Είναι νεκρή η Αριστερά;

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Ελευθεροτυπία, 2004/12/11) 

 


Πριν από λίγο καιρό, γνωστό στέλεχος του παλιού θεωρητικού περιοδικού
Marxism Today (Martin Jacques, «Γκάρντιαν», 20/11/04) ξεκινούσε το άρθρο του με τον παραπάνω τίτλο, αλλά χωρίς το ερωτηματικό. Και πράγματι, σήμερα, ελάχιστοι αμφισβητούν ότι είναι πολιτικά νεκρή η παραδοσιακή, και ιδιαίτερα η κυρίαρχη μέσα σε αυτήν ρεφορμιστική Αριστερά, δηλαδή αυτή που δεν αμφισβητεί άμεσα το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς στη σημερινή διεθνοποιημένη μορφή και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», ούτε προτείνει μια στρατηγική για την ανατροπή του συστήματος αυτού, αλλά βασικά διεκδικεί κάποιες μεταρρυθμίσεις, με στόχο το «βάθεμα» της δημοκρατίας και περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη.


Μολονότι το τέλος αυτής της «Αριστεράς» φαίνεται ότι δεν έχει ακόμη συνειδητοποιηθεί στην Ελλάδα, όπου τα ΜΜΕ την προβάλλουν σχεδόν αποκλειστικά, τα σημάδια ήδη γίνονται φανερά και εδώ. Ενδεικτικά είναι τα φθίνοντα εκλογικά ποσοστά της ρεφορμιστικής Αριστεράς, η οποία άλλωστε είναι πια τόσο δυσδιάκριτη από την Κεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ) -πλήρες μέλος της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης ήδη από τις αρχές της περασμένης δεκαετίας- ώστε δεν διστάζει τώρα να διεκδικεί ακόμη και τον τίτλο του Προέδρου της Δημοκρατίας για να επικυρώνει και τυπικά τις αποφάσεις της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης!


Το παράδοξο, όμως, είναι ότι οι λόγοι οι οποίοι έφεραν στο κατώφλι του θανάτου την παραδοσιακή Αριστερά είναι οι ίδιοι που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία μιας νέας αντισυστημικής Αριστεράς, η οποία θα ενσωμάτωνε αλλά και θα υπερέβαινε τη σημερινή αντισυστημική Αριστερά, σε μια νέα σύνθεση της σοσιαλιστικής και της αυτόνομης-δημοκρατικής παράδοσης, με τα ριζοσπαστικά ρεύματα στα νέα κοινωνικά κινήματα. Οι λόγοι αυτοί αναφέρονται τόσο στις αντικειμενικές όσο και στις υποκειμενικές συνθήκες. Ετσι, είναι γνωστόν και αποδεκτό από σχεδόν όλους -εκτός βέβαια από τους ιδεολόγους του συστήματος- ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, η οποία πράγματι αποτελεί μονόδρομο στο θεσμικό πλαίσιο των ανοικτών και ελευθέρων αγορών της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, έχει οδηγήσει σε μια πολυδιάστατη κρίση. Οικονομική, όπως δείχνει η πελώρια και συνεχώς διογκούμενη παγκόσμια διεύρυνση της ανισότητας. Οικολογική, όπως δείχνει η συνεχής χειροτέρευση των πλανητικών κλιματικών συνθηκών, αλλά και της γενικότερης ποιότητας ζωής λόγω της μόλυνσης των φυσικών πηγών, της τροφικής αλυσίδας κ.λπ. Πολιτική, όπως δείχνει το επίπεδο ανυποληψίας στο οποίο έχουν φθάσει οι πολιτικοί θεσμοί στο διεθνές επίπεδο (ΟΗΕ, διεθνές δίκαιο κ.λπ.) και οι θεσμοί της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» στο εσωτερικό (κόμματα, επαγγελματίες πολιτικοί κ.λπ.). Κοινωνική, όπως δείχνει η μαζική εξάπλωση της εγκληματικότητας και των ναρκωτικών.


Παράλληλα, οι ίδιοι λόγοι έχουν οδηγήσει στη βαθμιαία δραστική συρρίκνωση του παραδοσιακού επαναστατικού υποκειμένου, της εργατικής τάξης, τόσο «αντικειμενικά» (αριθμητική συρρίκνωση) όσο και «υποκειμενικά» (καθίζηση ταξικής συνείδησης και ταξικών αγώνων). Μολονότι πολλοί στην παραδοσιακή Αριστερά εξακολουθούν να ερμηνεύουν την πραγματικότητα με εργαλεία του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα, η θεμελιώδης αυτή εξέλιξη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην κατάρρευση της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας. Αντίστοιχο καταλυτικό ρόλο, σε σχέση με τις υποκειμενικές συνθήκες, έπαιξε η πτώση του σοβιετικού συστήματος εφόσον, μαζί του, κατέρρευσε και η όλη πίστη των λαϊκών στρωμάτων για τη δυνατότητα συστημικής αλλαγής.


Και δεν αναφέρομαι βέβαια στους τ. Μαρξιστές διανοούμενους, πολλοί από τους οποίους μεταπήδησαν οπορτουνιστικά στη ρεφορμιστική Αριστερά, ούτε στους αντίστοιχους Ευρωπαίους Πράσινους (και τα εδώ παρακλάδια τους) που έγιναν σήμερα τα δεκανίκια του συστήματος. Αναφέρομαι στη μαζική λαϊκή απογοήτευση που συνόδευσε το γεγονός αυτό, που τελικά -αντίθετα με τις προβλέψεις αναλυτών όπως ο Τσόμσκι, που καλωσόρισε την κατάρρευση του σοβιετικού σοσιαλισμού διότι δήθεν άνοιγε τον δρόμο για έναν πραγματικό σοσιαλισμό- οδήγησε στην απάθεια, την ιδιώτευση και τον κυνισμό, όπως ακριβώς επιδίωκε η υπερεθνική ελίτ που τη σχεδίασε (βλ. τον αποκαλυπτικό
Mark Almond, «Γκάρντιαν», 7/12/04).


Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι από την ιστορική σύγκρουση μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού, η οποία σημάδεψε ολόκληρη τη νεωτερικότητα από την άνοδο της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς και του πολιτικού της συμπληρώματος στην αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» τους τελευταίους δύο αιώνες, νικητής αναδείχθηκε ο φιλελευθερισμός, που σήμερα είναι, πολιτικά, οικονομικά αλλά και ιδεολογικά κυρίαρχος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι φθάσαμε στο «τέλος της Ιστορίας», όπως ονειρεύονται οι ιδεολόγοι του συστήματος τύπου Φουκουγιάμα, εφόσον το αντίθετο ακριβώς φανερώνει όχι μόνον η συνεχώς επιδεινούμενη πολυδιάστατη κρίση που ανέφερα, αλλά και οι αναδυόμενες τάσεις για νέες μορφές αγώνα που υπερβαίνουν τις παραδοσιακές (απεργίες, διαδηλώσεις κ.λπ.), οι οποίες σήμερα έχουν πάρει παντού βασικά αμυντικό χαρακτήρα προστασίας των κεκτημένων από την επέλαση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αναφέρομαι στις τάσεις που αποβλέπουν στη δημιουργία νέων θεσμών, οι οποίοι προεικονίζουν τους μελλοντικούς, που ήδη εγκαθίστανται σε πολλά μέρη του πλανήτη «από κάτω» -καμιά σχέση με τους θεσμούς της ψευτο-συμμετοχικής «δημοκρατίας» που εισάγουν οι επαγγελματίες πολιτικοί για να αντιμετωπίσουν την πολιτική κρίση.


Οι τάσεις όμως αυτές, μολονότι σύμπτωμα των νέων συνθηκών, δεν θα καταφέρουν ποτέ να ξεπεράσουν το επίπεδο των τάσεων, όσο δεν εντάσσονται σε ένα νέο προγραμματικό αντισυστημικό κίνημα, το οποίο θα διαθέτει το δικό του πολιτικό πρόταγμα, που θα τις εκφράζει, πέρα από τα αυθαίρετα οράματα-«μοντέλα» κάποιων διανοούμενων. Δηλαδή, που θα διαθέτει τη δική του ανάλυση της σημερινής πραγματικότητας, τις δικές του προτάσεις για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο, που θα ανατρέπει την ουσία του σημερινού συστήματος -την ανισοκατανομή δύναμης σε όλους τους κοινωνικούς τομείς, που αποτελεί και την απώτερη αιτία της πολυδιάστατης κρίσης- καθώς και τις δικές του προτάσεις για τη μετάβαση σε μια τέτοια κοινωνία, που θα μπορούσε να ήταν και ειρηνική, αν δεν δεχόταν την αναπόφευκτη επίθεση των ελίτ και των συνοδοιπόρων προνομιούχων στρωμάτων.


Από την έκβαση αυτής της προσπάθειας θα εξαρτηθεί αν η επιβληθείσα σήμερα Νέα Διεθνής Τάξη θα εγκαινιάσει ένα νέο μακρόχρονο, ακόμα πιο βάρβαρο από τον προηγούμενο, Μεσαίωνα, όπου οι ελίτ θα ελέγχουν τους πληθυσμούς με τον μπαμπούλα της «τρομοκρατίας», την οποία οι ίδιες δημιούργησαν και θα διαχειρίζονται τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση σε συνεργασία με την παραδοσιακή Αριστερά που θα παίζει τον ρόλο της «αντιπολίτευσης». Ή, εάν, αντίθετα, μια νέα αντισυστημική Αριστερά θα ξεπηδήσει από τις νέες συνθήκες, που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την υπέρβαση της πολυδιάστατης κρίσης και τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας.