Επίλογος  στο  βιβλίοΠαγκοσμιοποίηση, Αριστερά και Περιεκτική Δημοκρατία

 

Για μια «άλλη» παγκοσμιοποίηση

 

Τις μέρες που γράφεται αυτός ο επίλογος ξέσπασε η κρίση που είχε άμεση αφορμή τις «τρομοκρατικές» επιθέσεις στην Ν. Υόρκη και την Ουάσιγκτον, ενώ  αναμενόταν η αντίδραση της υπερεθνικής ελίτ, η οποία είχε συστρατευσει σχεδόν όλες τις επί μέρους ελίτ στον «πόλεμο» που ήταν έτοιμη να εξαπολύσει.

Όταν έγραφα στο τελευταίο κεφάλαιο (πριν τα γεγονότα) ότι «σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο ενός αντι-συστημικού κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης η πάλη όχι μόνο κατά της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς αλλά και κατά τού ανορθολογισμού κάθε είδους» δεν φανταζόμουν βέβαια ότι η δικαίωση της ανάγκης της πάλης κατά του ανορθολογισμού θα ερχόταν τόσο γρήγορα και με τέτοιο διαστρεβλωμένο τρόπο! Ότι δηλαδή οι ίδιοι οι διαχειριστές της παγκοσμιοποίησης θα αναλάμβαναν «σταυροφορία» εναντίον ενός καθεστώτος που κατέξοχήν εκπροσωπεί τον ανορθολογισμό αυτόν. Διότι βέβαια οι διαχειριστές της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς που αποφάσισαν να συντρίψουν ένα εξαθλιωμένο φονταμενταλιστικο καθεστώς δεν είχαν ευγενές κίνητρο... να συμβάλουν στην πάλη κατά του ανορθολογισμού και υπέρ του δυτικού ορθολογισμού, όπως υποκριτικά διακηρύσσουν, άμεσα η έμμεσα,  τα άθλια Πράσινα και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που συμμετέχουν στο νέο μακελειό που οργανώνει η υπερεθνική ελίτ. Το φανερό κίνητρο ήταν να τιμωρήσουν ένα «κράτος-ταραξία» (το οποίο ανέχονταν μέχρι πριν λίγους μήνες) επειδή τόλμησε να «σηκώσει κεφάλι» κατά της υπερεθνικής ελίτ και να μην παραδώσει τον ηγέτη της οργάνωσης που αυτή θεωρούσε υπαίτιο για την εκατόμβη της Αμερικής.

Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι οι ελίτ δεν μιλούν μόνον για την τρομοκρατία οργανώσεων αλλά και για την τρομοκρατία κρατών που υποθάλπουν τρομοκράτες και συνακόλουθα πρέπει επίσης να συντριβούν. Ο στόχος επομένως της νέας σταυροφορίας είναι διττός.

Από τη μια μεριά θέλουν να συντρίψουν την αντίσταση οποιουδήποτε «κράτους-ταραξία» στη Νέα Τάξη με το πρόσχημα ότι υποθάλπει την τρομοκρατία. Και αυτό, όταν οι πρωταγωνιστές της μεγαλύτερης κρατικής τρομοκρατίας στην Ιστορία είναι ακριβώς οι σημερινοί πρωταγωνιστές της σταυροφορίας κατά της «τρομοκρατίας», δηλαδή οι ίδιες οι ΗΠΑ και το σιωνιστικό Ισραήλ.

Από την άλλη όμως μεριά είναι φανερό ότι ο κύριος στόχος της υπερεθνικής ελίτ δεν είναι απλώς οι «τρομοκρατικές» οργανώσεις, μερικές από τις οποίες, όπως για παράδειγμα αυτές που δρουν στη Παλαιστίνη, δεν έχουν και άλλη επιλογή για να διώξουν τις δυνάμεις κατοχής από τη πατρίδα τους, όπως αντίστοιχα δεν είχαν άλλη επιλογή πολλοί άλλοι «τρομοκράτες» στην Ιστορία. Κατά τη γνώμη μου, ο κύριος στόχος είναι τα αντισυστημικα ρεύματα στο κίνημα της αντιπαγκοσμιοποιησης και γενικότερα κάθε ριζοσπαστικό κίνημα που στρέφεται εναντίον της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, σε εθνικό ή υπερεθνικό επίπεδο.

