Ελευθεροτυπία (22 Απριλίου 2011)


Ο μύθος του λογιστικού ελέγχου του Χρέους

 

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει μια καινούρια μαζική εκστρατεία ―ακόμη και με ντοκιμαντέρ στο  ίντερνετ!― της ρεφορμιστικής Αριστεράς (δηλαδή της Αριστεράς που δεν αμφισβητεί το ίδιο το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και της έκφρασης της στον γεωγραφικό μας χώρο, της Ε.Ε.) η οποία βρήκε τον τρόπο διεξόδου απο την βαθια και επιδεινούμενη καθημερινά  οικονομική κρίση της χώρας στον... λογιστικό έλεγχο του Χρέους. Στον μικρό αυτό χώρο θα προσπαθήσω να δείξω γιατί τόσο η διάγνωση των αιτίων της κρίσης πάνω στην οποία στηρίζεται η άποψη αυτή όσο και συνακόλουθα η προτεινόμενη θεραπεία είναι όχι μόνο λανθασμένες αλλά και εντελώς αποπροσανατολιστικές. Επίσης, αντικειμενικά, καταλήγουν στην προετοιμασία των λαϊκών στρωμάτων για την προσεχή αναδιαπραγμάτευση και πιθανή διαγραφή τμήματος του Χρέους ―χωρίς όμως να θέτουν θέμα ακύρωσης των διαρθρωτικών αλλαγών που επιβάλλουν οι ελίτ, η οποία είναι αδύνατη χωρίς την έξοδο απο την ΕΕ!

 

Όσον αφορα την διάγνωση των αιτίων του χρέους, όπως προσπάθησα να δείξω και αλλού[1], τα αίτια του χρέους στις μητροπολιτικές χώρες του κέντρου και κυρίως τις Αγγλοσαξονικές είναι πολύ διαφορετικά απο τα αίτια στις περιφερειακές χώρες. Έτσι, η κρίση στα κέντρα είναι χρηματοπιστωτική και οφείλεται βασικά στην διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς ―η οποία μόνο νεοφιλελεύθερη μπορεί να είναι σε ένα καπιταλιστικό σύστημα― που συνεπάγεται το άνοιγμα και απελευθέρωση των αγορών και συνακόλουθα ένα νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας, καθώς και όλες τις σχετικές παρενέργειες με τη μαζική κερδοσκοπία που ενισχύει η συνεχής συγκέντρωση κεφάλαιου, και οικονομικής δύναμης γενικότερα, στις οικονομικές ελίτ. Αντίθετα, η κρίση στις περιφερειακές χώρες (όπως αυτές μέσα στην ΕΕ π.χ. Ελλάδα, Πορτογαλία κ.λπ.) είναι βασικά διαρθρωτική και ανάγεται τελικά στις σημαντικές αποκλίσεις τους από τα κέντρα (λόγω της χαμηλότερης ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητάς τους), όπως αυτές εκδηλώνονται με τα διογκούμενα ελλείμματα στο Ισοζύγιο Πληρωμών αλλά και τα δημοσιονομικά ελλείμματα, τα οποία εξερράγησαν όταν εντάχθηκαν στην Ευρωζώνη.

 

Έτσι, η οικονομική κρίση της Ελλάδας είναι δομική (ή διαρθρωτική) και χρόνια, και εκφράζεται με τη μεταπολεμική αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής που ολοκληρώθηκε με το άνοιγμα των αγορών της στην παγκόσμια αγορά ―μια διαδικασία την οποία επιτάχυνε η είσοδός της στην ΕΕ στις αρχές της δεκαετίας του 80. Η ουσιαστική αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής, αναπόφευκτα, οδήγησε στη δημιουργία μιας καταναλωτικής κοινωνίας χωρίς παραγωγική βάση και στη συνεχή αύξηση του εξωτερικού χρέους και, συνακόλουθα, του δημόσιου, το οποίο έφτασε στα σημερινά εκρηκτικά επίπεδα. Είναι λοιπόν φανερό ότι κάποια μελλοντική, τυπική ή άτυπη, χρεοκοπία ήταν προαποφασισμένη όταν επιβαλλόταν το Μνημόνιο και ο στόχος των ελίτ από την αρχή ήταν, από τη μια μεριά, να ξεζουμίσουν όσο μπορούσαν περισσότερο τα λαϊκά στρώματα ώστε να ελαχιστοποιήσουν τις ζημιές των κατόχων των ομολόγων, και, από την άλλη, να ολοκληρώσουν τις διαρθρωτικές αλλαγές της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οι οποίες  δεν είναι παρά η υλοποίηση των 4 ελευθεριών του Μάαστριχτ (δηλαδή η απελευθέρωση των αγορών  κεφαλαίου, εργασίας, αγαθών και υπηρεσιών).

 

Στην προβληματική επομένως αυτή, το Χρέος δεν είναι η αιτία της βαθειάς και επιδεινούμενης κρίσης, οπως υποστηρίζουν ανόητες συνωμοσιολογικές θεωρίες τύπου σοκ και δέος (Ναόμι Κλάιν). Ακόμη και αν αύριο μας χάριζαν οι πιστωτές μας ολόκληρο το χρέος θα ήταν θέμα χρόνου, να ξαναβρεθούμε στην ίδια θέση, εφόσον παραμέναμε στην ΕΕ και διατηρούσαμε τις αγορές μας ανοικτές και απελευθερωμένες, όπως αυτή επιβάλλει! Το ζητούμενο είναι η δημιουργία μιας εντελώς διαφορετικής παραγωγικής και καταναλωτικής δομής, η οποία θα επέτρεπε την οικονομική αυτοδυναμία (όχι αυτάρκεια) του ελληνικού λαού, σε ένα πλαίσιο οικονομικής δημοκρατίας όπου ο ίδιος ο λαός, και όχι οι ντόπιες και ξένες ελίτ, ελέγχουν τα  μέσα παραγωγής και την οικονομική διαδικασία. Αυτό θα δημιουργούσε τις συνθήκες για την μόνιμη οικονομική απεξάρτηση, σε πρώτο στάδιο ξεκινώντας απο την ίδια τη χώρα, με την μονομερή έξοδο απο την ΕΕ και τον εξαναγκασμό των ντόπιων και ξένων ελίτ να πληρώσουν αυτές το χρέος, εφόσον άλλωστε αυτές το δημιούργησαν και όχι βεβαια τα λαϊκά στρώματα τα οποία κανένας δεν τα ρώτησε ποτέ. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρο το χρέος είναι μη νομιμοποιημένο και όχι, όπως υποστηρίζουν οι υποστηρικτές του λογιστικού ελέγχου, κάποιο μέρος αυτού που, αν το βρει κάποια επιτροπή μετά από κάμποσα χρόνια, θα μπορούσαμε να το κηρύξουμε παράνομο ή απεχθές και κατόπιν να ζητήσουμε από τις ντόπιες και ξένες ελίτ να το διαγράψουν!

 

Όλα αυτά δεν σημαίνουν την Αλβανοποίηση της Ελληνικής οικονομίας, όπως υποστηρίζουν οι κομισάριοι τη συστήματος, αλλά, αντίθετα, την αποφυγή της Λατιναμερικανοποιησης της, μέσα από ένα νέο διεθνισμό, ο οποίος υιοθετεί μεν τις βασικές αρχές του παραδοσιακού διεθνισμού της Αριστεράς, αλλά και τον υπερβαίνει διότι θεμελιώνεται στις αυτοδύναμες οικονομικές δημοκρατίες των λαών.

 

 


[1] Βλ. Τ. Φωτόπουλος, Η Λατινοαμερικανοποίηση του ευρωπαϊκού Νότου, Περιεκτική Δημοκρατία, τ. 22  (μετάφραση από τα Ισπανικά όπου πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της CNT αρ. 368 (Ιούνιος 2010).