Ο «πόλεμος» και η «Αριστερά»

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Η εγκληματική υπερεθνική ελίτ που υποτίθεται μάχεται κατά της ‘τρομοκρατίας’ συνεχίζει τη δοκιμασμένη τακτική της  κατατρομοκράτησης των λαών που τυχαίνει να έχουν ελίτ τις οποίες, για διάφορους λόγους, έχει προδιαγράψει. Έτσι, χρησιμοποιώντας την κτηνώδη, αλλά και θρασύδειλη, βία που στηρίζεται μόνο στην τεχνολογική υπεροχή της, έχει ήδη δολοφονήσει χιλιάδες αμάχους στον τελευταίο ‘πόλεμο’ της, μέσα στα νοσοκομεία, λεωφορεία και τις πλινθόκτιστες καλύβες  ενός από τους πιο φτωχούς λαούς της γης, δήθεν από ‘λάθη’, που επαναλαμβάνονται όμως με την ίδια ακριβώς μορφή και συνέπειες σε όλους τους πολέμους της (Ιράκ, Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν). Το γεγονός όμως ότι πρόκειται για στρατηγική και όχι για λάθη προκύπτει εύκολα από δηλώσεις που ξεφεύγουν από την γιγαντιαία  παραπληροφόρηση της κοινής γνώμης στην οποία επιδίδεται η υπερεθνική ελίτ και τα ελεγχόμενα από αυτήν μίντια. Όπως, για  παράδειγμα, συνέβη προ ημερών όταν ο ναύαρχος  Boyce, αρχηγός του Βρετανικού επιτελείου, σε συνέντευξη του δήλωσε ανερυθρίαστα για τις αεροπορικές επιδρομές ότι ‘το στραμπούλισμα θα συνεχιστεί μέχρις ότου ο ίδιος ο λαός να καταλάβει ότι δεν πρόκειται να σταματήσει πριν  ν’ αλλάξει την ηγεσία του‘.[1]

Όμως, εάν η λέξη ‘πόλεμος’ έχει χάσει πια τη σημασία της μετά τις οργανωμένες σφαγές εκ τού ασφαλούς που έχει επιδοθεί η υπερεθνική ελίτ τα τελευταία 10 χρόνια, άλλο τόσο έχει χάσει κάθε σημασία και η λέξη ‘Αριστερά’ στην ίδια περίοδο. Η αιτία είναι ότι η κατάρρευση του ‘υπαρκτού’, και γενικότερα του σοσιαλιστικού προτάγματος στην κρατικιστικη μορφή του, έθεσε τους  θιασώτες του κρατικιστικου σοσιαλισμού ανά τον κόσμο μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα. Η μία επιλογή ήταν να προβληματιστούν για τους λόγους της αποτυχίας του κρατικιστικου σοσιαλισμού, (δηλαδή της κοσμοθεωρίας ότι η σοσιαλιστική αλλαγή μπορεί να επέλθει ‘από τα επάνω’ μέσα από την  κατάληψη της κρατικής εξουσίας από μια μειονότητα)  και να προχωρήσουν στο κτίσιμο μιας νέας  δημοκρατικής Αριστεράς που θα μαχόταν για την δημιουργία μιας νέας μορφής κοινωνικής οργάνωσης, πέρα από το  σύστημα της  οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής ‘δημοκρατίας’ που έχει οδηγήσει στη σημερινή πολυδιάστατη κρίση. Η άλλη επιλογή ήταν να προσχωρήσουν ιδεολογικά στο σύστημα που μέχρι πριν από λίγο καιρό ζητούσαν την ανατροπή του και να επινοήσουν διάφορους μύθους για την δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου της αγοράς,  ‘βαθέματος’ της δημοκρατίας κλπ. Και αυτά, τη στιγμή ακριβώς που η οικονομία της αγοράς παγκοσμιοποιούνταν και οδηγούσε στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση : μια πρωτοφανή συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής εξουσίας στα χέρια της υπερεθνικής ελίτ που, με τη βοήθεια των ντόπιων ελίτ,  διαχειρίζεται την παγκοσμιοποιημενη οικονομία της αγοράς. Η προφανής επιλογή που έγινε από τους περισσότερους (για λόγους που δεν ήταν πάντα άσχετοι από το οικονομικό ή κοινωνικό ‘βόλεμα’) ήταν η δεύτερη.

Έτσι διαμορφώθηκαν δυο βασικές τάσεις μέσα στην παλιά κρατικιστική Αριστερά. Η πρώτη τάση είναι αυτή των παλιών σοσιαλδημοκρατών οι οποίοι, βλέποντας  την ανατροπή κάθε σημαντικής σοσιαλδημοκρατικής κατάκτησης στη νέα διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, με την ιδιωτικοποίηση των πάντων, την ελαστικοποιηση των αγορών εργασίας, το ξήλωμα του κράτους-πρόνοια κλπ, προσχώρησαν στον σοσιαλ-φιλελευθερισμό. Σήμερα, εγκαταλείποντας κάθε ιδέα για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό (στην περίπτωση του Βρετανικού Εργατικού κόμματος έφθασαν μέχρι ν αλλάξουν και το καταστατικό τους για να το κάνουν σαφές)  μιλούν για μια παγκοσμιοποιημενη οικονομία της αγοράς ‘με ανθρώπινο πρόσωπο’ (ή σωστότερα προσωπείο) και μετέχουν ενθουσιωδώς στη διαχείριση της παγκοσμιοποίησης. Η δεύτερη τάση είναι αυτή των παλιών κομμουνιστών  που σήμερα στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν προσχωρήσει στη σοσιαλδημοκρατία, καλύπτοντας το κενό που δημιούργησε η μετακίνηση των παλιών σοσιαλδημοκρατών προς τον σοσιαλφιλελευθερισμο.

Με βάση την αρχική αυτή επιλογή στο παραπάνω δίλημμα μπορούμε να εξηγήσουμε τη στάση της ‘Αριστεράς’ στους τρεις πόλεμους της υπερεθνικής ελίτ. Τον πρώτο ‘πόλεμο’ στο Ιράκ ήταν βασικά οι νυν σοσιαλφιλελευθεροι που τον υποστήριξαν, οι οποίοι συμμετείχαν από τότε στη διαχείριση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Στον δεύτερο ‘πόλεμο’ στη Γιουγκοσλαβία προσχώρησε στο ιδεολογικό μέτωπο της υπερεθνικής ελίτ και το Πράσινο κίνημα, που κάποτε δήλωνε ‘απελευθερωτικό’ αλλά τώρα επίσης συμμετείχε στη διαχείριση της παγκοσμιοποίησης.[2] Τέλος, στον σημερινό πόλεμο προσχώρησαν στο ιδεολογικό μέτωπο της υπερεθνικής ελίτ και πολλοί από τους τ. κομμουνιστές, ολοκληρώνοντας την ιδεολογική ενσωμάτωση της ‘Αριστεράς’ στη Νέα Τάξη. Μερικά ντόπια παραδείγματα  που κυμαίνονται από το θράσος μέχρι την μεταμοντέρνα σχετικότητα των πάντων είναι διαφωτιστικά. 

Στην πρώτη περίπτωση ανήκει για παράδειγμα η ‘ανάλυση’ που καταδικάζει γενικά την ‘τρομοκρατία’, χωρίς να εξετάζει τα αίτια της, με βάση το σοβαροφανές επιχείρημα ότι «η  τρομοκρατία  είναι πρωτίστως όπλο των φανατικών...συνιστά άρνηση της δημοκρατίας, πολέμιο των μεταρρυθμίσεων και κυρίως άρνηση του υπέρτατου ατομικού δικαιώματος, που είναι το δικαίωμα στη ζωή, η συντριβή της είναι απαίτηση κάθε πολιτισμένου ανθρώπου» για να καταλήξει στο περισπούδαστο συμπέρασμα «η δημοκρατική Αριστερά καταδικάζει την τρομοκρατία και βάζει τελεία. Οποιοδήποτε «αλλά» οδηγεί σε αυτοαναίρεση της καταδίκης και σε ολισθηρούς συμψηφισμούς»[3]. Τι κέρδισαν όμως,  για παράδειγμα, οι Παλαιστίνιοι που πάνω από 50 χρόνια παλεύουν χρησιμοποιώντας και τα δημοκρατικά μέσα (δεκάδες αποφάσεις του ΟΗΕ, εκατοντάδες διαπραγματεύσεις με τους Σιωνιστές κλπ) που προτείνει αυτή η «αριστερά»; Το 18% των κατεχόμενων εδαφών, ενώ αυτό που μεγαλόψυχα συζητά η υπερεθνική ελίτ να παραχωρηθεί στους Παλαιστίνιους για τη δημιουργία μιας παρωδίας ‘κράτους’ (σχέδιο Μιτσελ) είναι το 22% του πριν την ίδρυση του Ισραήλ Παλαιστινιακού εδάφους, που είναι λιγότερο από το μισό των εδαφών που είχε παραχωρήσει ο ΟΗΕ στους Παλαιστίνιους το 1948![4]  Για την ανανεωτική αυτή ‘Αριστερά’, το υπέρτατο ατομικό δικαίωμα στη ζωή αναγνωρίζεται μόνο για τους Αμερικανούς αλλά όχι και για τους Παλαιστίνιους, τους Ιρακινούς ή τους μαχητές εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στο παρελθόν, στους οποίους βέβαια ποτέ δεν δόθηκε μια πραγματική δημοκρατική επιλογή για να  διαφεντεύουν τη ζωή τους. Έτσι το γεγονός ότι είναι πράγματι απαράδεκτο ο αγώνας για κοινωνικοοικονομική αλλαγή να επιδιώκεται με τρομοκρατικές μεθόδους όταν υπάρχει δημοκρατική επιλογή, συγχέεται εσκεμμένα από την ‘Αριστερά’ αυτή με τον αγώνα για το δικαίωμα στη ζωή των λαών-θυμάτων της υπερεθνικής ελίτ’ που δεν έχουν καμία επιλογή. 

Τέλος, στη δεύτερη περίπτωση ανήκουν οι φωνές εκείνες που δηλώνουν ότι το θέμα δεν είναι ποιος μας εκφράζει περισσότερο, οι τρομοκράτες’ ή οι Αμερικανοί, αλλά ποιον καταδικάζουμε περισσότερο στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να καταλήξουν στο μεταμοντέρνο ισοπεδωτικό συμπέρασμα ότι ‘η λιγότερο κακή λύση βραχυπρόθεσμα είναι η εξουδετέρωση του αρχιτρομοκράτη’.[5] Έτσι, αρχιτρομοκρατης βαφτίζεται ο κάθε Μπιν Λαντεν και όχι ένα καθεστώς που, όπως αποκαλύπτει έγκυρος Βρετανός αναλυτής[6], στα τελευταία 55 χρόνια χρηματοδοτεί ένα στρατόπεδο εκπαίδευσης κρατικών τρομοκρατών στο Fort Benning της Αμερικανικής Γεωργίας όπου έχουν εκπαιδευτεί όλοι οι δολοφόνοι των λαών της Λατινικής Αμερικής και «του οποίου τα θύματα υπερτερούν μαζικά τον αριθμό των ανθρώπων που σκοτώθηκαν στη Ν. Υόρκη, το Ναϊρόμπι και σε οποιαδηποτε άλλη αγριότητα που αποδόθηκε, σωστά η εσφαλμένα, στην Αλ Κάιντα» ...



[1] Νew Υork Τimes,  28/10/01

[2] Για τη θέση της ‘Αριστεράς’ στους δυο πόλεμους βλ Τ. Φωτόπουλος, Ο Πόλεμος στον Κόλπο, Εξάντας 1991 και Η Νέα Τάξη στα Βαλκάνια, Στάχυ, 1999

[3] Ν. Μπίστης, Τα Νέα, 26/9/01 

[4] Dilip Hiro,Guardian 22/5/01

[5] Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 17/10/2001

[6] G. Monbiot, Guardian, 30/10/01