(Ελευθεροτυπία, 3 Ιανουαρίου 1998)


Ο Καστοριάδης και η δημοκρατική παράδοση

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ο θάνατος του Καστοριάδη έδωσε την ευκαιρία για την διατύπωση ποικίλλων σχολιασμών πάνω σε ένα έργο πολύ σημαντικό αλλά και αμφιλεγόμενο. Έτσι, από τη μια μεριά κύκλοι του διανοητικού (και όχι μόνο) κατεστημένου εκδηλώνουν ένα άκριτο θαυμασμό για το έργο του χωρίς βαθύτερη κατανόηση της ριζοσπαστικής σημασίας του («ο Καστοριάδης ως εθνικό κεφάλαιο»), ενώ από την άλλη, κύκλοι της Μαρξογενούς Αριστεράς προχωρούν σε συλλήβδην απόρριψη του, λόγω των δεξιών ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων που βρίσκουν σ’ αυτό. Τέλος, υπάρχουν και οι διάφοροι εθνικιστές και ελληνοορθόδοξοι που ίσως είναι οι πιο δικαιολογημένοι στην οργή τους κατά του στοχαστή που έδειξε την θεμελιακή ασυμβατότητα της θρησκείας και του εθνικισμού με την πραγματική δημοκρατία και το απελευθερωτικό πρόταγμα. Αλλά ας δούμε συνοπτικά, όσο μας επιτρέπει ο χώρος, πως θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε το έργο του Καστοριάδη.

Όπως συμβαίνει με πολλούς διανοητές, το έργο του θα μπορούσε να διαιρεθεί σε αυτό του «πρώιμου» και αυτό του «ύστερου» Καστοριάδη. Το πρώιμο έργο του στοχεύει στην εμβάθυνση του περιεχομένου του σοσιαλισμού (εργατική αυτοδιεύθυνση κ.λπ.) και την παράλληλη άσκηση κριτικής σε αυτά που θεωρούσε ως συντηρητικά στοιχεία της Μαρξιστικής θεωρίας (ύπαρξη «ιστορικών» νόμων στην εξέλιξη της κοινωνίας κ.λπ.). Αντίθετα, το ύστερο έργο του, υπερβαίνοντας τον Μαρξισμό, στοχεύει, πρώτον, στην διατύπωση μιας νέας κατανόησης της ανθρώπινης κοινωνίας και της Ιστορίας ως δημιουργίας και όχι ως υποκείμενης σε ιστορικούς ή φυσικούς νόμους, και, δεύτερον, στην ερμηνεία της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας με βάση την κεντρική έννοια της αυτονομίας, ατομικής και κοινωνικής. Κοινωνική αυτονομία για τον Καστοριάδη σημαίνει ότι η κοινωνία θέτει τους θεσμούς της ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι είναι δικό της έργο, ενώ ατομική αυτονομία σημαίνει ότι το άτομο δίνει το ίδιο τους νόμους στον εαυτό του ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ αυτό που επιθυμεί και αληθινά θέλει.

Το πρώτο λοιπόν συμπέρασμα που βγαίνει από τον ορισμό αυτό της αυτονομίας είναι ότι τότε μόνο είναι συμβατή η ατομική με την κοινωνική αυτονομία όταν τα άτομα συμμετέχουν και συναποφασίζουν τα ίδια για τους κοινωνικούς νόμους που διέπουν την δραστηριότητα τους. Πράγμα που προϋποθέτει την άμεση δημοκρατία και όχι βέβαια τα σημερινά καθεστώτα που αυτο-διαφημίζονται ως δημοκρατίες ενώ στην πραγματικότητα δεν αποτελούν παρά «φιλελεύθερες ολιγαρχίες» όπως τα ονομάζει. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι το πρόταγμα της αυτονομίας εμφανίζεται ιστορικά στην κλασική Ελλάδα διότι εκεί για πρώτη φορά οι άνθρωποι δημιούργησαν τους θεσμούς (άμεση δημοκρατία, φιλοσοφία) που έδιναν τη δυνατότητα της αμφισβήτησης της θεσπισμένης παράδοσης. Και αυτό, διότι θεμελιακό στοιχείο της αυτονομίας είναι η δυνατότητα αμφισβήτησης της παράδοσης. Πράγμα που εξ ορισμού αποκλείει τις κοινωνίες που θεμελιώνονται στην «θεία» αλήθεια (π.χ. Βυζαντινή κοινωνία) ή σε οποιοδήποτε «κλειστό» θεωρητικό σύστημα. Μετά, λοιπόν, τον σκοταδισμό του Δυτικού (αλλά και του Βυζαντινού) Μεσαίωνα, το πρόταγμα της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας επανεμφανίζεται πάλι, υστέρα από έκλειψη δεκαπέντε αιώνων, στη δυτική Ευρώπη όταν οι νέες πόλεις που αναδύονται στο τέλος του Μεσαίωνα παίρνουν τη μορφή πολιτικών κοινοτήτων με σημαντικές ομοιότητες προς τις αρχαιο-ελληνικές.

Η διάκριση επομένως μεταξύ αυτόνομων και ετερόνομων κοινωνιών δεν βασίζεται στο εάν οι κοινωνίες δημιουργούν ή όχι οι ίδιες τους θεσμούς τους διότι κάθε κοινωνία αυτοθεσμίζεται δηλ. δημιουργεί μόνη της τους θεσμούς της (γλώσσα, ιδεολογία, θρησκεία, εργαλεία, εξουσιαστικές σχέσεις) και το κυριότερο τις θεμελιακές κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που αποτελούν τον πυρήνα αυτών των θεσμών. Αντίθετα, η διάκριση αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες, στη συντριπτική πλειοψηφικά τους, για να προφυλάξουν και να κάνουν σεβαστούς τους θεσμούς αυτούς, φαντάζονται και θεσμοθετούν ότι οι θεσμοί δεν είναι έργο ανθρώπινο αλλά εξωκοινωνικό (του Θεού, των φυσικών ή ιστορικών νόμων κ.λπ.) που επομένως δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Όπως είναι φανερό από τα παραπάνω, υπάρχει μια θεμελιακή ασυμβατότητα μεταξύ της δημοκρατικής και της ορθόδοξης Χριστιανικής παράδοσης που εξέφραζαν η Αθηναϊκή δημοκρατία και η Βυζαντινή θεοκρατία αντίστοιχα. Η θέση, επομένως, της συνέχειας του Ελληνικού πολιτισμού (που υποστηρίζουν σήμερα «φιλόσοφοι» και «ιστορικοί» τύπου Γιανναρά, Αρβελέρ κ.λπ.) εμπεριέχει την αξεπέραστη θεμελιακή αυτή αντίφαση που πάντα τόνιζε ο Καστοριάδης.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ιστορία αποτελεί μια φαντασιακή δημιουργία, ενώ η ίδια η δημοκρατία και βέβαια η φιλοσοφία δεν είναι προϊόντα κάποιας ιστορικής εξέλιξης αλλά δημιουργίες που αντιπροσωπεύουν μια ρήξη με τις θεσμισμένες παραδόσεις. Μολονότι όμως ο Καστοριάδης δεν αμφισβητεί ότι οι φαντασιακές σημασίες δεν δημιουργούνται στο κενό, εντούτοις, επικρίνει τον Μαρξ ότι έβλεπε τον ρόλο του φαντασιακού στοιχείου περιορισμένο, τουλάχιστον για όλη την ιστορική περίοδο της «σπάνης» των αγαθών (από την προϊστορία ως τον κομμουνισμό).[1] Όμως από την άλλη μεριά, θα μπορούσε κανένας να ερμηνεύσει μερικές, φαινομενικά ανεξήγητες και οπωσδήποτε κάθε άλλο παρά ριζοσπαστικές, θεωρητικές ή πολιτικές θέσεις του Καστοριάδη με βάση την από μέρους του υπερτίμηση του φαντασιακού στοιχείου στην Ιστορία και την αντίστοιχη υποτίμηση των «συστημικών» στοιχειών. Για παράδειγμα, πρόσφατα υποστήριζε τη θέση[2] ότι ο καπιταλισμός σήμερα στρέφεται εναντίον της ίδιας της «λογικής» του όταν με την απελευθέρωση των αγορών μετατρέπει τον κόσμο σε ένα «πλανητικό καζίνο». Έτσι, με βάση το επιχείρημα ότι στη σημερινή οικονομία κανένας δεν διευθύνει την οικονομία κατέληγε στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι «κανένας δεν μπορεί να πει πως η λειτουργία της οικονομίας ανταποκρίνεται σε σαφώς καθορισμένα συμφέροντα αν όχι ορισμένων καπιταλιστών, της καπιταλιστικής τάξης εν γένει, διότι αυτό που γίνεται τη στιγμή αυτή με το χάος που υπάρχει στη διεθνή οικονομία...δεν είναι σε όφελος της καπιταλιστικής τάξης αλλά εκφράζει την αδυναμία της να κατευθύνει το ίδιο της το σύστημα». Όμως στη πραγματικότητα το «χάος» της σημερινής οικονομίας δεν είναι παρά η συνέπεια της απελευθέρωσης των αγορών και κυρίως της αγοράς κεφαλαίου η οποία κάθε άλλο παρά «αθέλητη» ήταν αλλά αντίθετα ικανοποιεί απόλυτα τις ανάγκες της σημερινής διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.[3] Πράγμα άλλωστε που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα κέρδη των καπιταλιστικών επιχειρήσεων παρουσιάζουν μια τεράστια άνθιση, παράλληλη με τον βαθμό απελευθέρωσης των αγορών.

Αντίστοιχα, το βασικό εμπόδιο για την υπανάπτυξη του Νότου ήταν κατά τον Καστοριάδη το γεγονός ότι η εξάπλωση της οικονομίας της αγοράς είχε ν’ αντιμετωπίσει κοινωνίες «οι οποίες είχαν τελείως άλλου είδους φαντασιακές θεσμίσεις και...τελείως άλλου είδους ανθρωπολογικούς τύπους».[4] Είναι όμως φανερό ότι μια τέτοια προσέγγιση αγνοεί την καταστροφική επίδραση της εξάπλωσης της οικονομίας της αγοράς/ανάπτυξης πάνω στις αυτοδύναμες κοινότητες του Νότου με αποτέλεσμα ν’ απαλλάσσει το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς από την σχετική ευθύνη που μετατοπίζεται στις φαντασιακές σημασίες που αναπτυχθήκαν στον Νότο.[5] Παρόμοια, θα μπορούσε να επικριθεί η θέση του Καστοριάδη για την υποτιθεμένη αυτονομία της σημερινής τεχνοεπιστήμης.[6]

Ακόμη, το ίδιο αμφιλεγόμενες είναι οι πολιτικές θέσεις του Καστοριάδη σε σχέση με τα Δεκεμβριανά (που τα είχε χαρακτηρίσει ως απόπειρα πραξικοπήματος από το Κ.Κ.Ε.), ή για την Ε.Σ.Σ.Δ. (που την χαρακτήρισε ως τη μόνη επιθετική υπερδύναμη που διαθέτει μια μαζική υπεροπλία έναντι των Η.Π.Α. σε μια κατάσταση «πρακτικά αδύνατο να επανορθωθεί» από τους Αμερικάνους[7]). Θέση, που βέβαια ελάχιστη είχε σχέση με την πραγματικότητα, ιδιαίτερα μάλιστα αν ληφθεί υπόψει ότι τη στιγμή που διατυπωνόταν (αρχές της δεκαετίας του ‘80), η Αμερικάνικη ελίτ γονάτιζε οικονομικά με τους εξοπλισμούς της την αντίστοιχη Σοβιετική, πράγμα που συνέβαλε αποφασιστικά στην κατάρρευση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού. Τέλος, αμφιλεγόμενη είναι και η στάση του Καστοριάδη σε σχέση με τον πόλεμο στον Κόλπο[8] όταν, σε αντίθεση με άλλους ριζοσπάστες διανοητές όπως ο Τσόμσκι, κράτησε μια καθαρά φιλοδυτική στάση, αγνοώντας τα πραγματικά αίτια του πολέμου και υιοθετώντας, μαζί με τους δυτικούς σοσιαλδημοκράτες, την Αμερικάνικη προπαγάνδα για την δήθεν εκστρατεία εναντίον ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος.

Συμπερασματικά, το έργο του Καστοριάδη μπορεί ν’ αποτελέσει, και ήδη το έχει κάνει,[9] θεμελιακό στοιχείο για την διατύπωση ενός νέου απελευθερωτικού προτάγματος αλλά ποτέ την βάση για την δημιουργία ενός νέου δόγματος, εφόσον οι ίδιες οι έννοιες της αυτονομίας και της δημοκρατίας εξ ορισμού το αποκλείουν. Η συμβολή του στη δημοκρατική-αυτονομιστική παράδοση είναι αποφασιστική.

 


 

[1] Κ. Καστοριάδη, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας (Ράππας, 1975), σ. 197-99.

[2] Τη θέση αυτή ανέπτυξε σε συνέντευξη του στην ΕΡΤ 3 το 1993 και επαναλαμβάνει στο τελευταίο ―αδημοσίευτο ακόμη― άρθρο πριν τον θάνατο του «Ο ορθολογισμός του καπιταλισμού».

[3] Βλ. T. Fotopoulos, Towards An Inclusive Democracy (Cassell, 1997), κεφ. 1.

[4] Κ. Καστοριάδη, Ο Θρυμματισμένος Κόσμος (Ύψιλον, 1992), σ. 91

[5] Τ. Φωτόπουλος, «Ανάπτυξη ή δημοκρατία;», Κοινωνία και Φύση, τ. 7

[6] C. Castoriadis, Philosophy, Politics, Autonomy, Oxford University Press 1991, κεφ. 10, και κριτική στο άρθρο του υπογράφοντος στο Δημοκρατία και Φύση, αρ. 3, (Ιούνιος 1997).

[7] Κ. Καστοριάδη, Μπροστά στον Πόλεμο (Ύψιλον, 1981), σ. 19 & σ. 37.

[8] Τ.Φωτόπουλος, Ο Πόλεμος στον Κόλπο (Εξάντας, 1991), κεφ. 6.

[9] βλ τα περιοδικά Κοινωνία και Φύση & Δημοκρατία και Φύση καθώς και το βιβλίο του υπογράφοντος, Towards An Inclusive Democracy.