(Ελευθεροτυπία, 21 Απριλίου 2001)


Η νέα τρισυπόστατη υπερεθνική ελίτ

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ενώ η «παλαιολιθική» Αριστερά στο εξωτερικό (Μπουρντιέ, Τσόμσκι, Βαλλερστάιν, Αμίν κ.λπ.) και τ’ αντίγραφα της εδώ παπαγαλίζουν τη θεωρία ότι η παγκοσμιοποίηση είναι απλώς ένα ιδεολόγημα, ή ένας μύθος, εάν όχι μια Αμερικανική συνωμοσία για την επιβολή της Αμερικανικής ηγεμονίας παγκόσμια, σήμερα, η θεωρητική και τεκμηριωμένη έρευνα για τον πραγματικό χαρακτήρα της παγκοσμιοποίησης έχει προχωρήσει σημαντικά. Έτσι, μολονότι δεν αμφισβητείται πως η οικονομική παγκοσμιοποίηση αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της δυναμικής της οικονομίας της αγοράς που εγκαθιδρύθηκε δυο περίπου αιώνες πριν, εντούτοις, θεωρείται ένα νέο φαινόμενο που έχει ελάχιστη σχέση με την πρώτη απόπειρα για διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς τον περασμένο αιώνα, η οποία στηριζόταν στα κράτη-έθνη και όχι στις πολυεθνικές όπως σήμερα.[1]

Το βασικό θέμα που προκαλεί διάσταση απόψεων μέσα στην Αριστερά σήμερα  είναι εάν η παγκοσμιοποίηση και οι συνακόλουθες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόζονται σε όλο τον κόσμο, από «δεξιές» όσο και «αριστερές», κυβερνήσεις είναι αντιστρέψιμη ή όχι. Έτσι, η ρεφορμιστική πτέρυγα της Αριστεράς πιστεύει ότι είναι εφικτό κάποιο είδος διεθνούς ελέγχου των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης, ενώ αντίθετα η ριζοσπαστική πλευρά της υποστηρίζει ότι ο ίδιος ο «συστημικός» χαρακτήρας της παγκοσμιοποίησης κάνει ουτοπικές οποιεσδήποτε απόπειρες να ελεγχθούν αποτελεσματικά, μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς, οι συνέπειες της παγκοσμιοποίησης στην ανθρώπινη εργασία και το περιβάλλον.[2]   

Ένα βασικό στοιχείο που τεκμηριώνει την αντίληψη ότι η παγκοσμιοποίηση αποτελεί νέο «συστημικό» φαινόμενο είναι η βαθμιαία συρρίκνωση της «εθνικής κυριαρχίας» στο οικονομικό επίπεδο, την οποία αναπόφευκτα επιφέρει το άνοιγμα των αγορών κεφαλαίου και εμπορευμάτων που θεσμοποιούν οι διεθνείς οργανισμοί (ΠΟΕ, ΔΝΤ, ΔΤ κ.λπ.) καθώς και σειρά διεθνών συνθηκών. Εκείνο όμως που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι ήδη έχει δημιουργηθεί μια νέα υπερεθνική ελίτ που διεκπεραιώνει τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές για την ολοκλήρωση της παγκοσμιοποίησης. Για παράδειγμα, είναι ελάχιστα γνωστό ότι όλες οι βασικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζονται σήμερα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν σχεδιαστεί από μια ελίτ που ελέγχει την Ευρωπαϊκή οικονομία της αγοράς  (European Round Table of Industrialists ERT) η οποία αποτελεί μια συμμαχία των διευθυντικών στελεχών στις μεγαλύτερες Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις με αποστολή τον σχεδιασμό των πολιτικών της Ε.Ε.[3] Έτσι, η Πράξη Ενιαίας Αγοράς του 1985 σχεδιάστηκε όχι από την ΕΕ αλλά από τον Wisse Dekker, τον πρόεδρο της Philips και μετέπειτα πρόεδρο της ERT. Παρόμοια, το πλάνο για τη διεύρυνση της Ε.Ε., που ενέκρινε η διάσκεψη κορυφής τον Δεκέμβρη του 1999 στο Ελσίνκι και υποχρέωνε τα νέα μέλη ν’ απορυθμίσουν τις αγορές τους, να ιδιωτικοποιήσουν τις οικονομίες τους και να επενδύσουν μαζικά στην υποδομή για να διευκολύνεται η διακίνηση εμπορευμάτων (πολιτικές που υποχρεώθηκε να εφαρμόζει και η Ελλάδα μετά την ένταξη της στην ΕΕ) σχεδιάστηκε από τον Percy Barnevik, επικεφαλής της Σουηδικής επενδυτικής εταιρείας AB και πρόεδρο μιας ομάδας εργασίας του ERT. Η ίδια αυτή Ευρωπαϊκή ελίτ, σε συνεργασία με μια αντίστοιχη Βορειο-Αμερικανική (Transatlantic Economic Partnership), ήδη από το 1995 σχεδιάζει μια ενιαία αγορά που θα συνενώσει την διευρυμένη Ευρωπαϊκή αγορά με μια διευρυμένη Αμερικανική (θέμα που συζητείται σήμερα στο Κεμπέκ) με στόχο την «ελεύθερη ανταλλαγή» αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ των δυο ηπείρων. Ο στόχος είναι φανερός: η δημιουργία μιας ενιαίας παγκόσμιας απορυθμισμένης αγοράς ελεγχόμενης από τις πολυεθνικές όπου κάθε ουσιαστικός έλεγχος των αγορών για να προστατεύεται η εργασία και το περιβάλλον θα είναι αδύνατος ―το σχέδιο συμφωνίας που συζητείται αυτόν τον καιρό στον ΠΟΕ για την επέκταση του ελευθέρου εμπορίου στις υπηρεσίες (GATS) είναι ένα ακόμη βήμα στη κατεύθυνση αυτή).[4]

Φυσικά, ο σχηματισμός αυτής της νέας υπερεθνικής ελίτ δεν σημαίνει ότι η αιτία της παγκοσμιοποίησης είναι η πολιτική που εφαρμόζει η ελίτ αυτή, όπως υποστηρίζει η ρεφορμιστική Αριστερά για να βγάλει το «βολικό» συμπέρασμα ότι η αντιστροφή της παγκοσμιοποίησης είναι απλώς θέμα να υποχρεωθεί η νέα ελίτ, με πίεση «από τα κάτω», να αλλάξει πολιτική. Αντίθετα, ήταν η δυναμική της οικονομίας της αγοράς η οποία οδήγησε στις πολυεθνικές και τη δημιουργία της υπερεθνικής ελίτ, η οποία σήμερα θεσμοποιεί την παγκοσμιοποίηση, ακριβώς όπως ήταν η δυναμική της δημιουργίας εθνικών αγορών πριν δυο αιώνες η οποία, σε συνδυασμό με την Βιομηχανική Επανάσταση, οδήγησε στη δημιουργία των εθνικών οικονομικών ελίτ και το σύστημα της οικονομίας της αγοράς.[5]

Όλα αυτά  δεν σημαίνουν βέβαια ότι η υπερεθνική ελίτ (ή τουλάχιστον τα περισσότερο «φωτισμένα» τμήματα της) θα έβλεπε εχθρικά μια «παγκοσμιοποίηση με ανθρώπινο πρόσωπο», όπως αυτή που στοχεύουν τα ρεφορμιστικά ρεύματα μέσα στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης. Δηλαδή, μια παγκοσμιοποίηση που θα επιδίωκε να μειώσει σε κάποιο βαθμό (σχετικά ασήμαντο για τα προνομιούχα στρώματα) τη σημερινή συγκέντρωση εισοδήματος και πλούτου, καθώς και τη περιβαλλοντική καταστροφή. Με μια όμως βασική προϋπόθεση: ότι δεν θα θίγεται η ίδια η  ουσία της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή οι ανοικτές και απορυθμισμένες αγορές.

