συνθήκες, που, όπως περιγράφονται εύστοχα από τον Κροπότκιν, έκαναν μια αυτορυθμιζόμενη αγορά αδιανόητη:

Το εσωτερικό εμπόριο ήταν καθαρά υπόθεση των συντεχνιών, όχι των μεμονωμένων τεχνιτών —οι τιμές καθορίζονταν με αμοιβαία συμφωνία (...) Στην αρχή, το εξωτερικό εμπόριο ήταν αποκλειστική υπόθεση της πόλης και μόνο αργότερα έγινε μονοπώλιο της συντεχνίας των εμπόρων και πολύ αργότερα έγινε δουλειά των μεμονωμένων εμπόρων (...) Η προμήθεια των βασικών καταναλωτικών αγαθών ήταν δουλειά της πόλης και το έθιμο αυτό διαφυλάχτηκε ―για το καλαμπόκι― σε μερικές ελβετικές πόλεις μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα.[5]

Κατά κανόνα, τόσο τα αρχαία όσο και τα φεουδαλικά οικονομικά συστήματα θεμελιώνονταν στις κοινωνικές σχέσεις, η δε κατανομή των υλικών αγαθών ρυθμιζόταν από μη-οικονομικά κίνητρα. Τα αγαθά της καθημερινής ζωής, ακόμα και στις αρχές του Μεσαίωνα, δεν ήταν αντικείμενο τακτικής αγοραπωλησίας  στην αγορά. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση ούτε η εργασία ούτε η γη ήταν εμπορευματοποιημένες, καθιστά σαφές ότι η διαδικασία αγοραιοποίησης δεν είχε αρχίσει πριν από την εμφάνιση της εκβιομηχάνισης. Συνεπώς, ήταν μόνο στην αρχή του περασμένου  αιώνα που δημιουργήθηκε μια αυτορυθμιζόμενη αγορά, η οποία, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, καθιέρωσε  το θεσμικό διαχωρισμό της κοινωνίας σε  οικονομική και πολιτική σφαίρα. Παρόμοιος διαχωρισμός δεν υπήρχε ούτε στην κοινωνία που βασιζόταν σε φυλές, ούτε στη φεουδαρχική ή την μερκαντιλιστική κοινωνία.[6]

 

Παρ’ όλα αυτά, ο οικονομικός φιλελευθερισμός ερμήνευσε ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού με βάση τις αρχές που χαρακτηρίζουν μια αυτορυθμιζόμενη αγορά, διαστρεβλώνοντας, στην πορεία, τον πραγματικό χαρακτήρα και τις καταβολές  του εμπορίου, των αγορών και του χρήματος, καθώς επίσης και της αστικής ζωής. Όλες όμως οι ανθρωπολογικές ή κοινωνιολογικές υποθέσεις που περιέχονται στη φιλοσοφία του οικονομικού φιλελευθερισμού έχουν ανασκευαστεί από την κοινωνική ανθρωπολογία, από τη μελέτη των πρωτόγονων οικονομιών, την ιστορία του πρώιμου πολιτισμού και τη γενική οικονομική ιστορία. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει καμία ένδειξη στην οποία να στηριχθούν οι ισχυρισμοί ότι η  πληρωμή για εργασία εθεωρείτο κάτι το «φυσικό» («Ακόμα και στον Μεσαίωνα η πληρωμή ενός ξένου για την εργασία του είναι  κάτι το ανήκουστο»[7]), ούτε ότι το κίνητρο του κέρδους είναι «φυσικό». Το ίδιο ισχύει και για μια  άλλη κρίσιμη υπόθεση του οικονομικού φιλελευθερισμού, ότι δηλαδή οι αγορές, όπως και το χρήμα, εμφανίζονται «αυθόρμητα» στις ανθρώπινες κοινωνίες. Στην πραγματικότητα, τόσο οι αγορές όσο και το χρήμα δεν αναδύονται μέσα από την κοινότητα, αλλά «απέξω».[8] Το ίδιο το εμπόριο δεν στηρίζεται στις αγορές και ακόμα και το μεσαιωνικό εμπόριο ήταν από την αρχή περισσότερο  εξωτερικό εμπόριο παρά τοπικό και γινόταν κυρίως μεταξύ κοινοτήτων παρά ατόμων. Επιπλέον, οι τοπικές αγορές δεν παρουσίαζαν καμιά τάση ανάπτυξης – γεγονός που συνεπάγεται ότι, σ’ αντίθεση με την παραδεδομένη φιλελεύθερη (και μαρξιστική) λογική, δεν υπάρχει τίποτα «αναπόφευκτο» σε σχέση με την αγοραιοποίηση της οικονομίας. Έτσι, όπως επισημαίνει ο Henri Pirenne: «Εκ πρώτης όψεως, θα ήταν φυσικό να υποθέσει κανείς ότι η εμπορική τάξη αναπτύχθηκε σιγά-σιγά μέσα απο τον αγροτικό πληθυσμό. Τίποτα όμως δεν στηρίζει τη θεωρία αυτή.»[9]

 

Έθνη-κράτη και αγορές

 

Παρόμοια, δεν υπάρχει τίποτα το αναπόφευκτο αναφορικά με τη σχετική, και παράλληλη με τη διαδικασία αγοραιοποίησης, εμφάνιση του σύγχρονου έθνους-κράτους, το οποίο οι μαρξιστές βλέπουν ως αναπόσπαστο κομμάτι της «νεωτερικότητας» και της προόδου. Έτσι, κατά τη μαρξιστική άποψη, το έθνος-κράτος αποτελεί ένα στάδιο στην ιστορική εξέλιξη, ένα στάδιο που –προωθώντας την πρόοδο της εκβιομηχάνισης– δημιουργεί τις αναγκαίες  συνθήκες για το σοσιαλισμό. Ο ίδιος ο Μαρξ υποστήριζε πλήρως την «ενότητα των μεγάλων εθνών η οποία, εάν και αρχικά επιβλήθηκε με πολιτική βία, έχει πλέον γίνει ένας ισχυρός συντελεστής της κοινωνικής παραγωγής».[10] Αλλά στην πραγματικότητα, όπως παρατηρεί ο Μπούκτσιν:

Αν αναλογιστούμε τον μεγάλο αριθμό κοινοτικών συνομοσπονδιών που υπήρχαν στην Ευρώπη κατά τον 11ο αιώνα και κατά τους αιώνες που τον ακολούθησαν, η βεβαιότητα, τόσο κυρίαρχη στη σύγχρονη ιστοριογραφία, ότι το έθνος-κράτος συνιστά μια «λογική» εξέλιξη από τον Ευρωπαϊκό  φεουδαλισμό μόνο προκατάληψη μπορεί να θεωρηθεί.[11]

Έτσι, παρά το γεγονός ότι το κράτος εμφανίστηκε στην Αίγυπτο πριν από 5.500 περίπου χρόνια, όταν η δημιουργία ενός οικονομικού πλεονάσματος κατέστησε δυνατή την οικονομική ανισότητα, έθνη-κράτη δεν άρχισαν να αναπτύσσονται παρά τον δέκατο τέταρτο με δέκατο έκτο  αιώνα. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν παρά  στο τέλος του 17ου αιώνα που αναδύθηκε το έθνος-κράτος με τη σημερινή του μορφή. Και αυτό δεν έγινε χωρίς σημαντική αντίσταση από τις «ελεύθερες πόλεις» και από ανυπότακτα χωριά.

 

Η ιδέα ενός «έθνους», όπως επισημαίνει και πάλι ο Μπούκτσιν,[12] ήταν ξένη προς το αρχαίο πνεύμα και οι άνθρωποι ήταν βασικά δεμένοι  με την ομάδα συγγένειας και την κοινότητά τους ή ίσως με την περιφέρειά τους. Για παράδειγμα, ποτέ δεν αναπτύχθηκε ένα Ελληνικό έθνος από τις ελληνικές πόλεις. Παρόμοια, οι μεγάλες αυτοκρατορίες του αρχαίου κόσμου δεν αποτελούσαν «έθνη» με καμιά έννοια του όρου. Ακόμα και στο Μεσαίωνα, όπως υποστηρίζει η April Carter, παρόλο που κάποιες μοναρχίες είχαν πράγματι τα εθνικά τους εδάφη  και διεκδικούσαν κυρίαρχη εξουσία μέσα σ’ αυτά, οι μοναρχίες αυτές αποτελούσαν απλώς μέρος της ευρωπαϊκής Χριστιανοσύνης, γι’ αυτό και «παρουσίαζαν λίγα χαρακτηριστικά ενός εθνικού κράτους –στην πραγματικότητα, οποιουδήποτε είδους κράτους. Η μεσαιωνική μοναρχία ήταν περισσότερο ένας παράδεισος των τριών τάξεων (κλήρος, ευγενείς, αστοί)  παρά  κράτος».[13]

 

Το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι ότι η συγκέντρωση της εξουσίας, που ακολούθησε την εμφάνιση του έθνους-κράτους και της οικονομίας της αγοράς, δεν ήταν καθόλου αναπόφευκτη. Η εμφάνιση του έθνους-κράτους ήταν, από ιστορική άποψη, προϊόν στρατιωτικής βίας, ενώ η εμφάνιση της οικονομίας της αγοράς ήταν αποτέλεσμα οικονομικής βίας, δηλαδή της τεράστιας οικονομικής ανισότητας που ακολούθησε αναπόφευκτα τη δραστική χαλάρωση των κοινωνικών  ελέγχων πάνω στην αγορά κατά την περίοδο της ανάδυσης της μηχανοποιημένης μαζικής παραγωγής. Έτσι, σημειώνεται  μια ιστορική αντιστροφή όσον αφορά το ρόλο του κράτους και της αγοράς σε σχέση με τη διαδικασία συγκέντρωσης της εξουσίας (πολιτικής και οικονομικής) στα χέρια των κυρίαρχων ελίτ. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας αγοραιοποίησης, η εξουσία συγκεντρωνόταν μέσω πολιτικών –με την ευρεία έννοια– μέσων (κατάκτηση, κατάσχεση, απαλλοτρίωση, δουλεία, θρησκευτική εξουσία). Ο ρόλος του κράτους υπήρξε ιδιαίτερα αποφασιστικός σ’ αυτή τη διαδικασία, ενώ ο ρόλος της αγοράς δεν ήταν σημαντικός. Από τη στιγμή όμως που η διαδικασία αγοραιοποίησης τέθηκε σε κίνηση, η εξουσία συσσωρευόταν κυρίως με οικονομικά μέσα (την ίδια την αγορά), ενώ το κράτος βασικά νομιμοποιούσε τη διαδικασία αυτή.

 

Η ανάδυση οικονομιών της αγοράς

 

Το κρίσιμο στοιχείο που διαφοροποιεί την οικονομία της αγοράς από όλες τις προηγούμενες οικονομίες (στις οποίες οι αγορές ήταν επίσης αυτορυθμιζόμενες, μιας και όλες οι αγορές τείνουν να παράγουν τιμές που να εξισώνουν την προσφορά και τη ζήτηση) είναι το γεγονός ότι, για πρώτη στην ανθρώπινη ιστορία, αναδύθηκε ένα αυτορυθμιζόμενο σύστημα αγοράς – ένα σύστημα στο οποίο αναπτύχθηκαν αγορές ακόμα και για τα μέσα παραγωγής, δηλαδή, την εργασία, τη γη και το χρήμα. Ο έλεγχος του οικονομικού συστήματος από την αγορά, σύμφωνα με τον Polanyi, «σημαίνει στη πραγματικότητα ότι η κοινωνία λειτουργεί ως εξάρτημα της αγοράς: αντί η οικονομία να έχει τις ρίζες της στις κοινωνικές σχέσεις (όπως  στο παρελθόν), οι κοινωνικές σχέσεις έχουν τις ρίζες τους στο οικονομικό σύστημα».[14] Ο ανταγωνισμός που ήταν η κινητήρια δύναμη του καινούργιου συστήματος, διασφάλιζε ότι η δυναμική του χαρακτηριζόταν από την αρχή «ανάπτυξη ή θάνατος». Αυτή η ίδια δυναμική συνεπάγεται ότι η οικονομία της αγοράς, από τη στιγμή που εγκαθιδρυθεί, θα καταλήξει αναπόφευκτα σε μια διεθνοποιημένη οικονομία.

 

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η μετάβαση από μορφές οικονομικής οργάνωσης που επικρατούσαν πριν την εγκαθίδρυση της «οικονομίας της αγοράς» στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς μπορεί να ερμηνευθεί ως κάποια μορφή εξελικτικής διαδικασίας, όπως προσπαθούν να κάνουν οι μαρξιστές. Στην πραγματικότητα, η οικονομία της αγοράς δεν αποτελεί το προϊόν μιας εξέλιξης από την φεουδαρχία, αλλά το αποτέλεσμα μιας δημιουργίας, κυριολεκτικά  μιας «έκρηξης», που σημειώθηκε ιδιαίτερα στην Αγγλία του 18ου-19ου αιώνα.[15] Με άλλα λόγια, αντίθετα με τις εκδοχές που υιοθετούν οι φιλελεύθεροι και οι μαρξιστές, η αγοραιοποίηση της οικονομίας δεν ήταν απλώς μια εξελικτική διαδικασία, που τέθηκε σε κίνηση με την μερκαντιλιστική επέκταση του εμπορίου.

 

Στο σημείο όμως αυτό, θα πρέπει να διακρίνουμε τις τρεις κύριες μορφές εμπορίου:

  • το εξωτερικό εμπόριο, το οποίο ενείχε την ανταλλαγή αγαθών (συνήθως πολυτελών) που δεν ήταν διαθέσιμα τοπικά,

  • το τοπικό εμπόριο, που ενείχε την ανταλλαγή αγαθών τα οποία ήταν δύσκολα στην μεταφορά εξαιτίας του βάρους, του όγκου ή του αναλώσιμου χαρακτήρα τους, και

  • το εσωτερικό ή εθνικό εμπόριο, που ενείχε παρόμοια αγαθά από διαφορετικές πηγές τα οποία προσφέρονταν σ’ ανταγωνισμό το ένα με το άλλο.

Από αυτές τις μορφές εμπορίου, μόνο η τελευταία  είχε ανταγωνιστικό χαρακτήρα, σ’ αντίθεση με τις άλλες δύο που είχαν συμπληρωματικό χαρακτήρα. Ακόμα, μόνο το εθνικό εμπόριο έπαιξε έναν εργαλειακό ρόλο στη διαδικασία αγοραιοποίησης, εφόσον  ήταν η δική του επέκταση που κατέληξε στην «εθνικοποίηση» της αγοράς και όχι η επέκταση του τοπικού ή του εξωτερικού εμπορίου.

 

Εάν, όμως,  οι σύγχρονες αγορές δεν εξελίχθηκαν από τις τοπικές αγορές και/ή τις αγορές για ξένα προϊόντα, γεννιέται το ερώτημα σχετικά με το ποιοι παράγοντες θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη διαδικασία αγοραιοποίησης. Στο σημείο αυτό, το έθνος-κράτος, που μόλις είχε αρχίσει να αναδύεται στα τέλη του Μεσαίωνα, έπαιξε κρίσιμο  ρόλο εφόσον:

 

(α) δημιούργησε τις συνθήκες για την «εθνικοποίηση» της αγοράς (μερκαντιλιστική φάση), και

 

(β) απελευθέρωσε την αγορά από τον αποτελεσματικό κοινωνικό έλεγχο (φιλελεύθερη φάση της αγοραιοποίησης).

 

Η ανάδυση συνεπώς του έθνους-κράτους, η οποία προηγήθηκε της αγοραιοποίησης της οικονομίας, είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την καταστροφή της πολιτικής ανεξαρτησίας της κοινότητας, στην πόλη ή το χωριό, αλλά επίσης και την υπονόμευση της οικονομικής αυτοδυναμίας της. Στο ιδεολογικό επίπεδο, ο σχηματισμός εθνών-κρατών συνοδεύτηκε από την εμφάνιση του εθνικισμού που ήταν μια νέα ιδεολογία, η οποία επιδίωκε να δημιουργήσει ταύτιση μεταξύ του ατόμου και της αφηρημένης οντότητας του κράτους, στη θέση της προηγούμενης ταύτισής του με την κοινότητα.

 

Όμως, το γεγονός ότι το κράτος έπαιξε συχνά έναν κρίσιμο ρόλο στη διαδικασία αγοραιοποίησης και ότι, ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα, πολλά από τα νέα έθνη-κράτη είχαν αποδυθεί σε συστηματική προσπάθεια εγκαθίδρυσης και προστασίας μιας εγχωρίας οικονομίας της αγοράς, δεν συνεπάγεται μια αυστηρά αιτιώδη συνάφεια˙ θα αποτελούσε λάθος να υποθέσουμε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος μεταξύ της εμφάνισης του έθνους-κράτους και της ανάδυσης της «εθνικής οικονομίας». Μολονότι είναι αλήθεια ότι η νίκη του έθνους-κράτους επί των συνομοσπονδιακών μορφών οργάνωσης συχνά βοηθούσε την επέκταση της οικονομίας της αγοράς, σ’ άλλες περιπτώσεις, όπως επισημαίνει ο Μπούκτσιν, οδηγούσε απλώς στον κρατικό παρασιτισμό και την καθαρή οπισθοδρόμηση.[16]

 

Όσον αφορά στο ρόλο του κράτους κατά τη μερκαντιλιστική φάση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι πριν από την  εμποροκρατική επανάσταση, το εμπόριο δεν είχε εθνικό αλλά κοινοτικό ή διακοινοτικό χαρακτήρα, ενώνοντας πόλεις και χωριά σε περιφερειακά δίκτυα και τοπικές, όχι εθνικές,  αγορές. Τα νεόκοπα έθνη ήταν απλώς πολιτικές ενότητες που αποτελούνταν, από οικονομική άποψη, από αμέτρητα αυτάρκη νοικοκυριά και ασήμαντες τοπικές αγορές στα χωριά. Ο σχηματισμός μιας εθνικής ή εσωτερικής αγοράς συναντούσε την αντίσταση των έντονα προστατευτικών πόλεων και κοινοτήτων. Μόνο οι χονδρέμποροι και οι πλούσιοι έμποροι ασκούσαν πιέσεις για το σχηματισμό μιας τέτοιας αγοράς. Είναι φανερό, επομένως, ότι ήταν μόνο χάρη στην  ενεργό κρατική δράση κατά τον 15ο και 16ο αιώνα που επιτεύχθηκαν η «εθνικοποίηση» της αγοράς και η δημιουργία του εσωτερικού εμπορίου.[17] Όπως επισημαίνει σχετικά ο Κροπότκιν:[18]

Ο 16ος αιώνας –ένας αιώνας σφαγών και πολέμων– μπορεί να συνοψιστεί πολύ απλά σ’ αυτόν τον αγώνα του εν τω γίγνεσθαι κράτους εναντίον των ελεύθερων πόλεων και των συνομοσπονδιών τους (…) ο ρόλος του αναδυόμενου κράτους στον 16ο και 17ο αιώνα σε σχέση με τα αστικά κέντρα ήταν να καταστρέψει την ανεξαρτησία των πόλεων (…) να συγκεντρώσει στα χέρια του το εξωτερικό εμπόριο των πόλεων και να το καταστρέψει (…) να υποτάξει εξολοκλήρου το εσωτερικό εμπόριο καθώς και όλους τους βιοτέχνες στον έλεγχο μιας στρατιάς κρατικών αξιωματούχων.

Την «εθνικοποίηση» της αγοράς ακολούθησε, στο 16ο και 17ο αιώνα, περαιτέρω κρατική δράση, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν να υπονομευθεί  ακόμα περισσότερο η πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία των πόλεων και να καταστραφούν οι   κομμούνες των χωριών. Η δράση αυτή ενείχε την κατάσχεση ή «περίφραξη» κοινοτικής γης, μια διαδικασία που είχε ολοκληρωθεί στη δυτική Ευρώπη  τη δεκαετία του 1850.[19] Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς η καταστροφή των κοινοτικών δεσμών σε πόλεις και χωριά, αλλά επίσης η δημιουργία των θεμελίων για την αγοραιοποίηση της οικονομίας, καθώς μεγάλες ποσότητες εργασίας και γης απελευθερωνόντουσαν και αποτελούσαν αντικείμενο αγοραπωλησίας στις αναδυόμενες αγορές εργασίας και γης.

 

Εντούτοις, ο μερκαντιλισμός, παρά την τάση του προς την εμπορευματοποίηση, δεν επιτέθηκε ποτέ στα θεσμικά εχέγγυα που εμπόδιζαν την «αγοραιοποίηση»  της εργασίας και της γης. Οι κοινωνικοί έλεγχοι στην εργασία και τη γη, οι οποίοι, σε συνθήκες φεουδαλισμού, είχαν πάρει τη μορφή του εθίμου και της παράδοσης, απλώς αντικαταστάθηκαν στον μερκαντιλισμό από νόμους και διατάγματα. Κατά συνέπεια, η «απελευθέρωση» του εμπορίου στη διάρκεια του μερκαντιλισμού σήμαινε απλώς την απαλλαγή του από τον τοπικισμό˙ οι αγορές εξακολουθούσαν να αποτελούν το εξάρτημα ενός θεσμικού πλαισίου που ρυθμιζόταν όσο ποτέ άλλοτε από την κοινωνία. Μέχρι τη Βιομηχανική Επανάσταση, δεν υπήρξε καμιά απόπειρα εγκαθίδρυσης μιας οικονομίας της αγοράς με τη μορφή μιας μεγάλης, αυτορυθμιζόμενης αγοράς. Στην πραγματικότητα, ήταν στο τέλος του 18ου αιώνα που η μετάβαση από τις ρυθμιζόμενες αγορές σ’ ένα σύστημα αυτορυθμιζόμενων αγορών σηματοδότησε τον «μεγάλο μετασχηματισμό» της κοινωνίας, δηλαδή τη μετάβαση σε μια οικονομία της αγοράς. Μέχρι τότε, η βιομηχανική παραγωγή στη Δυτική Ευρώπη, και ιδιαίτερα στην Αγγλία, όπου γεννήθηκε η οικονομία της αγοράς, ήταν ένα απλό εξάρτημα του εμπορίου. Η χρήση μηχανών στην παραγωγή και η ανάπτυξη του εργοστασιακού συστήματος αντέστρεψε αυτή τη σχέση. Η αγοραιοποίηση της γης, της εργασίας και του χρήματος, που αποτελούσαν ζωτικά στοιχεία για βιομηχανική διαδικασία, ήταν κατά συνέπεια, όπως τονίζει ο Polanyi:

(…) η αναπόφευκτη συνέπεια της εισαγωγής του εργοστασιακού συστήματος σε μια εμπορική κοινωνία (…) Η φαντασίωση ότι αυτά παράγονται ως εμπορεύματα έγινε οργανωτική αρχή της κοινωνίας (…) Η ανθρώπινη κοινωνία έγινε ένα εξάρτημα του οικονομικού συστήματος (…) Ο μετασχηματισμός συνεπάγεται μια βασική αλλαγή στα κίνητρα των μελών της κοινωνίας: το κίνητρο της συντήρησης πρέπει να αντικατασταθεί από το κίνητρο του κέρδους. Όλες οι συναλλαγές μετατρέπονται σε χρηματικές συναλλαγέ (…) Οι τιμές πρέπει να αφήνονται να αυτοκαθορίζονται.[20]

Η αγοραιοποίηση της εργασίας και της γης υπήρξε ιδιαίτερα κρίσιμη. Στο συντεχνιακό σύστημα, οι συνθήκες εργασίας καθώς και οι μισθοί των εργατών ρυθμίζονταν από την κοινωνία, δηλαδή, από τα έθιμα και τους κανόνες της συντεχνίας και της πόλης. Το ίδιο ίσχυε και για τη γη: η νομική κατάσταση και η λειτουργία της γης καθοριζόντουσαν από νομικούς και εθιμικούς κανόνες (αν η κατοχή της μπορούσε να μεταβιβαστεί ή όχι και, εάν ναι, υπό ποιους περιορισμούς, για ποιες χρήσεις κ.τ.λ.). Η απομάκρυνση της εργασίας και της γης από τον κοινωνικό έλεγχο οδήγησε στη δημιουργία νέων μορφών κυριαρχίας και, ταυτόχρονα, κατέστρεψε την παραδοσιακή διάθρωση των κοινοτήτων των συντεχνιακών εργατών και των κοινοτήτων των χωριών, τις παραδοσιακές μορφές κατοχής της γης και ούτω καθεξής. Για παράδειγμα, η αρχή της ελευθερίας από την ανέχεια αναγνωριζόταν εξίσου σε κάθε είδους κοινωνική οργάνωση μέχρι τις αρχές του 16ου αιώνα:[21] το άτομο σε μια πρωτόγονη κοινωνία δεν αντιμετώπιζε ποτέ την απειλή της πείνας παρά μόνο εάν πεινούσε όλη η κοινότητα. Η πείνα, που είναι απαραίτητο στοιχείο μιας αυτορυθμιζόμενης αγοράς, προϋπέθετε τη διάλυση της οργανικής κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι, σ’ αντίθεση με τις λαϊκές και οικονομικές δοξασίες, οι άνθρωποι σήμερα είναι σε σχετικά χειρότερη θέση να ικανοποιούν τις βασικές ανάγκες τους απ’ ό,τι ήταν στο Μεσαίωνα![22]

 

Θα μπορούσε κατά συνέπεια να εικάσει  κανείς ότι μόνο μια δραστική αλλαγή στην οικονομική δομή της δυτικο-Ευρωπαικής κοινωνίας την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης θα μπορούσε να έχει αποτρέψει την αγοραιοποίηση της κοινωνίας μια αλλαγή που θα είχε καταστήσει τη χρήση μηχανών, σε συνθήκες παραγωγής μεγάλης κλίμακας, συμβατή με τον κοινωνικό έλεγχο της παραγωγής. Αλλά μια τέτοια αλλαγή θα απαιτούσε να συνοδευτεί η Βιομηχανική Επανάσταση από μια κοινωνική επανάσταση προς την οικονομική δημοκρατία. Καθώς μια τέτοια επανάσταση δεν πραγματοποιήθηκε τότε, ό,τι ακολούθησε ήταν αναπόφευκτο. Τα εργοστάσια δεν μπορούσαν να διασφαλίσουν συνεχή παραγωγή αν δεν οργανωνόταν η προσφορά των μέσων παραγωγής (ιδιαίτερα, της εργασίας και της γης). Αλλά σε μια εμπορική κοινωνία, ο μόνος τρόπος οργάνωσης της προσφοράς των μέσων παραγωγής ήταν ο μετασχηματισμός της ανθρώπινης δραστηριότητας και των φυσικών πόρων σε εμπορεύματα, η προσφορά  των οποίων δεν εξαρτάται από τις ανάγκες των ανθρώπων και του οικοσυστήματος αντίστοιχα, αλλά από τις τιμές της αγοράς. Κατά συνέπεια, η εισαγωγή νέων συστημάτων παραγωγής σε μια εμπορική κοινωνία, όπου τα μέσα παραγωγής βρίσκονταν υπό ατομική ιδιοκτησία και έλεγχο, οδήγησε αναπόφευκτα (με τη ζωτικής σημασίας υποστήριξη του έθνους-κράτους) στο μετασχηματισμό των κοινωνικά ελεγχόμενων οικονομιών του παρελθόντος, στις οποίες η αγορά έπαιζε έναν περιθωριακό ρόλο στην οικονομική διαδικασία, στις σημερινές οικονομίες της αγοράς.

 

Ο ιδιωτικός έλεγχος της παραγωγής απαιτούσε ότι αυτοί που έλεγχαν τα μέσα παραγωγής θα έπρεπε να είναι οικονομικά «αποτελεσματικοί» προκειμένου να επιβιώσουν του ανταγωνισμού, έπρεπε δηλαδή να διασφαλίζουν:

  • την ελεύθερη ροή εργασίας και γης με ελάχιστο κόστος. Όμως, σε συνθήκες ιδιωτικού ελέγχου της παραγωγής, αυτή η ροή βρίσκεται σε μια αντίστροφη συναρτησιακή σχέση προς τους κοινωνικούς ελέγχους (με τη στενή έννοια) πάνω στην αγορά. Έτσι, όσο πιο αποτελεσματικοί κοινωνικοί έλεγχοι ασκούνται στην αγορά, και ιδιαίτερα στις αγορές των μέσων παραγωγής (εργασία, κεφάλαιο, γη) τόσο πιο δύσκολο είναι να διασφαλιστεί η ελεύθερη ροή τους με ελάχιστο κόστος. Για παράδειγμα, η νομοθεσία για την προστασία της εργασίας έκανε την αγορά εργασίας λιγότερο ελαστική και, συνακόλουθα, τη ροή εργασίας λιγότερο ομαλή, ή πιο ακριβή. Γιαυτό και, ιστορικά, αυτοί που είχαν ιδιωτικό έλεγχο πάνω στα μέσα παραγωγής κατεύθυναν πάντοτε τις προσπάθειές τους προς την περαιτέρω αγοραιοποίηση της οικονομίας, δηλαδή, προς την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων πάνω στην αγορά.

  • τη συνεχή ροή επενδύσεων σε νέες τεχνικές, μεθόδους παραγωγής και προϊόντα, σε μια προσπάθεια να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα και τους δείκτες πωλήσεων (μια λογική που εκφράζεται προσφυώς από το μότο «ανάπτυξη ή θάνατος»).[23] Το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής είναι η οικονομική ανάπτυξη. Κατά συνέπεια, δεν αποτελεί σύμπτωση το ότι «η σύγχρονη ιδέα της ανάπτυξης διαμορφώθηκε πριν από τέσσερις περίπου αιώνες στην Ευρώπη, όταν η οικονομία και η κοινωνία άρχισαν να διαχωρίζονται»[24] ―αν και η ίδια η οικονομία ανάπτυξης εμφανίστηκε πολύ αργότερα, μετά την ανάδυση της οικονομίας της αγοράς  στην αρχή του 19ου αιώνα, και άνθισε μόνο κατά την περίοδο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στη συνέχεια του κεφαλαίου θα εξετάσουμε τη διαδικασία αγοραιοποίησης ενώ η οικονομία ανάπτυξης θα εξετασθεί στο δεύτερο κεφάλαιο.