Η εκστρατεία δηλαδή αυτή περιλαμβάνει την καταστολή όχι μόνο κάθε στρατιωτικής οργάνωσης που στρέφεται κατά των τοπικών ή διεθνών ελίτ και θέτει σε κίνδυνο τη Νέα Τάξη (π.χ. τα αντάρτικα κινήματα στη Λατ. Αμερική), αλλά και εκείνων από τα ρεύματα των ακτιβιστών που μετέχουν στο «κίνημα» της αντιπαγκοσμιοποίησης που δεν αρκούνται στα ευχολόγια και τις διαπραγματεύσεις με την υπερεθνική ελίτ, όπως προτείνει η ρεφορμιστική Αριστερά, αλλά προβάλλουν αντισυστημικα αιτήματα. Οι δρακόντειοι περιορισμοί στις ελευθερίες, που είχαν κατακτηθεί μέσα από μακρούς και συνήθως αιματηρούς αγώνες, οι οποίοι ήδη εισάγονται στην ΕΕ και στα κράτη-μέλη (πανευρωπαϊκά εντάλματα, έκδοση καταζητούμενων, ανταλλαγή βάσεων δεδομένων που αφορούν υπόπτους κ.λπ.) στοχεύουν ακριβώς στη κατάπνιξη του «κινήματος» της αντιπαγκοσμιοποιησης εν τη γενέσει του και την μετατροπή του σε ένα ανώδυνο κίνημα, όπως είναι σήμερα το οικολογικό, και γενικότερα στη συντριβή κάθε ριζοσπαστικής αντίθεσης στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

Τα γεγονότα αυτά επομένως είναι διπλά σημαντικά σε σχέση με το στόχο του βιβλίου αυτού. Είναι, πρώτον, σημαντικά διότι  κάνουν φανερή την ανάγκη ανάπτυξης μιας αντί-συστημικης συνειδητοποίησης για το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, –πέρα από τη σύγχυση που δημιουργούν οι οπαδοί της ρεφορμιστικής Αριστεράς–πράγμα που αποτελεί τον κύριο στόχο του ανά χείρας βιβλίου. Και είναι, δεύτερον, σημαντικά διότι δείχνουν πόσο επιτακτικό είναι το κτίσιμο ενός μαζικού λαϊκού κινήματος σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο με στόχο μια νέα παγκόσμια δημοκρατική τάξη, η οποία θα στηρίζεται στην ισοκατανομή εξουσίας μεταξύ των λαών και των πολιτών.

Η χρόνια πολυδιάστατη κρίση που μαστίζει τη σημερινή κοινωνία, που καθιέρωσε η θέσμιση της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», είναι φανερό ότι, με τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και την διογκούμενη αντίδραση εναντίον της, εισήλθε σε μια κρίσιμη φάση όξυνσης που μπορεί να κρίνει την τύχη της ίδιας της «Νέας Τάξης» που τη στηρίζει. 

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης στο παρόν βιβλίο είναι ότι η βαρβαρότητα της ολοκληρωτικής κοινωνίας με «δημοκρατικό» μανδύα που ανατέλλει δεν μπορεί να ανατραπεί με μεταρρυθμίσεις που σκοπεύουν σε μια παγκοσμιοποίηση «με ανθρώπινο πρόσωπο» (φόρος Tobin, άρση των χρεών του Τρίτου Κόσμου κ.λπ.) όπως προτείνει η ρεφορμιστική Αριστερά. Το ιστορικό δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», που σήμερα θα έπρεπε να μεταφραστεί «δημοκρατία ή βαρβαρότητα», είναι περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ.