(Ελευθεροτυπία, 2007/03/31) 

Οι μύθοι των ελίτ για την Ε.Ε. και η ρεφορμιστική Αριστερά

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 


 

Αυτές τις μέρες οι Ευρωπαϊκές ελίτ συνεόρτασαν το ιωβηλαίο από την ίδρυση της ΕΟΚ/Ε.Ε., προσπαθώντας με μια σειρά μύθων να πείσουν τους υπηκόους τους για το πόσο καλύτερα πρέπει να νιώθουν μέσα στους κόλπους της. Και αυτό παρά:

 

  • τους επανειλημμένους λαϊκούς κόλαφους κατά του Ευρωσυνταγματος τους, το οποίο οι ελίτ αποφάσισαν προχτές στο Βερολίνο να επαναφέρουν δημοκρατικότατα «από την πίσω πόρτα», με κάποιες διακοσμητικές τροποποιήσεις
  • την διογκούμενη αγανάκτηση σε ολόκληρη την Ευρωζωνη από την διευρυνόμενη ανισότητα που έφερε η ακρίβεια του Ευρώ, σε συνδυασμό με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές (τις οποίες θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο ο νέος Γερμανο-Γαλλικος-Βρετανικος άξονας ο οποίος παγιώνεται με τις Γαλλικές εκλογές) που έχουν οδηγήσει σε μαζική ανεργία και υποαπασχόληση
  • την έκρηξη της οργής, ιδιαίτερα των νέων στη Γαλλία χθες και στην Ελλάδα σήμερα, αλλά και πλατιών λαϊκών στρωμάτων, για την ιδιωτικοποίηση της παιδείας, της ασφάλισης, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας και τη γενικότερη αποδιάρθρωση του κράτους-πρόνοιας
  • το περίσσευμα αγανάκτησης για την περιφρόνηση της λαϊκής βούλησης σε σχέση με τη συνεργία της Ευρωπαϊκής ελίτ, ως τμήματος της υπερεθνικής ελίτ, στις επιθέσεις κατά της Γιουγκοσλαβίας, του Αφγανιστάν και του Ιράκ
  • το γεγονός οτι, ιδιαίτερα για τον Ελληνικό λαό, η ένταξη στην ΕΟΚ/Ε.Ε. σήμαινε την πλήρη αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής της χώρας, με συνέπεια τον υπερδιπλασιασμό της ανεργίας και την έκρηξη του ελλείμματος στο εμπορικό ισοζύγιο.
     

Ο κυριότερος μύθος όμως των ελίτ[1] που επαναλαμβάνει και η ρεφορμιστική Αριστερά[2] είναι ότι η ίδρυση της ΕΟΚ/Ε.Ε. οδήγησε στο τέλος των Ευρωπαϊκών πόλεμων και μια ειρήνη που ήδη έχει κρατήσει 60 χρόνια. Το γεγονός όμως που “ξεχνούν” οι ελίτ και η ρεφορμιστική Αριστερά είναι ότι η ειρήνη μεταξύ των αναπτυγμένων οικονομιών της αγοράς είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την παγκοσμιοποίηση, εφόσον δεν νοούνται βέβαια ανοικτές αγορές μεταξύ εμπολέμων. Γι αυτό και η πρώτη απόπειρα για τη δημιουργία μιας αυτορυθμιζόμενης διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς τον 19ο αιώνα οδήγησε σε πολύ μεγαλύτερη περίοδο ειρήνης, τη γνωστή «100χρονη ειρήνη» (1815-1914).[3] Φυσικά, στη διάρκεια αυτής της “ειρήνης” δεν είχαν σταματήσει, ακριβώς όπως και σήμερα, όχι μόνο οι κοινωνικες εξεγέρσεις, αλλά ούτε καν οι πόλεμοι μεταξύ των αναπτυγμένων οικονομιών της αγοράς και των χωρών του Νότου.

 

Τόσο η «ειρήνη» πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, όσο και η σημερινή βασιζόταν σε ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό: την διπλή ελευθερία εμπορίου και κεφαλαίου, τότε με ιδεολογική κάλυψη τον φιλελευθερισμό, σήμερα τον νεοφιλελευθερισμό. Μεταξύ όμως της πρώτης απόπειρας διεθνοποίησης και της σημερινής υπήρχε μια κρίσιμη διαφορά, η οποία εξηγεί την τελική κατάρρευση της πρώτης: το γεγονός ότι τότε δεν έγινε τελικά δυνατή η καθολίκευση των ανοιχτών και ελαστικών αγορών για τα εμπορεύματα και το κεφάλαιο. Και αυτό, διότι η καθολίκευση αυτή δεν ήταν εφικτή σε μια περίοδο στην οποία μεγάλες αποικιακές δυνάμεις όπως η Αγγλία και η Γαλλία, ασκούσαν σχεδόν μονοπωλιακό έλεγχο πάνω σε σημαντικά τμήματα της υφηλίου, εις βάρος αναδυόμενων μη-αποικιακών δυνάμεων (όπως οι ΗΠΑ), ή μικρότερων αποικιακών δυνάμεων (όπως η Γερμανία)[4]. Η αποτυχία επομένως αυτής της πρώτης απόπειρας παγκοσμιοποίησης ήταν αναπόφευκτη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν οι οικονομικές ελίτ ήταν τότε καθαρά εθνικές, σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση όπου έχει αναδυθεί μια υπερεθνική οικονομική ελίτ,[5] με κοινό συμφέρον την ανάπτυξη μιας βασικά αυτορυθμιζόμενης διεθνούς αγοράς.

 

Η διαδικασία επομένως που οδήγησε στη σημερινή παγκοσμιοποίηση ελάχιστη είχε σχέση με την ίδρυση της ΕΟΚ, η οποία ήταν βασικά μια αμυντική προσπάθεια επιβίωσης του Ευρωπαϊκού κεφαλαίου μέσα στη μεταπολεμική Αμερικανική οικονομική ηγεμονία (τα περί πολιτικής ένωσης,

“Ευρώπης των λαών” κ.λπ. αποτελούσαν το ιδεολογικό περιτύλιγμα της προσπάθειας αυτής). Τα θεμέλια της σημερινής παγκοσμιοποίησης είχαν τεθεί σχεδόν 10 χρόνια πριν, όταν η Αμερικανική ηγεμονία καθιέρωνε ένα νέο σύστημα διεθνών οικονομικών σχέσεων που, μέσω των νέων θεσμών που καθιέρωσε (ΔΝΤ, Διεθνής Τράπεζα και κυρίως ΓΚΑΤ—τον σημερινό ΠΟΕ), είχε άμεσο η έμμεσο στόχο το συνεχές άνοιγμα και απελευθέρωση των αγορών. Πράγμα που αποτελούσε την αναγκαία και ικανή συνθήκη για την μετέπειτα ανάπτυξη των πολυεθνικών, οι οποίες σήμερα ελέγχουν την παγκόσμια παραγωγή και εμπόριο. Όλα αυτά βέβαια δεν έγιναν διότι το Αμερικανικό κεφάλαιο εκοπτετο για την …ειρήνη αλλά διότι είχε πλήρη επίγνωση ότι, χάρη στην ανώτερη παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα του, δεν χρειαζόταν το παλιό αποικιακό σύστημα για την κατάκτηση νέων αγορών, αφού αρκούσαν γι αυτό οι ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές σε συνδυασμό με την αντιπροσωπευτική “δημοκρατία” (εξ ου και ο αντιαποικιακος —και δήθεν ελεύθερος— χαρακτήρας της Αμερικανικής ηγεμονίας).

 

Το φυσικό εμπόδιο σε αυτή την οικονομική ολοκλήρωση ήταν βέβαια το Σοβιετικό μπλοκ, για την κατάρρευση του οποίου πάλι χρησιμοποιήθηκαν κυρίως οικονομικοί μηχανισμοί, ενώ οι ΗΠΑ απο την αρχή θεώρησαν την ΕΟΚ ως χρήσιμο εργαλείο στον Ψυχρό Πόλεμο και την κατάπνιξη των ριζοσπαστικών κινημάτων.[6] Τα υπόλοιπα (κατάρρευση της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας, σύμπλευση σοσιαλφιλελευθερων με νεοφιλελεύθερους κλπ) ήταν αναπόφευκτες συνέπειες αυτών των εξελίξεων, καθώς και παράλληλων τεχνολογικών και γενικότερων κοινωνικών εξελίξεων που οδήγησαν σε ριζικές ταξικές αναδιαρθρώσεις στια αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Στη σημερινή επομένως διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, όπου τα συμφέροντα των οικονομικών και πολιτικών ελίτ που απαρτίζουν την υπερεθνική ελίτ είναι αλληλένδετα, αποτελεί ανόητο ιδεολόγημα το επιχείρημα της ρεφορμιστικής Αριστεράς ότι θα μπορούσε η «Ευρώπη» να επιστρέψει στη  περίοδο της σοσιαλδημοκρατίας και της κοινωνικής αγοράς, η οποία παρήλθε ανεπιστρεπτί.

 

Οπως, αντίστοιχα, αποτελεί κατάντημα της αριστερής ιντελιγκέντσιας[7] ότι την μόνη βασική αντίφαση που είδε στο σημερινό πανηγύρι των ελίτ για την Ε.Ε. ήταν η μη επιβολή εμπάργκο κατά του Σουδάν για το Νταρφουρ, όπως ακριβώς ζητούν και οι... απελευθερωτές των λαών Μπους και Μπλερ. Συνακόλουθα, δεν θεώρησε αντιφατική με τον «ειρηνικό» ρόλο της Ε.Ε. την κατοχή (και απο δυνάμεις της) του Αφγανιστάν και του Ιράκ. Και, φυσικά, δεν βρήκε λέξη για την ανάγκη επιβολής παρομοίου εμπάργκο κατά του Σιωνιστικού Ισραήλ που συνεχίζει ανενόχλητο τον πολυετή φυσικό και οικονομικό στραγγαλισμό του Παλαιστινιακού λαού επειδή δεν υποτάσσεται στη βούληση της υπερεθνικής ελίτ και των Σιωνιστών και εξακολουθεί να αναφέρει την απαγορευμένη σήμερα (ακόμη και σε περίοδο κατοχής!) λέξη «αντίσταση»...


 

[1] Διακήρυξη του Βερολίνου, 25/3/2007

[2] Μνημόνιο Λαφονταιν-Γκύζη (που υιοθετεί και ο ΣΥΝ) 29/11/06

[3] Karl Polanyi, The Great Transformation, κεφ 1

[4] Τ. Φωτόπουλος, Η Πολυδιάστατη Κρίση και η Περιεκτική Δημοκρατία (Γορδιος,2005), κεφ 2

[5] στο ίδιο, κεφ.3

[6] Bernard Cassen,   Le Monde diplomatique, Ιαν. 2003

[7] βλ. ανοικτή επιστολή στους ηγέτες Ε.Ε. των Ουμπέρτο Εκο, Ντάριο Φο, Γκίντερ Γκρας, Γιούργκεν Χάμπερμας, Χάρολντ Πίντερ, Βάτσλαβ Χάβελ κ.α