 

Όσον αφορά τη διαδικασία αγοραιοποίησης, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κύριες ιστορικές φάσεις:

 

1) τη φιλελεύθερη φάση, η οποία, μετά από μια μεταβατική περίοδο προστατευτισμού οδήγησε

2) στην κρατικιστική φάση και, τέλος,

3) τη σημερινή νεοφιλελεύθερη φάση.

 

 

1.2. Η διαδικασία αγοραιοποίησης: η φιλελεύθερη φάση

 

Η μετάβαση προς την οικονομία της αγοράς, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, εξέφραζε τον διαχωρισμό της κοινωνίας από την οικονομία. Από τη στιγμή που έγινε αυτός ο διαχωρισμός, η λογική του συστήματος δημιούργησε τη δική του ασταμάτητη δυναμική. Αυτοί που έλεγχαν την παραγωγή έπρεπε να είναι «αποτελεσματικοί» (σε όρους πωλήσεων και κόστους) προκειμένου να επιβιώσουν σ’ ένα σύστημα με βάση την αγορά. Η αποτελεσματικότητα με τη σειρά της εξαρτιόταν, όπως είδαμε πιο πάνω, από τις επενδύσεις σε νέες τεχνικές και προϊόντα και τη συνακόλουθη μαζική επέκταση της παραγωγής (δηλαδή, οικονομική ανάπτυξη) και από τη διασφάλιση της ελεύθερης ροής «εργασίας» και «γης» με ελάχιστο κόστος (δηλαδή, αγοραιοποίηση). Η πρώτη πυροδότησε τη δυναμική «ανάπτυξη ή θάνατος» που χαρακτηρίζει την παραγωγή της οικονομίας της αγοράς και οδήγησε στη σημερινή πολυδιάστατη κρίση. Η δεύτερη συνεπαγόταν την εμπορευματοποίηση της εργασίας και της γης. Αλλά, όπως επισημαίνει ο Polanyi:

(…) η εργασία και η γη δεν είναι τίποτα άλλο από τα ίδια τα ανθρώπινα όντα, από τα οποία αποτελείται κάθε κοινωνία, και το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή υπάρχει. Το να περιλαμβάνεις την εργασία και τη γη στο μηχανισμό της αγοράς σημαίνει να υποτάσσεις την ίδια την ουσία της κοινωνίας στους νόμους της αγοράς.[25]

Κατά την άποψή μου, η σημαντική συνεισφορά του Polanyi ήταν ότι εξέφρασε τη θεμελιώδη αντίφαση της οικονομίας της αγοράς όχι με όρους μιας οικονομικής σύγκρουσης  μεταξύ των παραγωγικών  σχέσεων και των παραγωγικών δυνάμεων (όπου οι παραγωγικές σχέσεις από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων «μετατρέπονται σε δεσμά τους») όπως υπέθεσε ο Μαρξ,[26] αλλά με όρους μιας ευρύτερης κοινωνικής σύγκρουσης μεταξύ των απαιτήσεων της οικονομίιας της αγοράς και αυτών της κοινωνίας. Συγκεκριμένα, με όρους της σύγκρουσης που δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι σε μια οικονομία της αγοράς η εργασία και η γη πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν αυθεντικά εμπορεύματα, με τις ελεύθερες και πλήρως αναπτυγμένες αγορές τους, ενώ στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά πλασματικά εμπορεύματα.

 

Έτσι, μόλις εγκαθιδρύθηκε η οικονομία της αγοράς, ξεκίνησε μια ακατάπαυστη κοινωνική πάλη. Σχηματικά, πρόκειται για την πάλη μεταξύ αυτών που ελέγχουν την οικονομία της αγοράς, δηλαδή την καπιταλιστική ελίτ που ελέγχει την παραγωγή και τη διανομή, και της υπόλοιπης κοινωνίας. Αυτοί που έλεγχαν την οικονομία της αγοράς στόχευαν στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη αγοραιοποίηση της εργασίας και της γης, δηλαδή στην ελαχιστοποίηση – και στην καλύτερη περίπτωση, στην εξάλειψη – όλων των κοινωνικών ελέγχων πάνω σ’ αυτές, έτσι ώστε να μπορεί να διασφαλιστεί η ελεύθερη ροή τους, με ελάχιστο κόστος. Από την άλλη μεριά, αυτοί που βρίσκονταν στο άλλο άκρο, ιδιαίτερα η αναπτυσσόμενη εργατική τάξη, στόχευαν στη μεγιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων στην εργασία και τη γη, δηλαδή στη μεγιστοποίηση της αυτοπροστασίας της κοινωνίας ενάντια στα δεινά της οικονομίας της αγοράς, ιδιαίτερα της ανεργίας και της φτώχειας. Στο θεωρητικό και πολιτικό επίπεδο, η σύγκρουση αυτή εκφράστηκε με την αντίθεση μεταξύ του οικονομικού φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού (με την ευρεία έννοια). Ο οικονομικός φιλελευθερισμός στόχευε στην εγκαθίδρυση μιας μεγαλης αυτορυθμιζόμενης αγοράς, χρησιμοποιώντας ως κύρια μέσα την έλλειψη κυβερνητικού παρεμβατισμού (laisser-faire), το ελεύθερο εμπόριο και τους ρυθμιστικούς ελέγχους. Από την άλλη μεριά, ο σοσιαλισμός στόχευε στη διαφύλαξη των ανθρώπων (αλλά όχι και της φύσης, δεδομένης της σοσιαλιστικής ταύτισης της Προόδου με την οικονομική ανάπτυξη, βλ. Κεφάλαιο 2) καθώς και της παραγωγικής οργάνωσης, χρησιμοποιώντας ως κύρια μέσα τους κοινωνικούς ελέγχους πάνω στις αγορές. Η πάλη αυτή αποτέλεσε το βασικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ιστορίας, από τη Βιομηχανική Επανάσταση μέχρι σήμερα. Έτσι, την ανάδυση του πρώιμου οικονομικού φιλελευθερισμού, σε συνθήκες, όπως θα δούμε,  που δεν διασφάλιζαν τη διαρκή αναπαραγωγή του (φιλελεύθερη φάση της αγοραιοποίησης) ακολούθησε η άνοδος του σοσιαλιστικού κρατισμού, που τον ορίζουμε  ως την ιστορική παράδοση που θεωρεί την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας, με νόμιμα ή επαναστατικά μέσα, ως την  αναγκαία συνθήκη  για την επίτευξη ριζικών κοινωνικών αλλαγών. Τον σοσιαλιστικό κρατισμό διαδέχτηκε στη συνέχεια ο σημερινός ώριμος νεοφιλελευθερισμός (νεοφιλελεύθερη φάση).

 

 

Η έλευση του οικονομικού φιλελευθερισμού

 

Μόλις συντελέστηκε η μετάβαση από τις κοινωνικά ελεγχόμενες αγορές σ’ ένα σύστημα αυτορυθμιζόμενων αγορών στο τέλος του 18ου αιώνα (η θεσμοποίηση της φυσικής κινητικότητας της εργασίας στην Αγγλία το 1795 αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα σ’ αυτή τη μετάβαση), η διαμάχη μεταξύ αυτών που ελέγχουν την οικονομία της αγοράς και της υπόλοιπης κοινωνίας άρχισε για τα καλά. Έτσι, σχεδόν αμέσως, αναδύθηκε ένα πολιτικό κίνημα της βιομηχανικής εργατικής τάξης και, σαν αποτέλεσμα της πίεσής του, εισήχθησαν νόμοι ρυθμίζοντες τις εργασιακές συνθήκες στα εργοστάσια, καθώς και κοινωνική νομοθεσία. Το 1824, για παράδειγμα, αποσύρθηκαν οι British Combination Acts του 1799 και 1800, που όριζαν ότι τα συνδικάτα συνιστούσαν συνομωσία ενάντια στο κοινό, επειδή περιόριζαν το εμπόριο. Όμως, όλες αυτές οι θεσμικές ρυθμίσεις ήταν ασύμβατες με την αυτορύθμιση των αγορών και την ίδια την οικονομία της αγοράς. Η ασυμβατότητα αυτή οδήγησε σ’ ένα αντι-κίνημα από την πλευρά αυτών που έλεγχαν την οικονομία της αγοράς στην Αγγλία, το οποίο κατέληξε στη λήψη νομοθετικών μέτρων  για την εγκαθίδρυση μιας ανταγωνιστικής αγοράς εργασίας (1834), στην επέκταση της ελευθερίας των συμβολαίων και οσον αφορά τις δικαιοπραξίες πάνω στη γη (μεταξύ 1830 και 1860) και στην κατάργηση η μείωση των δασμών στις εξαγωγές και  εισαγωγές αντίστοιχα (δεκαετία του 1840). Στην πραγματικότητα, οι δεκαετίες του 1830 και του 1840 (όπως αντίστοιχα σήμερα οι δεκαετίες του 1980 και 1990) σημαδεύτηκαν από μια έκρηξη της νομοθεσίας που ανακαλούσε περιοριστικές ρυθμίσεις (απορύθμιση αγορών) και από μια προσπάθεια να τεθούν τα θεμέλια για μια αυτορυθμιζόμενη αγορά: ελεύθερο εμπόριο,  ανταγωνιστική αγορά εργασίας και  Κανόνας Χρυσού – δηλαδή, το σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών όπου η αξία ενός νομίσματος καθοριζόταν σε σταθερή ισοτιμία («κλειδωνόταν») με τον χρυσό.

 

Όσον αφορά συγκεκριμένα τον Κανόνα Χρυσού (ο οποίος υιοθετήθηκε από τη Βρετανία ήδη από το 1821, για να ακολουθήσουν η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες στη δεκαετία του 1850 και η Γερμανία το 1870, μέχρις ότου αποκτήσει καθολική ισχύ το 1880), κεντρικό χαρακτηριστικό στοιχείο του ήταν  ο  αυτόματος μηχανισμός  προσαρμογής που υποτίθεται ότι διέθετε. Ο στόχος του Κανόνα  Χρυσού ήταν η δημιουργία ενός σταθερού διεθνούς περιβάλλοντος για το παγκόσμιο εμπόριο, ανάλογου με το σταθερό εγχώριο περιβάλλον που είχε ήδη εγκαθιδρυθεί για το εθνικό εμπόριο. Με άλλα λόγια, η δημιουργία μιας διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς μέσω της καθιέρωσης σταθεράς ισοτιμίας μεταξύ των νομισμάτων.

 

Μια «καθαρή» μορφή Κανόνα Χρυσού θα απαιτούσε να εγκαταλείψουν οι χώρες τις λειτουργίες που επιτελούν οι κεντρικές τους τράπεζες, όπως συνιστούσε ο Ludwig von Mises, δεδομένου ότι οι δραστηριότητες των κεντρικών τραπεζών αποτελούν μορφή παρέμβασης στη λειτουργία ενός αυτορυθμιζόμενου συστήματος. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση που οι κεντρικές τράπεζες καθοδηγούνται στις δραστηριότητές τους από πολιτικά (με την ευρεία έννοια) κριτήρια, εκφράζοντας την αυτοπροστασία της κοινωνίας ενάντια στη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς. Όμως, μια τέτοια καθαρή μορφή δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Αντίθετα, το σύστημα συνδέθηκε ιστορικά με τη δημιουργία  χαρτονομισμάτων των οποίων η αξία στηριζόταν στην κυριαρχία των κεντρικών τραπεζών που τα εξέδιδαν. Συγχρόνως, το εθνικό νόμισμα έπαιξε έναν κρίσιμο ρόλο στην καθιέρωση του έθνους-κράτους ως καθοριστικής οικονομικής και πολιτικής μονάδας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι μόνο οι χώρες οι οποίες είχαν νομισματικά συστήματα που τα έλεγχαν κεντρικές τράπεζες εθεωρούντο κυρίαρχα κράτη. Έτσι, τόσο το νόμισμα όσο και η κεντρική τράπεζα δεν αποτελούσαν απλώς εκφράσεις ενός νέου εθνικισμού, αλλά αναγκαίες προϋποθέσεις για την προστασία του εισοδήματος και της απασχόλησης από τις συνέπειες του Κανόνα Χρυσού.

 

Η μετάβαση προς το ελεύθερο εμπόριο κορυφώθηκε στη δεκαετία του 1870, η οποία σηματοδότησε το τέλος των προνομιακών εμπορικών μπλοκ και των περιορισμών στο εμπόριο που χαρακτήριζαν την ανάπτυξη των αποικιακών αυτοκρατοριών κατά την περίοδο πριν από το 1800. Μολονότι κατά την περίοδο αυτή δεν επιτεύχθηκε το ελεύθερο εμπόριο σε παγκόσμια κλίμακα, μιας και, στο τέλος, μόνο η Βρετανία και η Ολλανδία υιοθέτησαν πολιτικές πλήρως ελεύθερου εμπορίου, για μια σύντομη περίοδο, στη δεκαετία του 1860 και 1870, ο κόσμος έφτασε κοντά σ’ ένα αυτορυθμιζόμενο σύστημα, όπως το είχε οραματιστεί η κλασική οικονομική θεωρία.[27]

 

Η πρώτη, επομένως, προσπάθεια για μια διεθνοποιημένη οικονομία έγινε τον 19ο αιώνα. Αυτό καταδεικνύεται από την τεράστια αύξηση της κίνησης εμπορευμάτων, κεφαλαίου και  εργασίας που συντελέστηκε κατά την περίοδο αυτή. Η αύξηση αυτή δεν αποτελούσε φυσικά μια μη αναμενόμενη εξέλιξη, δεδομένου ότι προϋπόθεση για την αναπαραγωγή της πρόσφατα εγκαθιδρυμένης οικονομίας της αγοράς ήταν η συνεχής ανάπτυξη της, και ότι η ανάπτυξη αυτή απαιτούσε με τη σειρά της τη συνεχή διεύρυνση της αγοράς, αρχικά της εγχώριας και εν συνεχεία της εξωτερικής αγοράς. Αναφορικά με τη διεύρυνση του εμπορίου, υπολογίζεται ότι η αξία του διεθνούς εμπορίου διπλασιάστηκε μεταξύ 1830 και 1850 και τουλάχιστον τριπλασιάστηκε, εάν δεν τετραπλασιάστηκε, κατά την περίοδο μέχρι το 1880, φτάνοντας ένα μέσο ποσοστό ετήσιας αύξησης της τάξης του 5,3% κατά την περίοδο 1840-70.[28] Όσον αφορά στη κίνηση κεφαλαίου, από το τέλος των Ναπολεόντιων πολέμων ως τα μέσα της δεκαετίας του 1850, περίπου 2.000 εκατομμύρια δολάρια επενδύθηκαν στο εξωτερικό. Το 1870, η αξία των επενδύσεων αυτών είχε τριπλασιαστεί και το 1900 έφτανε συνολικά τα 23.000 εκατομμύρια δολάρια, για να ανέβει στα 43.000 εκατομμύρια δολάρια το 1914.[29] Όσο για την κίνηση εργασίας, μεταξύ 1821 και 1915 η συνολική καταγεγραμμένη παγκόσμια μετανάστευση ξεπερνούσε τα 51 εκατομμύρια ανθρώπους.[30]

 

Είναι συνεπώς προφανές ότι το διεθνές εμπόριο και η διεθνής κίνηση κεφαλαίου και εργασίας έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην μετατροπή  της οικονομίας της αγοράς  σε οικονομία  ανάπτυξης ―αν και ο βαθμός στον οποίο η οικονομική ανάπτυξη των επιμέρους χωρών εξαρτιόταν από την ύπαρξη της διεθνούς οικονομίας εξακολουθεί ν’ αποτελεί ζήτημα προς διερεύνηση. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι ο ρυθμός της μετατροπής διέφερε από χώρα σε χώρα, ανάλογα κυρίως με τη διαθεσιμότητα ελαστικών αγορών[31] πράγμα που, όπως θα δούμε στη συνέχεια,  αποτελεί ένα κρίσιμο παράγοντα για την αποτυχία της πρώτης προσπάθειας στην ιστορία να εγκαθιδρυθεί  μια φιλελεύθερη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς.

 

 

Η εμφάνιση του προστατευτισμού και του εθνικισμού

 

Η προσπάθεια εγκαθίδρυσης μιας καθαρά φιλελεύθερης διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, με την έννοια του ελεύθερου εμπορίου, της ανταγωνιστικής αγοράς εργασίας και του Κανόνα  Χρυσού, δεν κράτησε πάνω από 40 χρόνια, και ως τις δεκαετίες του 1870 και 1880 ο προστατευτισμός είχε επιστρέψει. Έτσι, ο στόχος για την απελευθέρωση των αγορών κατά την πρώτη φάση της διαδικασίας αγοραιοποίησης είχε το παράδοξο αποτέλεσμα να οδηγήσει σε μεγαλύτερη προστασία: είτε εξαιτίας πίεσης από την πλευρά αυτών που έλεγχαν την παραγωγή για την λήψη μέτρων που θα τους  προστάτευαν από τον ξένο ανταγωνισμό, είτε εξαιτίας πίεσης από την πλευρά της υπόλοιπης κοινωνίας για τη λήψη μέτρων που θα την προστάτευαν από τον ίδιο τον μηχανισμό της αγοράς. Και οι δυο τύποι προστατευτισμού είχαν σαν αποτέλεσμα την υπονόμευση της διαδικασίας αγοραιοποίησης, όπως θα δούμε  στο επόμενο τμήμα του κεφαλαίου αυτού.

 

Όσον αφορά στον προστατευτισμό προς όφελος αυτών που έλεγχαν την οικονομία της αγοράς, η επιστροφή του προστατευτισμού με τη μορφή δασμών και άλλων περιορισμών του εμπορίου ήταν προφανής στη δεκαετία του 1880 και ενισχύθηκε από την παράλληλη εμφάνιση του εθνικισμού. Ο προστατευτισμός έγινε περισσότερο ορμητικός σ’ ολόκληρη την περίοδο από το 1880 ως το 1913 όταν στην πράξη είχαν απομείνει μόνο η Βρετανία, η Ολλανδία και η Δανία να επιμένουν στο ελεύθερο εμπόριο. Παρόλα αυτά, το εμπόριο εξακολούθησε να διευρύνεται, αν και όχι με τόσο ταχύ ρυθμό όσο κατά την προηγούμενη περίοδο του 1840-70. Έτσι, στην περίοδο 1840-1914 το παγκόσμιο εμπόριο αναπτύχθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 3,4%, ρυθμός που ήταν αρκετά μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο της αύξησης της παραγωγής (2,1% το χρόνο). Κατά συνέπεια, ο λόγος του διεθνούς εμπορίου προς την παραγωγή από μόλις 3% το 1800 είχε φτάσει το 33% το 1913.[32]

 

Ταυτόχρονα, ο προστατευτισμός με τη μορφή κοινωνικών ελέγχων (με τη στενή έννοια) πάνω στην αγορά εντάθηκε επίσης. Ακόμα και οι Βρετανοί φιλελεύθεροι αναγκάστηκαν να νομιμοποιήσουν τις δραστηριότητες των εργατικών συνδικάτων το 1871. Επίσης σημαντικό ήταν ότι όχι μόνο η Αγγλία, αλλά και η Γαλλία και η Πρωσία πέρασαν από μια παρόμοια διαδικασία. Δηλαδή, την διαδικασία όπου την περίοδο απουσίας κυβερνητικού παρεμβατισμού ακολουθεί μια περίοδος αντιφιλελεύθερης νομοθεσίας σε σχέση με τη δημόσια υγεία, τις εργασιακές συνθήκες, την κοινωνική ασφάλιση, τις  υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και ούτω καθεξής. Έτσι, όπως παρατηρεί ο Will Hutton, «στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, σ’ ολόκληρη την Ευρώπη και τις Η.Π.Α., οι κυβερνήσεις θεσμοθετούσαν τον περιορισμό του laisser-faire αρχικά, με την καθιέρωση των κρατικών επιθεωρήσεων στα εργοστάσια και την προσφορά ενός στοιχειώδους επίπεδου εκπαίδευσης και στη συνέχεια με την παροχή ενός εισοδήματος στοιχειώδους συντήρησης στους ηλικιωμένους και τους άνεργους.»[33] Η διαδικασία αυτή είχε ως αποτέλεσμα ότι, ως τις αρχές του εικοστού αιώνα, είχε θεσμοθετηθεί κάποιου είδους κοινωνική νομοθεσία σχεδόν σε κάθε προηγμένη οικονομία της αγοράς.[34]

 

Κατά συνέπεια, αν στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα η κυρίαρχη φιλοσοφία ήταν διεθνιστική, με τη μορφή του φιλελεύθερου εθνικισμού (ελεύθερο εμπόριο κ.τ.λ.), ως τη δεκαετία του 1870 ο φιλελεύθερος εθνικισμός είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε εθνικό (ή εθνικιστικό) φιλελευθερισμό, με έμφαση στον προστατευτισμό στο εσωτερικό και τον ιμπεριαλισμό στο εξωτερικό. Αποτέλεσμα τέτοιων προστατευτικών πιέσεων ήταν ότι ως το τέλος της ύφεσης του 1873-86, που σήμανε το τέλος του πρώτου πειράματος με τον καθαρό οικονομικό φιλελευθερισμό, η Γερμανία είχε ήδη καθιερώσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και είχε ορθώσει ψηλά δασμολογικά τείχη, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν επιβάλλει ακόμα μεγαλύτερους δασμούς, παρ’ όλη τη δέσμευσή τους στις ελεύθερες αγορές.

 

Με μια έννοια, και οι δυο τύποι προστατευτισμού (δηλαδή, οι δασμοί και οι κοινωνικοί έλεγχοι) συνέβαλαν στην ανάδυση του εθνικισμού, ενός κινήματος που βρισκόταν σε μεγάλη άνοδο κατά το δεύτερο μέρος του περασμένου αιώνα, ιδιαίτερα μεταξύ των «αργοπορημένων» στο κλάμπ των εθνών-κρατών, τη Γερμανία και την Ιταλία. Η απαίτηση, επομένως,  για το σχηματισμό εθνών-κρατών δεν εξέφραζε απλώς την ανάγκη αυτών που έλεγχαν την οικονομία να ξεφορτωθούν τους διάφορους εμπορικούς και βιομηχανικούς νόμους, που είχαν γίνει αβάσταχτο εμπόδιο στην από μέρους τους ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου, όπως υποστήριζε ο Έγκελς σε σχέση με το σχηματισμό του γερμανικού έθνους-κράτους:

Το αίτημα για μια ενωμένη «πατρίδα» είχε ένα πολύ υλικό θεμέλιο (...) ήταν το αίτημα που προέκυπτε από τις άμεσες ανάγκες των πρακτικών επιχειρηματιών και βιομήχανων για την εξάλειψη όλης της ιστορικά ξεπερασμένης σαβούρας που εμπόδιζε την ελεύθερη ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου.[35]

Στην πραγματικότητα, το έθνος-κράτος, μετά την ιστορική του νίκη επί των εναλλακτικών συνομοσπονδιακών μορφών οργάνωσης, θεωρείτο ως η μοναδική κοινωνική μορφή που μπορούσε να παρέχει αποτελεσματική προστασία όχι μόνο στο εγχώριο κεφάλαιο  από τον ανταγωνισμό της  διεθνούς αγοράς, αλλά και στην εργασία και τη γη από τις επιζήμιες συνέπειες της εγχώριας αγοράς. Κατά συνέπεια, η εμφάνιση του εθνικισμού δεν μπορεί να ειδωθεί ανεξάρτητα από την ανάδυση  της οικονομίας της αγοράς και ήταν τόσο «αναπόφευκτη» όσο και η εμφάνιση του κράτους-έθνους και της οικονομίας της αγοράς. Με άλλα λόγια, ο εθνικισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια αναπόφευκτη διάσταση της νεωτερικότητας[36], εκτός εάν ειδωθεί στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης προβληματικής που υποθέτει ότι ο μόνος εφικτός ιστορικός δρόμος  ήταν αυτός που η Ιστορία ακολούθησε στην πραγματικότητα.

 

Ο προστατευτισμός οδηγεί στον κρατισμό

 

Ο προστατευτισμός, και στις δυο μορφές που εξετάσαμε παραπάνω, υπονόμευσε την οικονομία της αγοράς που είχε εγκαθιδρυθεί τον δέκατο ένατο αιώνα και, στην πραγματικότητα, οδήγησε σχεδόν στην κατάρρευσή της τον εικοστό αιώνα. Έτσι, ο προστατευτισμός υπονόμευσε :

  • πρώτον, την εγχώρια οικονομία της αγοράς, διαστρεβλώνοντας το μηχανισμό των τιμών και παρεμποδίζοντας την αυτορύθμιση των αγορών, έτσι ώστε, στο τέλος, όπως παρατηρεί ο Polanyi, «η μη προσαρμογή των διαρθρώσεων τιμών και κόστους παρέτεινε τις υφέσεις, η μη προσαρμογή του εξοπλισμού επιβράδυνε τη ρευστοποίηση ανεπικερδών επενδύσεων, [και] η μη προσαρμογή των επίπεδων τιμών και εισοδήματος προκαλούσε κοινωνική ένταση».[37]

  • δεύτερον, την παγκόσμια οικονομία της αγοράς, οδηγώντας σε αποικιακή αντιπαλότητα και ανταγωνισμό για τις αγορές που παρέμεναν ακόμα απροστάτευτες. Ως αποτέλεσμα των προστατευτικών πολιτικών, η παγκόσμια οικονομία, στην οποία είχε στηριχθεί το σύστημα  ισορροπίας δυνάμεων του δέκατου ένατου αιώνα, άρχισε να αποσυντίθεται. Αυτό οδήγησε αναπόφευκτα στην παρ’ ολίγο κατάρρευση του ίδιου του συστήματος, επειδή, όπως έχει πειστικά δείξει ο Polanyi,[38] η «ειρήνη των 100 χρόνων» (1815-1914) στηριζόταν αποφασιστικά σε δύο ελευθερίες: την ελευθερία του εμπορίου και την ελευθερία του κεφαλαίου. Μόλις, επομένως, η αποικιακή αντιπαλότητα άρχισε να έχει τις συνέπειές της και στις δύο αυτές ελευθερίες, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έγινε αναπόφευκτος.

Δεν ήταν όμως μόνο το σύστημα ισορροπίας δυνάμεων που κατέρρευσε, ως αποτέλεσμα των προστατευτικών πολιτικών. Το σύστημα  του Κανόνα  Χρυσού, στο οποίο στηριζόταν η συναλλαγματική σταθερότητα, δεν ήταν, επίσης, σε θέση να αντέξει στις πιέσεις του προστατευτισμού. Η προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού προσαρμογής του (του μηχανισμού δηλαδή που υποτίθεται ότι εξαλείφει τις ανισορροπίες στα ισοζύγια πληρωμών  των χωρών που μετέχουν στο σύστημα) ήταν ότι η προσαρμογή θα έπρεπε να επιτευχθεί μέσω αλλαγών στις «ονομαστικές» μεταβλητές (τιμές, μισθοί, επιτόκια) και όχι μέσω των πολύ πιο επώδυνων —κοινωνικά και οικονομικά— αλλαγών στις «πραγματικές» μεταβλητές (παραγωγή, απασχόληση).

 

Όμως, τα προστατευτικά μέτρα, είτε προς όφελος αυτών που έλεγχαν την οικονομία της αγοράς (δασμοί κ.τ.λ.) είτε προς όφελος της υπόλοιπης κοινωνίας (κοινωνική ασφάλιση, προστασία των συνδικαλιστικών ελευθεριών κ.τ.λ.) είχαν ως αποτέλεσμα τη διαστρέβλωση των μισθών και των τιμών και κατά συνέπεια την παρεμπόδιση της αποτελεσματικής λειτουργίας του μηχανισμού προσαρμογής, ο οποίος τελικά έπρεπε να στηρίζεται σε αλλαγές στο εισόδημα και την απασχόληση για να επιτυγχάνει την απαιτούμενη προσαρμογή.

 

Έτσι, στη δεκαετία του 1920 δημιουργήθηκαν σοβαρά εμπόδια στην αυτορυθμιστική λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς,[39] όχι μόνο για καθαρά  οικονομικούς λόγους (ανάγκη προστασίας των νομισμάτων), αλλά επίσης και για  πολιτικούς λόγους  (ανάγκη μείωσης της κοινωνικής έντασης στον απόηχο της Ρωσικής Επανάστασης του 1917). Οι μισθοί έγιναν «ανελαστικοί». Στη Βρετανία, για παράδειγμα, όπως επισημαίνει ο D. Moggridge: «Η Γενική Απεργία (1926) απομάκρυνε την πιθανότητα εκτεταμένων περικοπών στους μισθούς και στο κόστος, μόνο και μόνο επειδή οι απόπειρες περικοπών θα είχαν υπερβολικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος.»[40] Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ήταν η κατάρρευση του συστήματος του Κανόνα  Χρυσού στη δεκαετία του 1930, γεγονός που ήταν  κρίσιμο  για την άνοδο του κρατισμού. Στην πραγματικότητα, η εγκατάλειψη του Κανόνα  Χρυσού αποτελούσε αναγκαία συνθήκη για τη διεύρυνση του οικονομικού ρόλου του κράτους. Και αυτό, διότι, οι πολιτικές ελλειμματικού προϋπολογισμού –ένα βασικό εργαλείο του κρατισμού– δεν ήταν συμβατές με τον Κανόνα Χρυσού που απαιτούσε να υποτάσσεται η εγχώρια οικονομική πολιτική στην επίτευξη ισορροπίας στο  ισοζύγιο πληρωμών. Για παράδειγμα, κατά τη Μεγάλη Ύφεση, χώρες με ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών υποχρεωνόντουσαν από το σύστημα να υφίστανται περαιτέρω μειώσεις των εισοδημάτων και της απασχόλησης προκειμένου να επιτύχουν εξωτερική ισορροπία. Αυτό συνέβαινε τη στιγμή που εκατομμύρια ανθρώπων ήταν άνεργοι και οι επεκτατικές πολιτικές ήταν αναγκαίες για τη μείωση της ανεργίας!

 

Η κατάρρευση του Κανόνα Χρυσού αντανακλούσε στην πραγματικότητα την αποσύνθεση της παγκόσμιας οικονομίας, που είχε ήδη αρχίσει από τις αρχές του αιώνα, ως αποτέλεσμα των σοβαρών διαστρεβλώσεων που είχαν εισαχθεί στην ελεύθερη λειτουργία των αγορών από την αντιφιλελεύθερη νομοθεσία (εργασιακοί νόμοι, ασφάλιση των ανέργων), τη δράση των συνδικάτων και ούτω καθεξής. Στο βαθμό που η αυτοπροστασία της κοινωνίας έναντι της οικονομίας της αγοράς είχε επιτύχει, η ίδια η οικονομία της αγοράς είχε αποδυναμωθεί και όδευε στη σχεδόν κατάρρευση της τη δεκαετία του 1930, κατά τη Μεγάλη Ύφεση. Συνεπώς, όπως τονίζει και ο Polanyi, ήταν η κατάρρευση του καθαρού φιλελευθερισμού που έθεσε τα θεμέλια για την παρολίγο κατάρρευση της ίδιας της οικονομίας της αγοράς στο μεσοπόλεμο, ανοίγοντας το δρόμο για την άνοδο του κρατισμού. Έτσι, όπως αποδίδει ο Goldfrank τις σκέψεις του Polanyi πάνω στο ζήτημα:

Καθώς τα έθνη εμπλέκονταν περισσότερο στην παγκόσμια αγορά, τα πιο ισχυρά στράφηκαν στην κοινωνική νομοθεσία, τους δασμούς και σε άλλες μορφές προστατευτισμού για να αμβλύνουν τις συνέπειες των άνισων ανταλλαγών. Ένα μικρό βήμα χώριζε τον προστατευτισμό και τον ιμπεριαλισμό από τον παγκόσμιο πόλεμο και, αντίστοιχα,  την άστοχη μεταπολεμική απόπειρα αποκατάστασης του Κανόνα Χρυσού από τη Μεγάλη Ύφεση.[41]

 

 

1.3. Η διαδικασία αγοραιοποίησης: η κρατικιστική φάση

 

Το αποτέλεσμα της αποσύνθεσης της παγκόσμιας οικονομίας και της κατάρρευσης του Κανόνα  Χρυσού ήταν ότι όλες οι μεγάλες χώρες εισήλθαν σε μια περίοδο κρατικού παρεμβατισμού για τον έλεγχο της οικονομίας. Με άλλα λόγια, εισήλθαν στην περίοδο του κρατισμού. Αυτό ήταν ένα  γεγονός που σηματοδοτούσε μια νέα φάση στη διαδικασία αγοραιοποίησης. Μια φάση, που, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, αποτελούσε τη λογική κατάληξη του προστατευτισμού ο οποίος άνθισε κατά τη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο[42] και έφτασε στο απόγειο του τη δεκαετία του 1930 με την υιοθέτηση πολλών  άμεσων περιορισμών στο εμπόριο ( ποσοστώσεις, συναλλαγματικοί έλεγχοι κ.λπ.).

 

Το ακραίο παράδειγμα κρατισμού ήταν  φυσικά η σταλινιική Ρωσία, όπου, για πρώτη φορά από την εγκαθίδρυση της οικονομίας της αγοράς τον δέκατο ένατο αιώνα, έγινε μια «συστημική» προσπάθεια αντιστροφής της διαδικασίας αγοραιοποίησης. Μολονότι η διαδικασία αυτή άρχισε με την επανάσταση του 1917 ήταν στη δεκαετία του 1930 που η κολλεκτιβοποίηση των χωραφιών επέφερε την απόσυρση της γης από την αγορά. Η εξέλιξη αυτή μπορεί, επίσης, να αποδοθεί στην αποσύνθεση της παγκόσμιας οικονομίας, που είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία της να απορροφήσει το αγροτικό πλεόνασμα της Ρωσίας, πράγμα που εμπόδισε το σοβιετικό καθεστώς να βασίσει τη βιομηχανική του ανάπτυξη στις εισαγωγές μηχανών από τη Δύση. Επιπλέον, η εισαγωγή των πενταετών πλάνων σήμαινε την απόσυρση από την αγορά των πιο σημαντικών οικονομικών αποφάσεων. Εντούτοις, οι αποφάσεις αυτές δεν περιήλθαν στη δικαιοδοσία του κοινωνικού συνόλου. Όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, η συγκέντρωση της πολιτικής και οικονομικής δύναμης στα χέρια της γραφειοκρατίας του Κομμουνιστικού Κόμματος, σε συνδυασμό με τη μη-εγκατάλειψη του συστήματος της μισθωτής εργασίας, σήμαιναν ότι το αποτέλεσμα που είχε ο σοσιαλιστικός κρατισμός στην Ανατολική Ευρώπη –από την οπτική γωνία της συγκέντρωσης δύναμης– ήταν απλώς η αλλαγή των προσώπων που απάρτιζαν την κυρίαρχη ελίτ και όχι η εξάλειψη της ίδιας της ελίτ. Με άλλα λόγια, τη θέση στην κυρίαρχη ελίτ των καπιταλιστών που έλεγχαν έμμεσα – μέσω του συστήματος της αγοράς– την οικονομική διαδικασία (δηλαδή, τι, πόσο και για ποιον παράγεται), πήραν απλώς οι γραφειοκράτες, που έλεγχαν την οικονομική διαδικασία άμεσα μέσω του συστήματος κεντρικού σχεδιασμού.

 

Δεν ήταν όμως μόνο η Ρωσία (την οποία ακολούθησαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο διάφορες άλλες χώρες στην περιφέρεια και την ημιπεριφέρεια του καπιταλιστικού συστήματος) που εισήγαγε τον κρατισμό. Κατά την περίοδο μεταξύ των μέσων της δεκαετίας του 1930 ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970, ο ενεργός κρατικός παρεμβατισμός για τον έλεγχο του μηχανισμού της αγοράς αποτελούσε τον κανόνα σ’ ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο. Αν και οι μορφές του κρατισμού στη Δύση δεν ήταν τόσο συνεκτικές όσο στην Ανατολή και, φυσικά, δεν πήραν ποτέ τη μορφή μιας «συστημικής» αλλαγής, ο στόχος, ιδιαίτερα κατά την περίοδο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν παρόμοιος. Με άλλα λόγια, στόχος δεν ήταν να βοηθηθεί η άνθιση του ιδιωτικού τομέα, κάτω από κάποιους στοιχειώδεις κοινωνικούς ελέγχους, (όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει με την οικονομική πολιτική του Κλίντον ή με την οικονομική πολιτική του «νέου» Βρετανικού Εργατικού Κόμματος υπό την ηγεσία του Τόνυ Μπλαιρ σήμερα), αλλά μάλλον να υποκατασταθεί ο ίδιος ο ιδιωτικός τομέας, ιδιαίτερα στους τομείς όπου είχε αποτύχει να καλύψει τις ανάγκες ολόκληρου του πληθυσμού –κυρίως όσον αφορά στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών (υγεία, εκπαίδευση, κοινωνική ασφάλιση,  υπηρεσίες κοινής ωφέλειας).

 

Είναι ίσως χρήσιμο να διακρίνουμε δύο περιόδους στην κρατικιστική φάση της αγοραιοποίησης: πρώτον, την περίοδο από το 1933 περίπου μέχρι και την περίοδο του πολέμου και, δεύτερον,  τη μεταπολεμική περίοδο μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1970.

 

 

Προπολεμικός κρατισμός

 

Τα θεμέλια του κρατισμού τέθηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης που ακολούθησε το κραχ του 1929 και ώθησε την οικονομία της αγοράς σε  γενική κρίση. Κατά την περίοδο αυτή, αρκετές χώρες εισήγαγαν διάφορους βαθμούς κρατισμού προκειμένου να ξεπεράσουν τη Μεγάλη Ύφεση. Η πιο δραστική μορφή, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, εισήχθη στη ναζιστική Γερμανία. Αρκετά πριν από τη μετατροπή της γερμανικής οικονομίας σε «πολεμική οικονομία», υπήρχε «σημαντική συρρίκνωση της ελεύθερης αγοράς»,[43] η οποία πήρε τη μορφή της πολιτικής ελλειμματικών προϋπολογισμών χρηματοδοτούμενων με τη δημιουργία νέου χρήματος (στην πραγματικότητα, τέτοιες πολιτικές βρίσκονταν σε ισχύ δέκα χρόνια πριν από την άνοδο του Χίτλερ και είχαν οδηγήσει στον γερμανικό υπερπληθωρισμό), ελέγχων των τιμών και των μισθών, κρατικής διεύθυνσης των ιδιωτικών επενδύσεων κ.τ.λ. Ακόμα και στο κάστρο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της ελεύθερης επιχείρησης, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το New Deal του Ρούσβελτ ενείχε πολιτικές όπως την ενεργή υποστήριξη της υποτίμησης του δολαρίου, την παρέμβαση στον καθορισμό των τιμών και των μισθών, τα μεγάλα κατασκευαστικά έργα, καθώς και την αύξηση των εισφορών των εργοδοτών στο ταμείο κοινωνικής ασφάλισης. Το ίδιο πρότυπο δραστικού κρατικού παρεμβατισμού στο μηχανισμό των τιμών (στη θέση του σχετικά ουδέτερου οικονομικού ρόλου του κράτους που απαιτούσε η φιλελεύθερη ορθοδοξία –τυπικό παράδειγμα η άσκηση πολιτικών ισοσκελισμένου προϋπολογισμού) επαναλήφθηκε σε διάφορες άλλες χώρες εκείνη την εποχή (Γαλλία, Σουηδία κ.τ.λ.).

 

Όλες οι περιπτώσεις κρατικού παρεμβατισμού στην προπολεμική περίοδο υπήρξαν επιτυχείς στον ευρύ στόχο τους να σώσουν την οικονομία της αγοράς από την κατάρρευση. Όμως, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν σε τελική ανάλυση αντιφιλελεύθερες, καθώς στόχο τους είχαν όχι την ενίσχυση της διαδικασίας αγοραιοποίησης, αλλά αντίθετα τον περιορισμό της. Ακόμα, σχεδόν όλες οι περιπτώσεις υπήρξαν επιτυχείς στο στενό τους στόχο, να διευρύνουν δηλαδή την παραγωγή και την απασχόληση χωρίς να δημιουργήσουν άλλα προβλήματα, όπως πληθωρισμό. Μήπως αυτό αποτελούσε  απόδειξη ότι, σε τελική ανάλυση, ένας αποτελεσματικός κοινωνικός έλεγχος πάνω στην αγορά είναι εφικτός, όπως υποστήριζαν πάντοτε οι σοσιαλδημοκράτες; Μια περαιτέρω εξέταση των συνθηκών υπό τις οποίες επιτεύχθηκε η παραπάνω επιτυχία καταδεικνύει ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι αρνητική.

 

Κατ’ αρχήν, δεν θα πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η περίοδος που εξετάζουμε ήταν  εξαιρετική, ήταν δηλαδή μια περίοδος κατά την οποία η ίδια η οικονομία της αγοράς ήταν αντιμέτωπη με την απειλή του αφανισμού. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι η «επιχειρηματική εμπιστοσύνη» βρισκόταν στο ναδίρ θα μπορούσε να εξηγήσει σε μεγάλο βαθμό την πολύ ανεκτική στάση αυτών που έλεγχαν την παραγωγή απέναντι στα μέτρα που έθιγαν την οικονομική δύναμη και τα κέρδη τους. Στην πραγματικότητα, ο κρατικός παρεμβατισμός  ήταν επιτυχής μόνο όταν –και στο βαθμό που– είχε την έγκριση αυτών που έλεγχαν την παραγωγή, όπως δείχνουν ξεκάθαρα τα ακόλουθα παραδείγματα.

 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν η αρχικά ανεκτική στάση του κεφαλαίου προς τις πολιτικές ελλειματικού προϋπολογισμού που κατέληξε στη σημαντική συμβολή των πολιτικών αυτών στις πρώτες φάσεις της ανάκαμψης (1934-36). Ήταν ακόμη  το γεγονός ότι οι αμερικάνοι καπιταλιστές  άλλαξαν γνώμη, μόλις η ανάκαμψη είχε μπει σε μια τροχιά, που είχε ως αποτέλεσμα μια ανανεωμένη πίεση για ισοσκελισμό του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού και, συνακόλουθα, μια νέα ύφεση (1937-38).[44]

 

Στη Γερμανία, η σημαντική επιτυχία των οικονομικών πολιτικών των ναζιστών (παρά τον πολύ μεγαλύτερο βαθμό κρατισμού που ενείχαν, ο οποίος περιελάμβανε άμεση παρέμβαση στις επιχειρησιακές αποφάσεις για  επενδύσεις και τιμές) οφειλόταν στο γεγονός ότι, όπως τονίζει ο Bleaney:

οι ναζιστές έγιναν δεκτοί από τον επιχειρηματικό κόσμο ως απείρως προτιμότεροι από μια επανάσταση και την πεποίθηση  αυτή  δικαίωσαν πάραυτα οι ναζιστές με την κατάργηση των συνδικάτων και όλων των άλλων πολιτικών κομμάτων.[45]

Από την άλλη μεριά, στη Γαλλία, όπου η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου της Αριστεράς επιχείρησε να εφαρμόσει μια δραστική μορφή κρατισμού που ενείχε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις (μείωση των ωρών εργασίας, υποχρεωτικές διακοπές μετ’ αποδοχών κ.τ.λ.) και αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των εργατικών τάξεων, το εγχείρημα κατέληξε σε αποτυχία. Μολονότι η ανεργία μειώθηκε δραστικά, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό, καθώς αυτοί που έλεγχαν την παραγωγή μεταβίβασαν τις αναπόφευκτες από τα κοινωνικά μέτρα αυξήσεις στο κόστος παραγωγής στους καταναλωτές και η κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να επιβάλλει αποτελεσματικούς ελέγχους στις τιμές. Επιπλέον, καμιά σημαντική ανάκαμψη δεν σημειώθηκε στη συνέχεια. Η σοσιαλιστική φύση αρκετών από τις μεταρρυθμίσεις σήμαινε ότι οι πολιτικές του Μετώπου οδήγησαν γρήγορα στις γνωστές τακτικές της φυγής του κεφαλαίου στο εξωτερικό και της «απεργίας επενδύσεων» στο εσωτερικό.

 

Το συμπέρασμα είναι ότι η επιτυχία ή η αποτυχία του προπολεμικού κρατισμού δεν εξαρτιόταν από αυστηρά οικονομικούς παράγοντες (όπως οι φιλελεύθεροι και οι μαρξιστές συνηθίζουν να υποθέτουν), αλλά από πολιτικούς παράγοντες, δηλαδή, από το αν η διεύρυνση του οικονομικού ρόλου του κράτους είχε την υποστήριξη αυτών που είχαν τον έλεγχο της παραγωγής, δηλαδή εάν απέλαβαν αυτού που κατ’ εφημισμό αποκαλείται «επιχειρηματική εμπιστοσύνη», ή όχι.

 

Μολονότι η ναζιστική μορφή κρατισμού και η  επίθεσή που αυτή σηματοδοτούσε ενάντια στην οικονομία της αγοράς επρόκειτο να βρει άδοξο τέλος κάτω από τα ερείπια του Τρίτου Ράιχ, η μορφή κρατισμού που αναπτύχθηκε στη Δύση στάθηκε περισσότερο τυχερή: άνθισε για περίπου 30 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί εδώ ότι υπήρχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ της ναζιστικής και της δυτικής μορφής κρατισμού. Έτσι, ενώ η πρώτη είχε έναν «εθνικιστικό» χαρακτήρα, που οφειλόταν βασικά σε πολιτικο-στρατιωτικούς λόγους, η δεύτερη ήταν πολύ περισσότερο διεθνιστική. Στο ίδιο συμπέρασμα  κατέληξε σχετικά  και ο Polanyi, μολονότι στο πλαίσιο μιας διαφορετικής προβληματικής.[46] Στην πραγματικότητα, το μεταπολεμικό μοντέλο κρατισμού της Δύσης αποτελούσε μια εξέλιξη του προπολεμικού μοντέλου.

 

Τέλος, κατά τη διάρκεια του  πολέμου, ο κρατισμός, όπως θα περίμενε κανείς, έφτασε σε νέα ύψη. Μολονότι η εισαγωγή του κρατικού σχεδιασμού την περίοδο αυτή είχε επιβληθεί  από την πολεμική προσπάθεια, εντούτοις, το γεγονός αυτό είχε ως παρεπόμενη συνέπεια ότι έκανε φανερές τις δυνατότητες που υπήρχαν για έναν συνειδητό κοινωνικό έλεγχο της οικονομίας σε καιρό ειρήνης. Ο οικονομικός σχεδιασμός στη διάρκεια του πολέμου, σε συνδυασμό με τη ριζοσπαστικοποίηση του εκλογικού σώματος στη Δύση (μετά την αποτυχία της οικονομίας της αγοράς στη δεκαετία του 1930 και την ήττα του φασισμού στον πόλεμο) έδωσε νέα ώθηση στον κρατισμό.

 

 

Η σοσιαλδημοκρατική συναίνεση

 

Η Βρετανία, η οποία, από τη Βιομηχανική Επανάσταση και έως σήμερα, έπαιζε πάντοτε το ρόλο του «βαρομέτρου της αγοραιοποίησης», έθεσε τα θεμέλια για το κράτος-πρόνοιας, δηλαδή, τη μορφή κρατισμού που έμελλε να σημαδέψει τη μεταπολεμική ιστορία, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Σημείο εκκίνησης της θεμελίωσης του μεταπολεμικού κράτους-πρόνοιας υπήρξε η Έκθεση Beveridge, ρητός στόχος της οποίας ήταν «η καθιέρωση κοινωνικής ασφάλισης για όλους, από τη κούνια έως το μνήμα».[47] Η έκθεση δημοσιεύτηκε το 1942 και αντιπροσώπευε μια συνειδητή προσπάθεια ελέγχου των παρενεργειών της οικονομίας της αγοράς,  όσον αφορά  την κάλυψη βασικών αναγκών (υγεία, εκπαίδευση, κοινωνική ασφάλιση). Δυο χρόνια μετά, μια κυβέρνηση συνασπισμού, στην οποία κυριαρχούσαν οι Συντηρητικοί, εγκαινίασε αυτό που ονομάστηκε σοσιαλδημοκρατική συναίνεση και δημοσίευσε μια Λευκή Βίβλο για την Πολιτική της Απασχόλησης. Η πολιτική αυτή δέσμευε την κυβέρνηση (μια δέσμευση που τήρησαν οι κυβερνήσεις όλων των κομμάτων μέχρι την εμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού) σε πολιτικές πλήρους απασχόλησης μέσω του ελέγχου της συνολικής ενεργού ζήτησης, δηλαδή μέσω χειραγώγησης της αγοράς. Στην πράξη, αυτό που σήμαινε η δέσμευση αυτή ήταν η από μέρους του κράτους αναγνώριση του γεγονότος ότι η αγορά δεν ήταν ικανή να αυτορυθμιστεί, τουλάχιστον όσον αφορούσε στο επίπεδο της παραγωγής και της απασχόλησης. Κατ’ ανάλογο τρόπο, η «μέγιστη απασχόληση» αναγνωρίστηκε ως ο κύριος στόχος της Αμερικανικής οικονομικής πολιτικής από τον Νόμο για την Απασχόληση που θέσπισαν οι Η.Π.Α. το 1946. Ανάλογες θεσμικές αλλαγές συνέβησαν σ’ ολόκληρο τον προηγμένο καπιταλιστικό κόσμο στα τέλη της δεκαετίας του 1940, έτσι ώστε θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι αυτή η περίοδος σηματοδοτεί την έναρξη της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης, η οποία επρόκειτο να διαρκέσει μέχρι τη δεκαετία του 1970.