Ποια είναι όμως αυτή η νέα ελίτ; Κατά τη γνώμη μου, στις συνιστώσες της υπερεθνικής ελίτ ανήκουν οι εξής επί μέρους ελίτ:

  • Οι υπερεθνικές οικονομικές ελίτ, δηλαδή τα διευθυντικά στελέχη των πολυεθνικών και των θυγατρικών τους, που αποτελούν βασικό στοιχείο της άρχουσας ελίτ σε κάθε οικονομία της αγοράς

  • Οι υπερεθνικές πολιτικές ελίτ που αποτελούνται από τα ανώτερα κρατικά στελέχη και τους «πρωτοκλασάτους» πολιτικούς που στελεχώνουν τους μείζονες διεθνείς οργανισμούς ή τους κρατικούς μηχανισμούς  στις κυριότερες οικονομίες της αγοράς και τέλος

  • Οι υπερεθνικές επαγγελματικές-τεχνοκρατικές ελίτ που στελεχώνουν τα διάφορα διεθνή ιδρύματα, think tanks, τμήματα ερευνών των διεθνών πανεπιστήμιων, τα διεθνή Μ.Μ.Ε. κ.λπ.

Η περιγραφή αυτή της υπερεθνικής ελίτ κάνει φανερό ότι δεν αποτελεί «τάξη» με την παραδοσιακή έννοια της σχέσης με τα μέσα παραγωγής, πράγμα που αναγκάζει αυτούς που επιθυμούν να την καλουπώσουν στη Μαρξιστική ορολογία[6] να διευρύνουν τον όρο «κεφάλαιο» (ακολουθώντας τον Μπουρντιε) κατά τρόπο που να περιλαμβάνει κάθε μορφή δύναμης στη σημερινή κοινωνία, έστω και αν οι θεωρητικοί αυτοί ακροβατισμοί έχουν ελάχιστη σχέση με τη Μαρξιστική ανάλυση και ταξινομία. Θα μπορούσαμε λοιπόν να ορίσουμε αυτή την νέα ελίτ ως αποτελούμενη από τις διάφορες ελίτ που λειτουργούν σε υπερεθνικό επίπεδο και επομένως δεν εκφράζουν αποκλειστικά, ή ακόμη και πρωταρχικά, τα συμφέροντα συγκεκριμένου κράτους-έθνους, και των οποίων η δύναμη δεν συνδέεται αποκλειστικά με την ιδιοκτησία και τον έλεγχο των μέσων παραγωγής. Τα μέλη της αποτελούν μια ελίτ, διότι κατέχουν κυρίαρχη θέση μέσα στη κοινωνία εξαιτίας της οικονομικής, πολιτικής ή γενικότερα κοινωνικής δύναμης που κατέχουν. Και αποτελούν μια υπερεθνική ελίτ, διότι έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η προνομιούχα θέση τους στη κοινωνία εξαρτάται από την αναπαραγωγή της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και του συμπληρώματος της, της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», εφόσον βλέπουν τα συμφέροντα τους να συναρτώνται περισσότερο με τις διεθνείς παρά με συγκεκριμένες εθνικές αγορές. Αυτό βέβαια δεν τις εμποδίζει να χρησιμοποιούν τη δύναμη συγκεκριμένων εθνικών κρατών, δηλαδή αυτών που ασκούν σημαντικό έλεγχο πάνω στο σημερινό πολιτικό και οικονομικό σύστημα, για την πραγματοποίηση των σκοπών τους.


 


 

[1] Βλ. π.χ. T. Fotopoulos, Globalisation, the reformist Left and the Anti-Globalisation ‘Movement’” (υπό δημοσίευση στο Democracy & Nature Ιούλης 2001) και, από Μαρξιστική σκοπιά, Leslie Sklair, The Transnational Capitalist Class, (Oxford: Blackwell, 2001).

[2] Βλ. σχετική αρθογραφία στη παραπάνω ιστοσελίδα και στο περιοδικό, Περιεκτική Δημοκρατία τ. 1 (Εκδ. Ελεύθερος Τύπος).

[3] George Monbiot, Still bent on world conquest”, The Guardian (16/12/1999).

[4] Gregory Palast “Necessity test is mother of Gats intervention”, The Observer (15/4/2001).

[5] T. Fotopoulos, “The Myth of Postmodernity”, Democracy & Nature (Μάρτης 2001).

[6] Leslie Sklair, ο.π.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Pierre Bourdieu, Noam Chomsky, Immanuel Wallerstein, Samir Amin